Ο σκηνοθέτης Γιωργος Ζέρβας γράφει για τον Σπυρο Παπαϊωάννου

21-9-2021

Ο Σπύρος Παπαϊωάννου έφυγε προχθές την Κυριακή, δυστυχώς. Μακρύ ταξίδι κίνησε να πάει. Ξεχωριστός συνεργάτης, εκλεκτός φίλος, οικογενειακός φίλος, ανεκτίμητος συνομιλητής. Πολιτικός μηχανικός που λειτουργούσε ως αρχιτέκτονας, ουσιαστικός ερευνητής του Σμυρναίικου - ρεμπέτικου τραγουδιού, συλλέκτης, πάνω από όλα άνθρωπος ανθρώπινος, χαμηλόφωνος, διακριτικός, γενναιόδωρος, ανιδιοτελής, λεπτολόγος, μεθοδικός, ενός ήθους που σπανίζει πλέον.
Μόνο καλά λόγια. Η έλλειψή του πληγή. Η μνήμη του μαζί μας για πάντα.
Εύχομαι στην Πόπη να βρει τη δύναμη και το κουράγιο να αντέξει την απουσία του.

Για όσους φίλους ενδιαφέρονται ακολουθεί ένα κείμενο (με πολλά στοιχεία για την προσωπικότητά του) που έγραψα και διάβασα πριν από χρόνια στην παρουσίαση του έξοχου ημερολογίου του, που επινόησε και επιμελήθηκε ο ίδιος μέχρι κεραίας, για τον Πειραιά και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Ο ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
του Γιώργου Χρ. Ζέρβα

Τα Αντικλείδια
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
καί μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιός το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθοῦν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πιά. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδοῦν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.έντονη γραφή
Μα η Ποίηση είναι μιά πόρτα ανοιχτή.

Με μεγάλη χαρά, τιμή και ιδιαίτερη συγκίνηση δέχτηκα να παρουσιάσω το ημερολόγιο 2006 σε κείμενα - αρχειακό υλικό και επιμέλεια του Σπύρου Παπαϊωάννου, έκδοση του Λιμανιού της Αγωνίας, με θέμα τον Πειραιά και το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά κυρίαρχο ζήτημα τη μνήμη και την αυτογνωσία, προϋποθέσεις για αντίσταση στη λήθη.

Με τον Σπύρο Παπαϊωάννου γνωριστήκαμε το 1999, όταν του πρότεινα να είναι ο σύμβουλος της ταινίας ντοκιμαντέρ που ετοίμαζα τότε “Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ ΣΑΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ - Μάρκος Βαμβακάρης”. Την ταινία δούλευα ήδη αρκετό καιρό και η αλήθεια είναι πως δίσταζα, στην κυριολεξία απέφευγα να επιλέξω οποιονδήποτε σύμβουλο. Στον κύριο Παπαϊωάννου, όπως τον αποκαλώ πάντα, είχα ενδοιασμούς να απευθυνθώ γιατί κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, ανυπόστατες και δόλιες όπως διαπίστωσα αργότερα, του τύπου “τά ΄χει παρατήσει πια”, “είναι δύσκολος”, “είναι αργός”, “έχει ανυπέρβλητα προβλήματα υγείας”…

Τελικά μετά από παρότρυνση του Μάνου Ευστρατιάδη, προέδρου τότε του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου που ήταν συμπαραγωγός της ταινίας, του τηλεφώνησα και το τηλεφώνημα διήρκεσε χωρίς υπερβολή ώρες. Η επικοινωνία μας είχε αρχίσει. Στις επανειλημμένες και πολύωρες συναντήσεις μας με αφορμή την ταινία στην αρχή, τις χωρίς συγκεκριμένο σκοπό συναντήσεις μας στη συνέχεια, απλά και μόνο για τη χαρά του να ακούς και να ακούγεσαι, είπαμε πολλά. Για το Σμυρναίικο-Πολίτικο, το ρεμπέτικο, το λαϊκό, τους συλλέκτες, τους ερευνητές, τους ρεμπετολόγους… και πλείστα όσα. Έμαθα πολλά. Συνειδητοποίησα, ακόμα μία φορά για την ακρίβεια, ότι τα αληθινά έργα, τα πάσης φύσεως έργα, δεν πέφτουν από τον ουρανό, θέλουν μόχθο, χρόνο, αφοσίωση. Κυρίως να βάζεις την ψυχή σου ώστε να γίνουν καθρέφτες της ύπαρξής σου, κομμάτια του εαυτού σου δηλαδή.

Μου αποκαλύφθηκε ένας άνθρωπος ανθρώπινος, χαμηλόφωνος, διακριτικός, γενναιόδωρος, ανιδιοτελής, λεπτολόγος, μεθοδικός, ενός σπάνιου ήθους, με μια διαρκή βασανιστική αγωνία για το αποτέλεσμα οποιασδήποτε δημόσιας εμφάνισής του, είτε επρόκειτο για μια συνέντευξη, είτε για ένα μικρό κείμενο, είτε για μια ραδιοφωνική εκπομπή.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω κάποια βιογραφικά στοιχεία του, που πιστεύω ότι θα συμβάλλουν στη βαθύτερη κατανόηση αυτού για το οποίο είμαστε εδώ σήμερα.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Γεννήθηκε στην Παλιά Κοκκινιά, αλλά στη συνέχεια μετακινήθηκε διαδοχικά στα Ταμπούρια, στον Άγιο Βασίλη, κοντά στη γούβα του Βάβουλα, στη Νέα Κοκκινιά και τέλος στο Πασαλιμάνι, πριν ανηφορίσει για την Αθήνα, μετά από σαράντα χρόνια σχεδόν διαμονής στον Πειραιά. Το μισό σόι, από τη μεριά του πατέρα του, είναι πειραιώτικης - μανιάτικης προέλευσης, και το άλλο μισό, από τη μεριά της μητέρας του ερχόταν από τη Σμύρνη. Τα πρώτα μουσικά βιώματά του προέκυψαν από την εκκλησία. Εκκλησιαζόταν τακτικά, και με τον αδελφό του το Βαγγέλη, μικρά παιδιά, έψελναν συχνά στο σπίτι τροπάρια και απολυτίκια, προς μεγάλη τέρψη του πατέρα τους, λαϊκού ανθρώπου, ωστόσο με ελληνική μόρφωση, καϊκτσή μεταξύ άλλων, που αποτέλεσε αφορμή επαφής του με την ατμόσφαιρα του λιμανιού, της ταβέρνας και του καφενείου. Στο μουσικοποιητικό θαύμα της Βυζαντινής ορθόδοξης λειτουργίας, που επηρέασε αναντίρρητα και το ρεμπέτικο, αναφέρεται συχνά.

Στα χρόνια του δημοτικού σχολείου και του γυμνασίου, χρόνια γενικά μεγάλων στερήσεων και δυσκολιών, ήρθε σε επαφή με τη Δυτική μουσική τέχνη από έργα όπως η Τραβιάτα, ο Τροβατόρε, ο Βαφτιστικός και λοιπά, που παρουσιάζονταν από τη Λυρική σκηνή στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Όμως μου έχει εξομολογηθεί αρκετές φορές ότι τον σημάδεψαν οι “Άθλιοι” του Ουγκώ, όπως άλλωστε και πολλούς της γενιάς του.

Η παρακολούθηση κινηματογραφικών ταινιών ήταν πηγή ανείπωτης χαράς και συγκίνησης. Του βωβού και του ομιλούντος. Του Αμερικάνικου αλλά και του Σοβιετικού. Για τις εικαστικές συνθέσεις των πλάνων του Αϊζενσταιν μπορεί να μιλάει ασταμάτητα. Όπως και για το ότι η κορυφαία οριενταλιστική ταινία ήταν “Ο Κλέφτης της Βαγδάτης”, του Αλεξάντρ Κόρντα με την υπέροχη μουσική του Μίκλος Ρόσα, που είχε μάθει απέξω από τις πάμπολλες φορές που το είχε δει με τον αδελφό του και ενίοτε τη μητέρα του. Αργότερα, ως φυσική συνέπεια αυτού του ενδιαφέροντος, συμμετείχε ενεργά στην ίδρυση της κινηματογραφικής λέσχης Πειραιά με πρωτοστατούντα τον σκηνοθέτη Διονύση Γρηγοράτο.

Ρεμπέτικο πρωτάκουσε στην Κοκκινιά, τη Νέα Κοκκινιά, μικρό παιδί λίγο μετά την Κατοχή, κάποιο σούρουπο, όταν δύο νεαροί καραγκιοζοπαίκτες άρχισαν να χορεύουν σαν αφηνιασμένοι “Το χαρέμι στο χαμάμ” του Ανέστου Δελιά. Του πρότειναν μάλιστα να τους φτιάξει φιγούρες του Καραγκιόζη, γιατί είχε αρχίσει να γίνεται ορατή και σε τρίτους, η δεξιότητά του στο σχέδιο. Του πρότειναν και λεφτά αλλά, τρομαγμένος και άμαθος σε τέτοιες συναλλαγές, δεν τα ακούμπησε καν. Εντυπωσιάστηκε βαθύτατα από το γεγονός.

Στο σπίτι τους αργότερα, υπήρχαν κάποιοι δίσκοι με ρεμπέτικα που είχε φέρει ο αδελφός του, μετρημένοι στα δάχτυλα.

Στα φοιτητικά χρόνια του Πολυτεχνείου εντάθηκαν οι βόλτες στο Μοναστηράκι και αναπόφευκτα και οι αγορές. Οι δίσκοι ήταν πάμφθηνοι τότε. Σιγά-σιγά καθώς μεγάλωνε η ζήτηση ακρίβαιναν κι οι τιμές. Όμως το συλλεκτικό του ενδιαφέρον για δίσκους 78 στροφών με Σμυρναίικα -Πολίτικα- Ρεμπέτικα , αλλά και σχετικές φωτογραφίες και βιβλιαράκια με στίχους, και καρτ ποστάλ και βιβλία για τη Σμύρνη, την Πόλη, τον Πειραιά…είχε πια γεννηθεί. Δρομολογήθηκε υπόγεια και χωρίς τυμπανοκρουσίες η στωική συγκέντρωση του σχετικού υλικού που σημάδεψε και ομόρφυνε τη ζωή του. Έφτασε στις αρχές του '60 για το δίσκο με “Το Κουτσαβάκι” του Δελιά, που βρήκε ανέλπιστα σε ένα δισκοπωλείο στον Κορυδαλλό, να πληρώσει 7.000 δραχμές. Το ενδιαφέρον είχε μετασχηματισθεί σε πάθος. Στην καθημερινότητά του περίοπτη θέση κατείχαν πλέον οι συναντήσεις με όσους είχαν υλικό - παλιατζήδες, γυρολόγους, συλλέκτες…Υπήρχε ακόμη αθωότητα. Η αδελφή του από την Αμερική, που συμμεριζόταν αυτό το πάθος, τον τροφοδότησε αρκετούς δίσκους με τον Κατσαρό, την Παπαγκίκα, τον Κωστή, την κυρία Κούλα, την Αμαλία Βάκα…

Να σημειώσω ότι οι δίσκοι με τα ρεμπέτικα απασχολούσαν τον ίδιο, όμως υπήρχαν και πολλοί δίσκοι κλασσικής μουσικής που τους έστελνε από τα σκληρά ταξίδια του στους μακρινούς ωκεανούς ο αδελφός του, αφιερωμένος και γνώστης αυτής της μουσικής όσο λίγοι. Που σταδιακά πολλαπλασιάστηκαν με την εμφάνιση της Πόπης Νούσια, της γυναίκας του, εξαιρετικά ταλαντούχας μουσικού, πιανίστριας από μουσική οικογένεια.

Καθώς οι δίσκοι με τα Σμυρναίικα - Πολίτικα -Ρεμπέτικα όλο πλήθαιναν, αναπόφευκτα γεννήθηκαν η ανάγκη για ταξινόμηση, οι σχετικές συναναστροφές, οι ανταλλαγές απόψεων, οι πρώτες σημειώσεις. Ο συλλέκτης είχε μεταμορφωθεί σε ερευνητή.

Σταθμός και μαγικές στιγμές αποτελούσαν τα ακούσματα ρεμπέτικων στο γραμμόφωνο με φίλους, κυρίως το ζωγράφο Νίκο Στεφάνου, στο ατελιέ του στην Καστέλλα, που χρονικά προηγείται του ονομαστού ατελιέ της Καλλιθέας του ιδίου και πάλι, από όπου κατά καιρούς πέρασαν διάφοροι, ο Φασιανός, ο Σπεράντζας και τόσοι άλλοι.

Η γνωριμία του με το Βαγγέλη Μαρίνο, Πειραιώτη επίσης, ζωγράφο και γνωστό συλλέκτη του ρεμπέτικου, τροφοδότησε μια αδελφική φιλία, όπου πρωτοστάτησε η αμοιβαία αγάπη για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Μια δεκαετία μετά περίπου δημοσιεύτηκε το βιβλίο του Πετρόπουλου για τα ρεμπέτικα, καρπός μιας εμπειρικής έρευνας και μιας υπέρμετρης ναρκισσιστικής ποιητικής διάθεσης, που παρόλα τα τεράστια λάθη και τις ανακρίβειες, λειτούργησε αποκαλυπτικά κοινοποιώντας στους πολλούς ένα ολόκληρο σύμπαν και δίνοντας δημόσια κύρος και αναγνώριση σε ένα κατατρεγμένο κόσμο.

Στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ο Σπύρος Παπαϊωάννου, ο Παναγιώτης Κουνάδης και ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος ίδρυσαν το Κέντρο Έρευνας και Μελέτης των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανάμεσα στις δραστηριότητες αυτού του άτυπου κέντρου οι πιο σημαντικές ήταν η επιμέλεια δίσκων σχετικά με τα τραγούδια των μεταναστών στην Αμερική και κάποιες δημοσιεύσεις στο περιοδικό “Μουσική”.

Το 1976, μετά από παράκληση της φίλης του από παλιά, Σοφίας Μιχαλίτση, προϊσταμένης τότε στο Β Πρόγραμμα της ελληνικής ραδιοφωνίας, επιχείρησε τις πρώτες ραδιοφωνικές εκπομπές, καθημερινές, πλην Σαββάτου και Κυριακής, 3 με 4 το πρωί. Τα σχόλια απουσίαζαν παντελώς. Οι εκπομπές ξεκινούσαν με το “Θα ακούσετε ρεμπέτικα τραγούδια” και τελείωναν με το “Ακούσατε ρεμπέτικα τραγούδια”, χωρίς να αναφέρεται πουθενά το όνομά του. Αν υπολογίσει κανείς πρόχειρα ότι έγιναν 120 εκπομπές, επί 15 τραγούδια ανά εκπομπή, θα βρει ότι ακούστηκαν 1800 τραγούδια. Αν αφαιρέσει καμιά 300αριά, που ακούστηκαν δύο φορές, συχνά από άλλη εκτέλεση, μένουν 1500 τραγούδια κάθε είδους, όπως χασικλίδικα, της φυλακής και άλλα, που ακούστηκαν πρώτη φορά στον αέρα συστηματικά και φυσικά μαγνητοφωνήθηκαν από πάρα πολλούς.

Είπαμε, οι εκπομπές δεν είχαν κείμενα-σχόλια, αλλά είχαν δομή. Παρουσίαζαν εμπεριστατωμένα, και συστηματικά με χρονολογική σειρά, ηχογραφήσεις από τη Σμύρνη - Πόλη, την Αμερική, Σμυρναίικα τραγούδια στην Ελλάδα, ρεμπέτικα προμεταξικά, ρεμπέτικα προπολεμικά -καντάδες κυρίως-, μεταπολεμικά ρεμπέτικα και τέλος ρεμπέτικα μέχρι το 1955. Και καμιά φορά τέλειωναν με τραγούδια του Χιώτη ή του Καζαντζίδη.

Μεταγενέστερα ο Μίμης Πλέσσας τον κάλεσε στα πλαίσια της μακρόχρονης ραδιοφωνικής εκπομπής του “Να μιλήσουμε για μουσική”, να παρουσιάσει το ρεμπέτικο. Οι δύο ώρες που είχαν σχεδιάσει έγιναν αβίαστα πέντε και η Μιχαλίτση του είπε ότι μπορούσαν να συνεχιστούν για πολύ παραπάνω, έπρεπε να γίνουν αυτοτελές πρόγραμμα.

Όμως ο Παπαϊωάννου δεν το επιχειρούσε λόγω της τεράστιας ευθύνης που συνεπαγόταν. Τελικά, μετά και από παραινέσεις πολλών που γνώριζαν την επάρκειά του, το 1981 το αποφάσισε. Παραμέρισε κατά το δυνατόν προσωρινά το επάγγελμα του μηχανικού και μέχρι το 1983 ηχογράφησε 65 ημίωρες εκπομπές, πάντα στο Β’ πρόγραμμα, με τίτλο “Το ρεμπέτικο τραγούδι” που εξερευνούσαν σχολαστικά τη μουσική ζωή που γεννήθηκε στη Σμύρνη-Πόλη και μεταφέρθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή εδώ εκφράζοντας πια τις νέες συνθήκες ζωής, προβάλλοντάς την όμως ανάγλυφα στο κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο που την παρήγαγε. Αυτή τη φορά αναφερόταν το όνομά του στο σήμα της εκπομπής από κάποιον εκφωνητή της ραδιοφωνίας και την όλη παρουσίαση έκανε ο ίδιος. Μπροστά στο μικρόφωνο λοιπόν, με σωστά ελληνικά, ειπωμένα στις αρχές με κάποια βιασύνη και ταραχή, αλλά γρήγορα ισορροπημένα, όπου θριάμβευαν η πνευματικότητα, η ακριβολογία και η καλαισθησία. Χωρίς φλυαρίες, ναρκισσισμούς και εκζήτηση.

Πρόκειται κατά την ταπεινή μου γνώμη, και οπωσδήποτε πολλών άλλων ακόμη, για υποδειγματικές προσεγγίσεις, αληθινό σχολείο για τόσους και τόσους, ερευνητές και μη. Μια ιχνηλασία, ένα είδος ανασκαφής στα ίχνη του κόσμου που δημιούργησε αυτή τη μουσική. Πραγματικό επίτευγμα.

Τα συστατικά αυτών των εκπομπών; Τραγούδια σε αυθεντικές και σπάνιες φυσικά εκτελέσεις από το τεράστιο πια αρχείο του, συχνά δυο και τρεις διαφορετικές για το ίδιο τραγούδι, και αποσπάσματα από κείμενα ιστορικά, λαογραφικά, λογοτεχνικά, χρονογραφήματα, αλλά και ψυχιάτρων, χημικών, διευθυντών της αστυνομίας…. και κάποιες μαρτυρίες μεγάλων μορφών του Σμυρναίικου - Πολίτικου που βρίσκονταν ακόμη στη ζωή, όπως η σπουδαία Αγγέλα Παπάζογλου, για την οποία έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό και θαυμασμό, και η Ρόζα Εσκενάζυ…

Το 1983, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων διέκοψε τις εκπομπές, για την Ανατολή και πάλι, το Κάιρο συγκεκριμένα, για τη μελέτη και κατασκευή ενός συμπλέγματος εθνικών ρεστοράν, ενός μαροκινού, ενός ινδικού κι ενός ιαπωνικού μεταξύ άλλων. Έργο δημοσιευμένο στο διεθνούς κύρους νεοϋορκέζικο περιοδικό “interior design”.

Και η ζωή συνεχιζόταν με μικρές και μεγάλες χαρές, επαγγελματικά άγχη, προβλήματα υγείας και όλα τα υπόλοιπα.

Το 1999 “επανήλθε στο προσκήνιο” μετά την παράκλησή μου να είναι ο σύμβουλος στην ταινία για το Βαμβακάρη που είπα στην αρχή. Και όπως ήταν φυσικό υπήρξε ξανά σύμβουλος στην αμέσως επόμενη ταινία μου “ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΝΑ ΜΗ Σ’ ΑΓΑΠΩ- Το Σμυρναίικο -Πολίτικο τραγούδι”, με αφετηρία τις ραδιοφωνικές εκπομπές που προανέφερα : μια περιπλάνηση εκεί στις αλλοτινές πατρίδες και εδώ, τότε και τώρα, σε ανθρώπους, χώρους, αντικείμενα, μουσικές, χορούς…

Όμως οι δημόσιες εμφανίσεις του ήταν πάντα μετρημένες, επιλεκτικές. Κάποιες συνεργασίες στο τηλεοπτικό “Παρασκήνιο”, ελάχιστες συνεντεύξεις σε εφημερίδες και ραδιοφωνικές εκπομπές, μία βιβλιοκριτική για το ουσιαστικό βιβλίο του Καλυβιώτη με θέμα τη μουσική ζωή στη Σμύρνη από το 1900 μέχρι το 1920, μια βιβλιοπαρουσίαση για το συναισθηματικά φορτισμένο βιβλίο του Τσιλιμίδη για το Μάρκο Βαμβακάρη βασισμένο στις αναμνήσεις του γιού του Στέλιου Βαμβακάρη. Και τέλος το ημερολόγιο του 2006 με αντικείμενο τον Πειραιά και το ρεμπέτικο τραγούδι που μας μάζεψε όλους εδώ σήμερα.

Με το που το αντικρίζεις για πρώτη φορά και αρχίζεις το ξεφύλλισμα αισθάνεσαι πως κρατάς στα χέρια κάτι αληθινό, με εκείνη την αλήθεια που νοιώθεις στο άκουσμα τραγουδιών του Μάρκου, του Μπάτη, του Δελιά…και η αποδοχή είναι ακαριαία. Το σχήμα και το μικρό μέγεθος είναι ευθυγραμμισμένα με την ταπεινότητα του κόσμου του ρεμπέτικου και στρέφει την πλάτη τελεσίδικα στον εντυπωσιασμό και τη χλιδή των πάσης φύσεως λευκωμάτων και ημερολογίων που μας κατακλύζουν. Είναι ολοφάνερη η πρόθεση για ταξίδια επώδυνα αλλά γοητευτικά και αποκαλυπτικά και για ονειροπολήσεις ενός κόσμου αμετάκλητα χαμένου από καιρό και όχι η ελαφρά τη καρδία επίδειξή του και η στάση στην επιφάνεια μιας γραφικής διακοσμητικής λάμψης του.

Κι όταν βυθίζεσαι αργά-αργά, γλυκά-γλυκά στα κομμάτια κια αποσπάσματα που συνθέτουν το βιβλίο -βιβλίο φυσικά και όχι εφήμερο ημερολόγιο που προορίζεται να πεταχτεί μετά τη χρήση-, από τη μια διευρύνεται ο ορίζοντας της γνώσης σου για το ρεμπέτικο και από την άλλη συνειδητοποιείς ότι το θεμελιώδες είναι το είδος της σχέσης του ερευνητή με αυτό που ερευνά κι από αυτήν απορρέουν τα αποτελέσματα της έρευνας. Να γιατί γρήγορα διαπιστώνεις να αναδύεται η υλικότητα του ρεμπέτικου, ο εκφραστικός πλούτος, το μεγαλείο και η μαγεία του, αλλά και η φτώχεια, η λάσπη, η πίκρα και ο κατατρεγμός που το εξέθρεψαν. Ούτε εξιδανίκευση της μαγκιάς, του περιθωρίου, του υποπρολεταριάτου, ή όπως αλλιώς έχει ειπωθεί αυτός ο κόσμος, ουσιαστικά ως πιστοποιητικά “αναρχοσύνης”, ούτε ιδεολογικοποιημένες λαϊκιστικές σοβαροφανείς προσεγγίσεις περί τραγουδιού του λαού μας, ουσιαστικά ως πιστοποιητικά “αριστεροσύνης”, ούτε φυσικά γλυκερές χαζοχαρούμενες παραποιήσεις για τη μετατροπή του σε μαζικό καταναλωτικό αγαθό, ουσιαστικά ως πιστοποιητικά “μανατζεροσύνης”.

Το ξεδίπλωμα των στοιχείων-ντοκουμέντων γίνεται με εντομολογική σχολαστικότητα σχεδόν ψιθυριστά, χωρίς κραυγές, με μαεστρία. Τα στοιχεία-ντοκουμέντα φωτίζουν πτυχές ασύλληπτες από βιαστικούς ρεμπετολόγους και αναδεικνύονται τελικά τα ανεξίτηλα ίχνη που άφησε μια εποχή κι ένας κόσμος για τον εαυτό του, προσπαθώντας να απαλύνει τη σκληρότητα, να μετριάσει την απελπισία και τον πόνο της απόρριψης, να αναμετρηθεί ή και να υπερβεί τελικά το πεπρωμένο του σε πείσμα της άλλης όχθης.

Όμως ποιά είναι αυτά τα στοιχεία-ντοκουμέντα;

Κείμενα του Σπύρου Παπαϊωάννου παλιά και νέα, κείμενα διαφόρων μελετητών-κοινωνιολόγων, ιστορικών, αρχιτεκτόνων, ψυχιάτρων, αστυνομικών διευθυντών…-, κείμενα φίλων και συνοδοιπόρων του στην υπεράσπιση του παραδοσιακού μουσικού πολιτισμού μας, λογοτεχνικά κείμενα του Καραγάτση, Κόντογλου, Καρκαβίτσα, Τζελέπη, Γαλάτειας Καζαντζάκη…, κομμάτια από την αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη, στίχοι τραγουδιών, εφημερίδες πειραιώτικες και πανελλαδικές, περιοδικά, λευκώματα μικρασιατικών συλλόγων, χάρτες, ταξιδιωτικοί οδηγοί, φωτογραφίες ρεμπετών, προσφύγων και προσφυγικών καταυλισμών, διαφόρων περιοχών του Πειραιά, φυλακών, καρτ ποστάλ χορευτριών-πορνών-δερβίσηδων αλλά και τοποθεσιών, πίνακες οριενταλιστικής ζωγραφικής, ετικέτες δίσκων 78 στροφών κλπ.

Ένας θησαυρός, μια κιβωτός, πραγματική απόλαυση του μυαλού και των ματιών. Μια διεισδυτική πανοραμική ματιά σε μια σύνθετη τοιχογραφία με διακοπές και στάσεις, που δίνουν χώρο και χρόνο στη δική μας ενεργητική συμμετοχή. Μάλιστα το CD, την τεχνική επιμέλεια του οποίου έκανε ο Πάνος Σαββόπουλος με το πολύ καλό αποτέλεσμα, που συνοδεύει στην Β έκδοση το ημερολόγιο και περιέχει μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα, επιτρέπει την σχετικά εύκολη, άμεση και απολαυστική καταβύθιση σ’ αυτό το σύμπαν.

Δε θα παρουσιάσω αναλυτικά το περιεχόμενο του ημερολογίου, θα ήταν άλλωστε κουραστικό για σας. Θα αναφέρω όμως με ειλικρίνεια κάποια σημεία στα οποία καθυστέρησα επιζητώντας να παρατείνω την όλη ευφορία που μου γεννήθηκε.

  • Η εκ προοιμίου δηλωμένη και διαρκώς επαληθευόμενη πρωτοκαθεδρία του Μάρκου Βαμβακάρη και η επισήμανση της “Αυτοβιογραφίας” του ως κειμένου υψίστης σημασίας για τις πληροφορίες και τον άμεσο και αυθεντικό τρόπο που τις εκθέτει. Είμαι πεισμένος πως αν δεν υπήρχε το συγκεκριμένο βιβλίο, η ιστορία του ρεμπέτικου θα είχε γραφτεί εντελώς διαφορετικά και φυσικά αυτή η πρώτη περίοδος θα είχε περιβληθεί απροκάλυπτα από ένα πυκνό πέπλο απαξίωσης. Με τον πολύπτυχο και βαθιά εκφραστικό λόγο αυτού του δημιουργού, τα πρώτα “χασικλίδικα” τραγούδια ενδυναμώνουν, θωρακίζονται και συνθέτουν μια υπερασπιστική γραμμή με άξονα την υπαρξιακή περιπέτεια αυτού του κόσμου που τροφοδοτούν η αναγκαιότητα απόδρασης από την άγρια πραγματικότητα, η ένταξη σε μια συλλογικότητα, οι ηδονιστικές τάσεις αλλά και η γοητεία της αμαρτίας γενικότερα.

Να γιατί η παρουσία στο ημερολόγιο αναφορών στις ναρκωτικές ουσίες ως επί το πλείστον, αλλά και στις φυλακές και το έγκλημα, καθώς επίσης και στις πόρνες και τους αγαπητικούς, γραμμένες από ψυχιάτρους, αστυνομικούς διευθυντές, χημικούς, συγγραφείς εν γένει όπως ο Στριγγάρης, ο Παξινός, ο Μακρής, ο Καρκαβίτσας, ο Καραγάτσης… επιστημονικά τεκμηριωμένες και λογοτεχνικά αποτυπωμένες, φωτίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το ρεμπέτικο.

Να γιατί χωρίς όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει ορατό το περιβάλλον ζωής αυτού του κόσμου των κατατρεγμένων και των “χαμένων” που άφησε τα ίχνη του με μοναδικό τρόπο σ’ αυτά τα τραγούδια. Και η αποδοχή τους δεν είναι αιρετικό κλείσιμο ματιού σ’ έναν κόσμο παραβατικής συμπεριφοράς ή έστω στα όρια της νομιμότητας. Όπως δεν είναι απλά ζήτημα ηθικολογίας ο παραγκωνισμός και η υποτίμηση των χασικλίδικων και ο χαρακτηρισμός τους ως “τραγουδιών ψυχικής διαφθοράς”.

Είναι κάτι πολύ παραπάνω. Είναι η διάθεση (ή η απροθυμία αντίστροφα) να προχωράει κανείς στην καρδιά των πραγμάτων, η αέναη αναζήτηση της αλήθειας, με άλλα λόγια της ελευθερίας και της γνώσης.

  • Τα αποσπάσματα για τον Μπάτη και ιδιαιτέρως το σχόλιο για τον Μπουφετζή, όπου ανιχνεύεται με ξεχωριστή επινοητικότητα και διατυπώνεται μεταξύ άλλων ότι η μελωδία φαίνεται να κατάγεται από παλιό αμερικάνικο τραγούδι του μπαρ που τα πρώτα λόγια είναι “How dry I am…”, πράγμα που μπορεί να το διαπιστώσει εύκολα και ηχητικά όποιος ακούσει το CD, υπαινίσσονται νομίζω κάτι ενδιαφέρον. Κλείνουν ειρωνικά το μάτι σε όσους αναγνωρίζουν ταμπού στην τέχνη και φυλακίζουν τη δημιουργία στα εθνικά σύνορα της μηχανιστικής αντανάκλασης της πραγματικότητας. Η υιοθεσία από τον Μπάτη μελωδιών που έρχονται από αλλού και η δημιουργία εν τέλει ενός τραγουδιού που αποτυπώνει το μήκος κύματος της ύπαρξής του είναι τόλμη, άνοιγμα στον κόσμο και εμπράγματη υπερπήδηση των στεροτύπων που εμποδίζουν την αντίληψη του νοήματος και τη μέθεξη στο απρόσμενο της ζωής της ίδιας.

  • Οι σελίδες για τα Ανατολίτικα τραγούδια της φυγής και της απόδρασης από την καθημερινή μίζερη ζωή στην Ανατολή των φαντασιώσεων και των μύθων, ως ένα ενιαίο σύνολο, από την Κεντρική Ασία, στη Νότια Ισπανία και την Αφρική, και που πολλά φέρουν εξωτικά ονόματα γυναικών όπως Τζεμιλέ, Σεράχ, Γκιούλ Μπαχάρ, Σεχραζάτ, Εσμέ…Κορυφαία φυσικά στιγμή αυτών των σελίδων τα περί του τραγουδιού “Εγώ θέλω πριγκηπέσσα” του Τούντα όπου αποτυπώθηκε το πραγματικό πολύκροτο ειδύλλιο του Δωδεκανήσιου νεαρού Αναστάσιου Χαραλάμπους και της Ιρακινής πριγκίπισσας Αλζά, με τις αναγκαίες μεταθέσεις που κάνουν το αποτέλεσμαπιο ελκυστικό. Το Ιράκ έγινε Μαρόκο και η Ρόδος Πειραιάς. Και εδώ συνεχίζονται οι διαφωτιστικοί υπαινιγμοί σε ότι αφορά τη διαδικασία της δημιουργίας.

  • Τέλος κάποιες δυνατές γραμμές εν είδει μανιφέστου με αφορμή το σπαραχτικό τραγούδι “Φτώχεια” του Απόστολου Χατζηχρήστου σε στίχους Ιωάννη Λελάκη όπου τίθεται με τόλμη χωρίς περιστροφές το ζήτημα της φτώχειας και της “πτωχολογίας” ως εξής: Κορυφαίο τραγούδι γαι τη φτώχια, έκφραση της χωρίς ελπίδα ζωής αυτού του κόσμου της φτωχολογιάς, που ζούσε μέσα στη στέρηση και τη λάσπη. Δεν “θάρθει άσπρη μέρα και για μας”. Μόνο το ρεμπέτικο, πιο πολύ τα προπολεμικά, μπορούν να εκφράσουν αυτή τη μαύρη αλήθεια, γιατί είναι θέμα που τα αφορά, το βιώνουν όπως βίωσαν και την απελπισία για την καταραμένη φτώχια τους. Μπορούμε να θυμηθούμε πως όλα τα άλλα είδη τραγουδιών, όσο ωραία και να είναι ως μουσική ψυχαγωγία, όταν ασχολούνται με τη φτώχια, ακόμα και όταν γράφονται από σχετικά φτωχούς, ή όχι, συχνά πρότειναν προς παρηγορίαν κάποιο εξωραϊστικό αντίβαρο. Είμαστε φτωχοί πλην τίμιοι, δεν αγαπούμε τα πλούτη γιατί έχουμε πλούτο την καλή καρδιά, είμαστε φτωχόπαιδα που ξέρουμε να αγαπάμε, έχουμε καρδιές με αισθήματα ή είμαστε οι φτωχοί, φλογεροί εραστές, πάντως θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί, και πάει λέγοντας. Συμπέρασμα διαχρονικό, ας κάτσουμε στη φτώχια μας, μην κάνουμε άλλες σκέψεις, καλά είμασε κι έτσι…" Τι άλλο να προσθέσει κανείς;

Και ο Πειραιάς, ο γενέθλιος τόπος του;

Όπως λέμε για τις πετυχημένες ταινίες σε ότι αφορά το χώρο, λειτουργεί ως πραγματικός πρωταγωνιστής, και όχι ντεκόρ-φόντο άσκησης της δράσης-, που επηρεάζει καθοριστικά και διαμορφώνει την έκβαση της αφηγούμενης ιστορίας. Εν προκειμένω της ιστορίας του ρεμπέτικου.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Αυτή η εργασία του Σπύρου Παπαϊωάννου, απόρροια ενός τρόπου ζωής κι ενός απαράμιλλου ήθους, αποτελεί σπάνιο τεκμήριο, αναπόσπαστος κρίκος στην αλυσίδα όχι μόνο της ρεμπέτικης κουλτούρας, αλλά γενικότερα του νεοελληνικού πολιτισμού. Και η χορταστική αλλά και βασανιστική περιπλάνηση στις σελίδες του, που ευχόμαστε να μην τελειώσει ποτέ, μας επιτρέπει ως ένα βαθμό, και οπωσδήποτε συμβολικά, ψηλαφώντας το παρελθόν μας να το ξανακερδίσουμε και να μιλάμε για ξανακερδισμένο χρόνο.

7 «Μου αρέσει»