Μάλιστα, μπράβο Ελένη! Ομολογώ πως δεν ήξερα τί ήταν ο κρόκος. Στο Φάληρο, όπου πρόλαβα το «στεριανό» καλάρισμα, ο τρόπος που βιράρανε ήταν διαφορετικός , χωρίς σταυρωτά δεσίματα, πολύ απλούστερα με σχοινάκι που τυλιγόταν πάνω στο χοντρό γούμενο του σάκου. Σίγουρα, βέβαια, υπήρχαν διαφορές από περιοχή σε περιοχή τόσο για τους τρόπους ψαρέματος όσο και για τις ορολογίες.
«Ψάρεψα» πάντως και ένα λαθάκι, στο κείμενο που μας παρέθεσε η Ελένη: Με τη λαγουδέρα χτύπαγε ο καπετάνιος για να φοβίσει τα ψάρια. Το δοιάκι είναι ο (μη αφαιρούμενος από τη θέση του) τροχός με τα χερούλια, απʼ όπου τιμονεύονται τα μεγαλύτερα σκαριά, κυρίως τα «καραβόσκαρα» όπου το τιμόνι οδηγείται με συρματόσχοινα στο δοιάκι. Λαγουδέρα έχουν τα μικρά σκάφη, η οποία φοριέται πάνω στην απόληξη του τιμονιού. Βέβαια, ο σωστός τρόπος να φοβηθούν τα ψάρια (και να μην καταπονηθεί και η κουβέρτα της τράτας) είναι η χρήση ενός άλλου αντικειμένου, που και αυτού δεν γνωρίζω το όνομα: σαν ξεβουλωτήρι τουαλέτας γιγάντων ένα πράμα, δηλαδή ένα βαρύ ξύλινο κοντάρι με ένα ξύλινο ημισφαίριο στην άκρη του. Αν αυτό το εργαλείο κρατηθεί πάνω απʼ το νερό και σπρωχτεί με δύναμη απότομα, ο παφλασμός μεταδίδεται στη θάλασσα και φοβίζει τα ψάρια, που τρέχουν να φύγουν και κολλάνε στο δίχτυ (ή, μπαίνουν στο σάκο).