Ν. Ορδουλίδης: Συννεφιασμένη Κυριακή και Τη Υπερμάχω-Καθρέφτισμα ή Αντικατοπτρισμός;


Αντιγράφω από την σελίδα του fagotto πληροφορίες για μία νέα κυκλοφορία ενός μουσικολογικού βιβλίου του Νίκου Ορδουλίδη.

Συννεφιασμένη Κυριακή και Τη Υπερμάχω - Καθρέφτισμα ή Αντικατοπτρισμός;

Είναι το τραγούδι του Τσιτσάνη το καθρέφτισμα των φθόγγων του εμβληματικού βυζαντινού κοντακίου, η προβολή του γενετικού κώδικα μιας μουσικής που συνέχει τον ελληνισμό ανά τους αιώνες; Ή μήπως πρόκειται για οφθαλμαπάτη, για έναν από εκείνους τους αντικατοπτρισμούς που ξεδιψούν μόνο το μάτι, εγκαταλείποντας τους ταξιδιώτες της ερήμου στην στέρηση των ζωτικών πόρων που έχει ανάγκη η πορεία τους;

Η ομοιότητα της Συννεφιασμένης Κυριακής του Βασίλη Τσιτσάνη με τον ύμνο Τη Υπερμάχω της ορθόδοξης παράδοσης είναι σήμερα δημοφιλές αντικείμενο ανταλλαγών στο διαδίκτυο, τόσο στα φόρα των ρεμπετόφιλων όσο και σε αυτά των ψαλτών.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται ορισμένες από τις απόψεις που έχουν εκφραστεί κατά καιρούς για τις σχέσεις των δύο μουσικών ειδών γενικότερα, αλλά και για την καταγωγή της Συννεφιασμένης Κυριακής από το Τη Υπερμάχω.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εξετάζονται οι ιστορικές σχέσεις μεταξύ των δύο μουσικών ειδών, συνθέτοντας μία ιδιόμορφη μουσική ιστοριογραφία η οποία συχνά κινείται γύρω από το ζήτημα της ελληνικότητας.
Το τρίτο μέρος ασχολείται με την σχέση του δασκάλου με τον μαθητή, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα αυτού που συνήθως αποκαλείται «ύφος» στην ψαλτική τέχνη. Η εξέταση ορισμένων ψαλτικών «σχολών» και της συνομιλίας μεταξύ παράδοσης και καινοτομίας στην μουσική πράξη, αποτελούν ζητήματα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα.

Τέλος, στο τέταρτο μέρος του βιβλίου, της αμιγούς μουσικολογικής ανάλυσης, πραγματοποιείται μία νέα σύγκριση των δύο έργων, Συννεφιασμένης Κυριακής και Τη Υπερμάχω.

Διορθώστε με κάποιος, αν κάνω λάθος: η ομοιότητα Συννεφιασμένης Κυριακής και Τη Υπερμάχω συμπυκνώνεται στην ομοηχία τεσσάρων φθόγγων: Συ – ννε – φια – σμέ και Τη Υ – περ – μά. Υπάρχει κάτι ακόμα;

Οχι δεν υπάρχει κάτι άλλο.
Πριν κοντά 15 χρόνια, είχα ακούσει τον Π. Σαββόπουλο να τα λέει ως θεωρία. Τότε είχα ενθουσιαστεί. Τώρα απλά, απορώ γιατί να μπουν σε αυτή την διαδικασία. Μουσικολογικά άλματα.

Κατά τη γνώμη μου (κατά το αφτί μου δηλαδή) όχι. Και άλλωστε και αυτές οι τέσσερις συλλαβές σχηματίζουν μια κοινότατη ούτε-καν-μελωδία: οι τρεις πρώτες είναι η ίδια νότα και η τέταρτη είναι η επόμενη της κλίμακας. Φαντάζομαι πρέπει να συμβαίνει σε άπειρα κομμάτια αυτό!

Είναι ωστόσο αντικειμενικό γεγονός ότι έχουν γραφτεί και συζητηθεί πολλά για την υποτιθέμενη ομοιότητα των δύο μελωδιών.

Απ’ ό,τι καταλαβαίνω από την παρουσίαση, ο Ορδουλίδης πρώτον μεν συγκεντρώνει όσα έχουν γραφτεί σχετικά και τα σχολιάζει, δεύτερον δε τα παίρνει ως αφορμή για να συζητήσει το ευρύτερο (και ουσιαστικότερο φυσικά) θέμα της σχέσης βυζαντινού μέλους και ρεμπέτικου.

Να πω την αλήθεια, τις πιο ηχηρές απόψεις γι’ αυτό το ζήτημα τις έχω ακούσει είτε από αστοιχείωτους είτε από ανθρώπους που δεν είναι μεν αστοιχείωτοι αλλά ξεκινούν με προαποφασισμένα συμπεράσματα, για να υπηρετήσουν μια ιδεολογία, και, επιλέγοντας από μια πραγματικότητα τα στοιχεία εκείνα που εξυποηρετούν τον στόχο τους, τελικά δε μας κάνουν σοφότερους. Οπότε, δε θα το έβρισκα άνευ ενδιαφέροντος να διαβάσω επιτέλους μια σοβαρή μελέτη για το ζήτημα. Όσο μπορεί κανείς να κρίνει από την παρουσίαση του εκδοτικού ποίκου, και όσο έχω παρακολουθήσει τον Ορδουλίδη (λίγο ομολογουμένως), αυτή πρέπει να είναι σοβαρή.

Υπάρχει βέβαια και κάτι ακόμα αλλά, αν (όπως πράγματι) μία ακολουθία τριών ομόηχων φθόγγων και μίας ανόδου κατά έναν φθόγγο, βρίσκεται σε χιλιάδες κομμάτια παγκοσμίως, το «άλλο» έχει συμβεί σε δεκάδες (μην πώ εκατοντάδες!) χιλιάδες κομμάτια: Η Σ. Κ. είναι τονισμένη σε ματζόρε, που είναι βεβαίως κάποιου είδους «εξέλιξη» του Ραστ στην ελληνική λαϊκή μουσική του ώριμου 20ού αιώνα, το «Τη Υπερμάχω» είναι τονισμένο σε πλάγιο του τετάρτου, το αντίστοιχο του ραστ στη βυζαντινή τροπική θεωρία.
Επειδή δεν με καίει το θέμα, δεν θα ψάξω να διαβάσω αυτή τη στιγμή την εργασία του κ. Ορδουλίδη (που φυσικά και μοιάζει ενδιαφέρουσα), υποπτεύομαι όμως και μόνο από τον τίτλο, ότι το «ρητορικό δίλημμα» Καθρέφτισμα ή αντικατοπτρισμός, ο ίδιος το βλέπει να εξηγήται κλίνοντας περισσότερο προς τη δεύτερη λέξη.

Για την ακρίβεια, οι πέντε πρώτες νότες -και όχι οι τέσσερις- είναι ίδιες. (Αν δεν λάβουμε υπόψη τις αξίες.)

Συν-νε-φια-σμέ-νη // Τη Υ-περ-μά-χω

Και αυτό, στην απλή εκδοχή του Τη Υπερμάχω, όπως το λέμε εμείς ο κοινός λαός. Και από δόκιμους ψαλτάδες ή χορωδίες το ακούμε έτσι, αλλά όχι πάντα - συχνά στο Τη υπερμά-α-αχω γίνεται ένα ψηλοκρεμαστό στολίδι (από τονική Ντο: ντο ντο ντο φά-μι-ρε ρε) που περιορίζει την ομοιότητα με τη Συννεφιασμένη στις τρεις πρώτες συλλαβές, που είναι σε μία νότα κι οι τρεις.

Στις δεκάδες συνεντεύξεις που έδωσε στη ζωή του, ο Βασίλης Τσιτσάνης αναφέρθηκε πολλές φορές στην «Συννεφιασμένη Κυριακή», μετά από σχετικές ερωτήσεις.

Σε μία από αυτές και συγκεκριμένα στις 2/6/1973 στην εφημερίδα «Τα Νέα», ο Β.Τσιτσάνης στην συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιώργο Πηλιχό, μίλησε για την «Συννεφιασμένη Κυριακή» (Ματωμένη Κυριακή ο αρχικός τίτλος).

Στην κουβέντα τους για το πιο γνωστό τραγούδι του Τσιτσάνη, ο Γ.Πηλιχός ρώτησε τον Τρικαλινό συνθέτη για την σχέση της «Συννεφιασμένης Κυριακής» και του βυζαντινού ύμνου «Τη Υπερμάχω…».

Ας διαβάσουμε όλη την κουβέντα των δύο πρωταγωνιστών.

Πηλιχός: Σας έκανα την προηγούμενη ερώτηση (για το πως εμπνεύστηκε την «Συννεφιασμένη Κυριακή»), γιατί ορισμένοι, λόγου χάρη ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Ρεμπέτικα τραγούδια», υποστηρίζουν ότι ανάμεσα στην «Συννεφιασμένη Κυριακή» και τον βυζαντινό ύμνο «Τη Υπερμάχω…», υπάρχουν κοινά στοιχεία.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ

Τσιτσάνης: Έτσι έ; Για αρχίστε να ψέλνετε εσείς την «Υπερμάχω» κι εγώ να τραγουδάω την «Συννεφιασμένη Κυριακή», να δούμε που είναι τα κοινά σημεία που βλέπει ο φίλος μου ο Ηλίας κι εγώ δεν τα βλέπω.

Πηλιχός: Εντάξει. Αρχίζουμε (τραγουδάμε κι οι δυο…).

Τσιτσάνης: (Με ύφος ικανοποιημένο). Είδατε; Που είναι η ομοιότητα; Άλλη μελωδία τραγουδούσα εγώ, άλλη εσείς. Εγώ ούτε βυζαντινή μουσική ξέρω, ούτε στην εκκλησία πηγαίνω. Είμαι «ακκλησίαστος»! Γιατί με τη δουλειά που κάνω, με τα ξενύχτια, που καιρός για εκκλησία .

Πηλιχός: Δεν νομίζω πως η συσχέτιση ανάμεσα στο «Τη Υπερμάχω» και την «Συννεφιασμένη Κυριακή», αποτελεί υπαινιγμό ότι ενσυνείδητα δανεισθήκατε από τον βυζαντινό ύμνο. Το αντίθετο μάλιστα. Η ίδια η Σοφία Σπανούδη είχε εντοπίσει τα «βυζαντινά στοιχεία» που αδιαμφισβήτητα κρύβουν μέσα τους τα τραγούδια σας- η φράση ολόκληρη δική της!

Τσιτσάνης: Εγώ δεν ξέρω τίποτε απ΄αυτά. Δεν είμαι βυζαντινός! Αυτή η μουσική που γράφω εγώ, είναι μουσική του δικού μου κόσμου! Γιατί δεν είμαι, ας πούμε, ούτε πρόσφυγας, ούτε κατάγομαι από την Πόλη, από εκείνα τα μέρη που ήταν άλλοτε το Βυζάντιο. Εγώ βγήκα από Καραγκούνηδες μέσα, μεγάλωσα στα Τρίκαλα.

Πηλιχός: Ναι, αλλά η κληρονομιά, οι καταβολές απ΄ το Βυζάντιο, έχουν περάσει σ΄όλους μας. Άλλωστε, στα χρόνια της Κατοχής, ζήσατε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με Βυζαντινό χαρακτήρα, με πολλούς πρόσφυγες. Οπωσδήποτε, πάντως, θα πρέπει να καταλάβετε ότι η παρουσία βυζαντινών στοιχείων στα τραγούδια σας δεν αποτελεί μομφή, αλλά αντίθετα απόδειξη πως είσθε ένας προικισμένος, ένας ξεχωριστός δημιουργός.

Τσιτσάνης : Όχι! Όχι! Δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Εγώ, σας είπα, γράφω ανεπηρέαστα, ότι βγαίνει από μέσα μου .

4 Likes

Άψογος, ο Τσιτσάνης!

Καλά τώρα…

Πηλιχός: -Μήπως βάζετε ασυνείδητα στοιχεία βυζαντινής κληρονομιάς στη μουσική σας;
Τσιτσάνης: -Όχι! Όχι! Δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Εγώ, σας είπα, γράφω ανεπηρέαστα, ότι βγαίνει από μέσα μου.

Έγκυρη απάντηση σε μια έξυπνη ερώτηση.

Όχι πως αλλάζω τη γνώμη μου, ότι δεν υπάρχει παρά μια περιορισμένη και συμπτωματική ομοιότητα μεταξύ των δύο μελωδιών. Αλλά αυτό που λέει ο Τσιτσάνης δεν είναι επιχείρημα. Πόσο μάλλον που δεν έχει ιδέα τι ήταν το Βυζάντιο.

Εντάξει αλλά η ιδέα του, να τραγουδηθεί παράλληλα η Σ. Κ. και το Τη Υπερμάχω, είναι επιχείρημα, αφού κατέδειξε χειροπιαστά ότι δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των δύο κομματιών.

Πάντως, και ιδέα να μην έχει ένας λαϊκός μουσικός για το τι ήταν το Βυζάντιο, τί περίπου ήταν η μουσική του το ξέρει σε κάποιον αποδεκτό βαθμό. Όλοι το ήξεραν, ακόμα κι ο Μάρκος που την εκκλησιαστική μουσική την γνώρισε με τετραφωνία και αρμόνιο.

Είναι κάποιο είδος μουσικής που δεν έφτασε ποτέ στα καραγκουνοχώρια;

Εγώ νομίζω ότι ο Τσιτσάνης κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Μάλλον για κάποιο λόγο τον ενοχλεί η σύγκριση των δύο μελωδιών. Ίσως θεωρεί ότι η σύγκριση αυτή αμφισβητεί την πρωτοτυπία και την αυθεντικότητά του; (Ο Βαμβακάρης έλεγε «τα τραγούδια μου είναι βυζαντινά» επειδή αντιλαμβανόταν τον όρο ως κάτι το θετικό. Ο Τσιτσάνης δείχνει να τον παίρνει ως αρνητικό.)

Ακόμη και το ταυτόχρονο τραγούδισμα, όχι, δεν είναι επιχείρημα. Πες ότι είχαμε δύο σκοπούς που σ’ όλα τ’ άλλα ταυτίζονται, αλλά ο ένας είναι λίγο πιο μακρύς από τον άλλο: Δε μου λέτε δε μου λέτε το χασίσι πού πουλιέται (9/8) και Άντε το μαλώνω το μαλώνω κι ύστερα το μετανιώνω (2/4 - ή όπως το μετράει κανείς), και τους τραγουδάμε ταυτόχρονα. Στα πρώτα οχτώ όγδοα θα είμαστε όντως μαζί, από το ένατο και μετά θα γίνει πατατράκ. Άρα τι, μοιάζουν μόνο στα πρώτα οχτώ όγδοα και μετά δε μοιάζουν; όχι βέβαια.

Ε, τώρα, βρε Περικλή… Άμα θέλεις per mare, per terra, να βρεις επιχειρήματα γι αυτό που έχεις στο μυαλό σου, θα αναγκαστείς βέβαια να πάς σε ρυθμό, αφού η μελωδία δεν σου δίνει αυτά τα επιχειρήματα που θέλεις. Και στο «Σ. Κ. – Υπερμάχω», το ίδιο πατατράκ έγινε μετά τους φθόγγους που μοιάζουν: Η Σ. Κ. είναι εννιάρι και το Τη Υπερμάχω, τεσσάρι.

Βεβαίως και κάνει πως δεν καταλαβαίνει ο Τσιτσάνης, παμπόνηρη αλεπού ήταν. Ναι, συμφωνώ, το πρόβλημά του ήταν ότι θέλησαν να του «προσάψουν» ότι αντέγραψε, δεν δημιούργησε. Και ο Μάρκος αντέγραψε, αλλά του το παρουσίασαν αυτό ως θετικό επειδή σεβάστηκε, λέει, την παράδοση, οπότε και το υιοθέτησε. Ο άλλος, το είδε αρνητικά γιατί θεώρησε τον εαυτό του υπεράνω “υιοθετήσεων”. Αν είναι δυνατόν, να μην έφτασε η εκκλησιαστική μουσική ποτέ στα καραγκουνοχώρια, έστω κι αν δεν είχαν ιδέαν οι τοπικοί ψαλτάδες από Βυζαντινό Μέλος, Οκτάηχον, απηχήματα και τα τοιαύτα…

1 Like