Πώς βρεθήκαμε πάλι να συζητάμε γενικές αρχές! Τραβάτε με κι ας κλαίω (εγώ -δεν το λέω για κάναν άλλο…)
Δεν είναι τόσο θέμε τέχνης, όσο αντιμετώπισης. Εμείς σήμερα έχουμε πάντα κάπου στο μυαλό μας την έννοια του διαπασών, του απόλυτου τόνου. Αυτή η έννοια επινοήθηκε για να καλύψει μια συγκεκριμένη ανάγκη: το να κουρδίζουν πολλά όργανα μαζί, σύμφωνα με ένα κοινά αποδεκτό σημείο αναφοράς. Όταν σε μια επιμέρους παράδοση δεν έχει προκύψει αυτή η ανάγκη, το αν ένα όργανο είναι στο Λα ή στο Σι δε σημαίνει απολύτως τίποτε για τους κατασκευαστές. Η τσαμπούνα, αν δεν παίζει μόνη της, θα παίζει μαζί με συνοδευτικά όργανα -κρουστά, κάνα έγχορδο που το κουρδίζεις όπως θες. Δεν πρόκειται να παίξει μαζί με δεύτερη τσαμπούνα, ώστε να υπάρξει ανάγκη απόλυτου κουρδίσματος. Κι αυτό έχει πάλι συγκεκριμένο λόγο που γίνεται: ο τσαμπουνιέρης όση ώρα παίζει παίρνει διαρκώς μικροαυτοσχέδιες πρωτοβουλίες, που αν ήταν να τις συντονίσει με τις πρωτοβουλίες ενός δεύτερου τσαμπουνιέρη θα έπρεπε να αλλάξει όχι το κούρδισμα αλλά ολόκληρο τον τρόπο μουσικής σκέψης και πράξης του.
Παρά ταύτα, λόγω κεκτημένης συνήθειας οι τσαμπούνες κάθε περιοχής κυμαίνονται γύρω από κάποιο σχετικά σταθερό ύψος: όλες οι τσαμπούνες της Νάξου είναι γενικά χαμηλότερες από όλες τις τσαμπούνες της Πάρου, κι αυτό συντελεί στην ηχητική φυσιογνωμία της καθεμιάς.
Και αυτό είναι σχετικό. Το ότι ένα όργανο μπορεί να παίξει περισσότερα από ένα άλλο δεν είναι κατ’ ανάγκην προτέρημα, παρά μόνο σύμφωνα με μια συγκεκριμένη οπτική.
Μέσα σε μια ομάδα αντρών ή γυναικών, από το ίδιο χωριό, ντυμένων με πραγματικές (όχι φολκλόρ) παραδοσιακές φορεσιές, όλοι θα έχουν ρούχα με το ίδιο κόψιμο, τα ίδια χρώματα, τα ίδια υφάσματα, και όμως δε θα είναι στρατιωτάκια: το προσωπικό γούστο και μεράκι καθενός αποτυπώνεται σε κάποια ελάχιστη μικρολεπτομέρεια, στο πώς κυματίζει η άκρη του κόμπου του μαντιλιού, στο κέντημα μιας γωνίτσας, στο ένα παραπάνω ή παρακάτω εκατοστό που διπλώνουν το μανίκι. Αν πάρουμε ως δεδομένα τα όρια που θέτει η φορεσιά, αυτές οι διαφορές γίνονται κραυγαλέες (για θυμήσου όταν ήσουν φαντάρος: 100 άτομα με τα ίδια ακριβώς ρούχα, κι όμως με μια ματιά ξεχώριζες τον παλαίουρα, τον προβλεπέ, τον έτσι, τον αλλιώς).
Έτσι και με τη μουσική. Τα παλιά όργανα έχουν περιορισμένες δυνατότητες, αλλά είναι περιορισμένες σύμφωνα με ένα κριτήριο που δεν απασχολούσε τότε τους ανθρώπους. Μπορεί να μην είχαν πολλούς τόνους, μεγάλη έκταση, πολλές αλλοιώσεις, αλλά από τη στιγμή που με κατάλληλη διαχείριση των όποιων δυνατοτήτων τους μπορούσαν να καλύψουν όλες τις μουσικές ανάγκες της κοινότητας (γάμο, πανηγύρι, παρεΐστικο γλέντι, κάλαντα, αποκριές, καντάδες… / ομαδικό χορό, ατομικό χορό, έκφραση ενότητας, έκφραση αντιπαράθεσης, φλερτ…) ήταν επαρκή.
Το β/ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι στηρίζεται μόνο στις φωνές. Θεωρητικά η φωνή είναι το μόνο όργανο χωρίς περιορισμούς. Κι όμως, δες πόσο στενά αυτοπεριορίζονταν: αποκλειστική χρήση 5τονικών κλιμάκων, και μάλιστα σε έκταση που συνήθως δε φτάνει καν την οκτάβα (μιλάμε για 5, 4, καμιά φορά 3 ή ακόμα και 2 μόνο νότες), τεχνική πολυφωνικής συνοδείας που σε κάθε χωριό ή περιοχή είναι ενιαία για όλα τα τραγούδια. Και όμως, μέσα σ’ αυτό το φαινομενικά ασφυκτικό πλαίσιο έκαναν τα πάντα, γεννιούνταν και πέθαιναν, χαίρονταν και λυπούνταν, αγαπούσαν και πολεμούσαν, συντηρούσαν και ανανέωναν.
Οπότε το κλαρίνο ή το βιολί δεν ήρθε να καλύψει κανένα κενό. Ήρθε να θέσει νέα κριτήρια. Αφ’ ής τα νέα κριτήρια άρχισαν να εμπεδώνονται, μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι εμφανίστηκε το κενό των παλιών οργάνων.
Άλλωστε ακόμη κι ένα κλαρίνο ή βιολί μπορεί να «μπορεί να κάνει τα πάντα», αλλά δε σημαίνει ότι το κάνει κιόλας. Σκέψου ότι υπάρχουν τόσες δυνατότητες που αξιοποιούνται σ’ ένα μέρος και όχι σ’ ένα άλλο, ώστε τελικά ακούμε και αναγνωρίζουμε περιοχές και ύφη. Αν έκαναν παντού τα πάντα το αποτέλεσμα θα ήταν η πλήρης ισοπέδωση.
Δεν υπάρχει τοπική παράδοση που για τον ανεξοικείωτο ξένο να μην ακούγεται μονότονη: τα ποντιακά με τους χιλιάδες ρυθμούς, τα ηπειρώτικα με την καταπληκτική τέχνη του κλαρίνου, τα καρπάθικα με τον μόνιμο ομαδικό αυτοσχεδιασμό, όλα ανεξαιρέτως κάνουν τον ξένο να θέλει να κόψει φλέβα. Και διερωτάται ο ξένος: καλά, οι ίδιοι πώς αντέχουν; Αντέχουν γιατί δεν κοιτάνε τον ήχο έτσι μόνο του, κοιτάνε όλα τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα πράγματα που σημαίνει γι’ αυτούς ο ήχος, τα οποία μόνο μονότονα δεν είναι. Για τον ξένο αυτά δε σημαίνουν τίποτε, όχι γιατί είναι βλάκας αλλά απλούστατα επειδή είναι ξένος. Οπότε δεν έχει τίποτε άλλο να προσέξει παρά μόνο τον ήχο, και είναι εύλογο να τον βρίσκει μονότονο, ακόμη κι αν ο ίδιος προέρχεται από μια παράδοση που ακούγεται τρεις φορές πιο μονότονη.