Η Αναπαραγόμενη μουσική

Σκαλίζοντας την βιβλιοθήκη μου ανακάλυψα ένα κείμενο του Εκο (1964)με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Το παραθέτω αυτούσιο για σχολιασμό.
Η αναπαραγόμενη μουσική
Η αναπαραγόμενη μουσική άλλαξε τους όρους της κατανάλωσης και της μουσικής παραγωγής, έτσι όπως η τυπογραφία άλλαξε τους όρους της ανάγνωσης και της λογοτεχνικής παραγωγής και στις δύο περιπτώσεις, η ποσοτική αλλαγή ήταν τέτοια που επέφερε και ποιοτικά αποτελέσματα.
Η δυνατότητα «συσκευασίας» της μουσικής δημιουργήθηκε ήδη πριν από τον προηγούμενο αιώνα, με τα οργανάκια με κύλινδρο και τις πιανόλες· όμως τα φαινόμενα αυτά παρέμειναν περιορισμένης διάδοσης μέσα σε ορισμένο πλαίσιο και αποτέλεσαν απλώς παράδοξα και μηχανική ψυχαγωγία.
Το κοινωνιολογικό πρόβλημα γεννιέται όταν, με την εφεύρεση του δίσκου και του γραμμοφώνου, με τη βιομηχανική παραγωγή αυτών των οργάνων και τη διαρκώς μεγαλύτερη οικονομική προσιτότητα του προϊόντος, η κατανάλωση της αναπαραγόμενης μουσικής γίνεται υπόθεση των μαζών. Στην αρχή, ο δίσκος προσέφερε μουσική ποιοτικά κατώτερη από τη ζωντανή, όμως βαθμιαία το προϊόν βελτιώνεται τεχνικά και με την έλευση των long play και των συσκευών Ηigh fidelity ο δίσκος κατορθώνει τελικά να επιτρέψει ιδανικές συνθήκες ακρόασης.
Στο σημείο αυτό, βλέποντας τη σημερινή κατάσταση και το πού πράγματι κατέληξε, μπορούμε να επισημάνουμε μια σειρά συνεπειών που θα ήταν δύσκολο να τις χαρακτηρίσουμε συνολικά ως απλώς αρνητικές ή απλώς θετικές. Αφορούν όχι μόνον τον δίσκο αλλά γενικά και τη ραδιοφωνική διάδοση της αναπαραγόμενης μουσικής.

  1. Η διάδοση του δίσκου επέφερε τη βαθμιαία αποθάρρυνση του μουσικού ερασιτεχνισμού. Εξαφανίζονται οι μικρές συντροφιές ερασιτεχνών που συγκεντρώνονται για να εκτελέσουν τρίο ή κουαρτέτα (επιβιώνουν ακόμη στις βόρειες χώρες, αλλά και στην Αγγλία, και για να συναντηθούν συμμετέχουν σε ανάλογα festivals oπως του Ντάρτινγκτον). Εξαφανίζεται ο ιδιώτης εκτελεστής, η δεσποινίς καλής οικογενείας που παίζει πιάνο στο σπίτι. Συνεπώς εξαφανίζεται και η αναγκαστική μουσική εκπαίδευση, που δημιούργησε γενιές καθυστερημένων νεαρών βιολιστών και την τυπική φιγούρα της ολέθριας κακότεχνης μουσικού (που με τόση δεξιοτεχνία περιγράφεται στο jigs and maggie του ΜακΜάνους). Ο κόσμος «ακούει» αναπαραγόμενη μουσική και δεν μαθαίνει πια να την «παράγει» κι ωστόσο η μουσική γίνεται κατανοητή σε βάθος όταν την παράγεις κι όχι απλώς όταν την ακούς. Τελικά, η εξαφάνιση του ερασιτέχνη αποτελεί μια πολιτιστική απώλεια και εξαντλεί ένα δυνάμει φυτώριο μουσικών δυνάμεων. Το φαινόμενο του νεαρού που παίζει τζαζ στη σπουδαστική ορχήστρα αποτελεί μια μορφή επανόρθωσης, πολλές φορές αξιόλογης, αλλά περιορισμένων διαστάσεων. Ενώ το γενικό επίπεδο των εγγραμμάτων και της παιδείας ανεβαίνει, μειώνεται ο αριθμός όσων ξέρουν να διαβάζουν μουσική. Αυτή η εξασθένηση μπορεί να προληφθεί μόνο μέσω μιας σχολικής παιδείας που θα γνωρίζει τη νέα κατάσταση, όπως δημιουργήθηκε με τη διάδοση του δίσκου.

  2. Ως θετικός αντίποδας, η διάδοση του δίσκου αποθαρρύνει τις μετρίου επιπέδου δημόσιες εκτελέσεις, αφαιρεί κάθε λόγο ύπαρξης από τα μικρά συμφωνικά συγκροτήματα και από τους θιάσους όπερας, που τριγύριζαν με tourne στην επαρχία και παρόλο που από τη μια πλευρά είχαν πολύτιμη «πληροφοριακή» λειτουργία, από την άλλη διέδιδαν κακής ποιότητας εκτελέσεις. Σήμερα, ο δίσκος ανταποκρίνεται στο ίδιο πληροφοριακό καθήκον κατά τρόπο πιο έντονο και ευρύ, προσφέροντας συγχρόνως ερμηνείες υψηλού επιπέδου. Το πεδίο της κατανάλωσης περιορίζεται στις ζωντανές εκτελέσεις που γίνονται από άξιους ερμηνευτές και στην αναπαραγωγή και εμπορία των ίδιων αυτών εκτελέσεων.

  3. Ωστόσο, μέσα από τη λειτουργία διάδοσης του, ο δίσκος μεταδίδει μόνον ένα ρεπερτόριο εμπορικά παγκόσμιο, ενθαρρύνει την πολιτιστική οκνηρία και τη δυσπιστία προς την ασυνήθιστη μουσική. Ενώ η ζωντανή συναυλία σ’ ένα αποδεκτό πρόγραμμα μπορεί να περιλάβει «λαθραία» και «δύσκολες» μουσικές που τις επιβάλλει στο κοινό της, ο δίσκος πρέπει να πουλήσει και πουλά «μόνον αυτό που ήδη αρέσει». Μέσα σ’ αυτά τα όρια, μπορεί να αντιταχθεί μια σωστή ραδιοφωνική μορφωτική πολιτική: το ραδιοφωνικό πρόγραμμα είναι εξίσου ανεξέλεγκτο με μια συναυλία.
    4.Επιπλέον, δοθείσης της διάδοσης του, ο δίσκος —έστω και χάρη σε φαινόμενα σνομπισμού— μυεί στην εκτίμηση της μουσικής τεράστιες ομάδες ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο του πολιτισμού των συναυλιών, θα ήταν άδικο να υποτιμήσουμε αυτό το γεγονός: άνθρωποι που άλλοτε δεν θα είχαν ποτέ τη δυνατότητα να ακούσουν μια συμφωνία του Μπετόβεν υπό τη διεύθυνση κάποιου μεγάλου μαέστρου, σήμερα έχουν το προϊόν στη διάθεση τους και ίσως νιώσουν την ώθηση να πλησιάσουν την ίδια μουσική στη ζωντανή μετάδοση της αίθουσας συναυλιών.

  4. Στο σημείο αυτό γεννιέται το πρόβλημα μήπως η άκρα διαθεσιμότητα του ηχητικού προϊόντος, είτε μέσω των δίσκων είτε μέσω του ραδιοφώνου, καθώς αναιρεί την προσπάθεια που έπρεπε να καταβληθεί άλλοτε για να «σταθούμε αντάξιοι» της μουσικής (να την παράγουμε οι ίδιοι ή να υποστούμε τον οργανωτικό μόχθο ενός προσκυνήματος στην πλησιέστερη αίθουσα συναυλιών, αποδεχόμενοι όλο το τελετουργικό και προδιατιθέμενοι ψυχολογικά για μια συνειδητή και υπολογισμένη κατανάλωση), συντελεί στην ισοπέδωση της ευαισθησίας και στην υποβάθμιση της μουσικής που δεν θα είναι πια αντικείμενο συνειδητής «ακρόασης», αλλά ηχητικό υπόβαθρο της «ακοής», σαν κοινό σχόλιο άλλων καθημερινών δραστηριοτήτων, της ανάγνωσης, του φαγητού, της συζήτησης ή της συναισθηματικής συνομιλίας. Η δυνατότητα για έρωτα με μουσικό «φόντο» εγχόρδων, που κάποτε ανήκε αποκλειστικά στους πιο λάγνους μονάρχες, σήμερα είναι στη διάθεση οποιουδήποτε εστέτ μικροαστού. Αν προσθέσουμε στους δίσκους και τη ραδιοφωνική διάδοση ή την καλωδιακή μετάδοση εκπομπών —τυπικού οργάνου για τη δημιουργία μουσικών υποβάθρων— θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον σημαντικό και νέο στην ιστορία των προτιμήσεων και των ηθών. Και αν οι συνέπειες μπορούν να περιοριστούν όσον αφορά τη διάδοση της «λόγιας» μουσικής, το πανόραμα αλλάζει περνώντας στην ελαφρά μουσική.

  5. Στο πεδίο της ελαφράς μουσικής —χωρίς να θέτουμε το πρόβλημα της αισθητικής αξίας αυτού του είδους προϊόντων—, ο δίσκος, το ραδιόφωνο, οι καλωδιακές εκπομπές και τα juke boxes προσφέρουν στον σημερινό άνθρωπο ένα είδος μουσικού «συνεχούς», όπου καλείται όλες τις στιγμές της ημέρας. Το ξύπνημα, τα γεύματα, η δουλειά, τα ψώνια στα μεγάλα μαγαζιά, η διασκέδαση, το ταξίδι με το αυτοκίνητο, ο έρωτας, η βόλτα στην εξοχή, οι στιγμές που προηγούνται του ύπνου, εξελίσσονται σ’ αυτό το «ηχητικό ενυδρείο», όπου η μουσική δεν καταναλώνεται πια ως μουσική;
    αλλά ως «θόρυβος». Αυτός ο θόρυβος έχει γίνει τόσο απαραίτητος για τον σύγχρονο άνθρωπο που σε λίγες γενιές θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής στη νευρική δομή της ανθρωπότητας.

  6. Η διάδοση της ελαφρύς μουσικής συντελεί στην εξομοίωση των προτιμήσεων
    κάθε λαός καταναλώνει και εκτιμά το ίδιο είδος μουσικής. Πεθαίνουν οι αυτόνομοι μουσικοί πολιτισμοί.

  7. Συνεπώς, η αναπαραγόμενη μουσική με άριστη ερμηνεία, που τίθεται σε κοινή διάθεση, ανακόπτει τη λειτουργία της λαϊκής μουσικής ως αυτόχθονης παραγωγής καταναλωτικής μουσικής. Εφόσον το όργανο της εκκλησίας αντικαταστάθηκε με τα μεγάφωνα, κανένας παπάς του χωριού δεν θα αισθανθεί την ανάγκη να παραγγείλει ή να συνθέσει μόνος του ένα νέο stille nacht στα πανηγύρια, τα juke boxes και τα γραμμόφωνα αντικαθιστούν τους τραγουδιστάδες, από τις ταβέρνες εξαφανίζεται ο κιθαρίστας ή ο ακορντεονίστας, όπως και από τις γαμήλιες γιορτές ή τα βαφτίσια της υπαίθρου.

  8. Καθώς υπόκειται στους οικονομικούς νόμους που χαρακτηρίζουν κάθε βιομηχανικό προϊόν αντίθετα με όσα ίσχυαν για την αυτόχθονη παραγωγή,
    η αναπαραγόμενη μουσική πρέπει να καταναλώνεται αστραπιαία και να γερνάει γρήγορα, έτσι ώστε να δημιουργείται η ανάγκη ενός νέου προϊόντος. Έτσι υπάρχει πίεση από την αγορά, όπως συμβαίνει και με τα αυτοκίνητα και τις γυναικείες φούστες, ώστε τα στυλ να δύουν γρήγορα και οι δίσκοι να «φεύγουν από τη μόδα». Σήμερα το τουίστ είναι ήδη ξεπερασμένο σε σχέση με το μάντισον κι αυτό σε σχέση με το σερφ. Αν αυτός ο ρυθμός επιτάχυνσης υποβάλλει την ευαισθησία σ’ ένα είδος νευρωτικής διέγερσης, από την άλλη της επιβάλλει επίσης μια γυμναστική και της απαγορεύει την προσκόλληση σε σταθερές φόρμουλες, πράγμα που χαρακτήριζε τους λαϊκούς μουσικούς πολιτισμούς και αποτελούσε έναν παράγοντα συντηρητισμού.
    Η λειτουργία που είχαν αυτές οι παραδόσεις, να διατηρήσουν μέσω των αιώνων ένα ορισμένο ύφος ή μια ορισμένη τεχνική στις ερμηνείες, σήμερα έχει αναληφθεί από τις ντισκοτέκ.
    Επιπλέον, οι ανθρώπινες ομάδες έπαψαν να έχουν μουσικές ρίζες και στους αιώνες που έρχονται δεν θα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, πράγμα που ισχύει ακόμη σήμερα, μέσα από τα ρεπερτόρια των παραδόσεων τους, τα οποία μπορούν να ανακαλέσουν μια ολόκληρη ιστορία κι ένα ήθος.
    Το γεγονός ότι έγινε δυνατή η αναπαραγωγή της μουσικής με τεχνικά μέσα επηρέασε κατ’ αρχήν την παραγωγή αυτής της ίδιας της μουσικής. Στη συνέχεια, υποκίνησε την παραγωγή μουσικής που επινοούνταν ακριβώς για τη συσκευή αναπαραγωγής, στον χώρο τόσο της «καταναλωτικής», όσο και της «λόγιας» μουσικής.

  9. Το στυλ της καταναλωτικής μουσικής καθορίστηκε από τους όρους κατανάλωσης. Το γεγονός ότι μια ορισμένη ελαφρά μουσική καταναλωνόταν ως υπόκρουση άλλων δραστηριοτήτων προκάλεσε τη γέννηση του crooner, του εμπιστευτικού τραγουδιστή, της μουσικής που ψιθυρίζεται και δημιουργεί «ατμόσφαιρα», η οποία σημάδεψε και σημαδεύει μια εποχή στο τραγούδι η διάδοση των juke boxes, που τοποθετήθηκαν σε μπαρ και σε άλλους δημόσιους χώρους, και επομένως προορίζονταν να xρησιμοποιούνται σε υψηλή ένταση, προκάλεσε τη δημιουργία μιας μουσικής που έπρεπε να εκτελείται σε υψηλή ένταση: είναι γνωστό ότι τα τραγούδια με τα ουρλιαχτά επικυρώθηκαν μέσω του κυκλώματος των juke boxes και όχι των δίσκων
    ή του ραδιοφώνου.

  10. Το στυλ της αναπαραγόμενης μουσικής καθορίστηκε από την τεχνική φύση των μέσων αναπαραγωγής. Το τραγούδι τύπου Μίνας ή Μπέτυ Κέρτις υποβλήθηκε από τις δυνατότητες των θαλάμων με ηχώ· το τραγούδι που σταματά και ξαναρχίζει, τυπικό των Piatters στο Only you, έγινε δυνατό με τη μαγνητική ηχώ. Είναι γνωστό ότι στους περισσότερους σημερινούς τραγουδιστές, η ζωντανή ακρόαση δίνει κατώτερα αποτελέσματα από τις ηχογραφήσεις τους. Το καταναλωτικό τραγούδι προσεγγίζει όλο και πιο πολύ σ’ ένα προϊόν «που δημιουργήθηκε για να ηχογραφηθεί», κι όχι σ’ ένα προϊόν που δημιουργήθηκε, τραγουδήθηκε και ηχογραφήθηκε «αργότερα».(playback)

  11. Επιπλέον, οι νέοι τύποι μουσικής για ερασιτέχνες υποβλήθηκαν από την κατοχή οργάνων ηχογράφησης. Το φαινόμενο μιας ομάδας φίλων που συγκεντρώνονται για να παράγουν ένα μουσικό αποτέλεσμα, περίεργοι για την ηχογράφηση του σε ταινία, συχνά πειραματιζόμενοι με φυσικούς ήχους, δεν έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία, εξαιτίας αποκλειστικά οικονομικών λόγων, επειδή τα καλά μαγνητόφωνα είναι αρκετά ακριβά και ελάχιστα διαδεδομένα. Τη στιγμή που θα βρεθούν στη διάθεση των μαζών, όπως συμβαίνει με τους δίσκους, θα μπορούσαν να πιστοποιηθούν φαινόμενα ερασιτεχνισμού με απρόβλεπτα αποτελέσματα, προς δύο κατευθύνσεις από τη μια, προς πειραματικές ασκήσεις νέων ηχητικών δυνατοτήτων, από την άλλη, προς μια αναβίωση λαϊκών ρεπερτορίων που θα αναγεννηθούν χάρη στην προκλητική παρουσία του μαγνητοφώνου (και μας προξενεί χαρά να υπογραμμίσουμε πως η γοητεία που ασκεί το μαγνητόφωνο των εθνολόγων της μουσικής, οι οποίοι τριγυρνούν στις πιο υπανάπτυκτες περιοχές της χώρας μας, υποκινεί τους ντόπιους να αναβιώνουν παραδοσιακά τραγούδια εγκαταλελειμμένα από χρόνια).

  12. Το μαγνητόφωνο, ως τεχνικό μέσο, υποβάλλει στον ίδιο τον εκτελεστή νέες δυνατότητες χειρισμού του προϊόντος του, με συχνά ενδιαφέροντα αισθητικά αποτελέσματα. Από τη μια, έχουμε εδώ και καιρό τους μουσικούς της τζαζ που καταγράφουν σε ταινίες τα jam sessions για να μπορέσουν αργότερα να απομονώσουν τις στιγμές που ο αυτοσχεδιασμός τους αγγίζει τις καλύτερες του αιχμές. Από την άλλη, έχουμε παραδείγματα μουσικών που ηχογραφούν σε περισσότερες από μία μαγνητοταινίες διάφορα μουσικά κομμάτια, τα οποία τα ερμηνεύουν με το όργανο τους και τα υποβάλλουν σε μια έρευνα των αποτελεσμάτων της πολυφωνίας, που μπορούν να κυμαίνονται από εμπορικά έως αποτελέσματα υψηλής ερμηνείας.

Swto to keimeno htan KATAPLHKTIKO!
S euxaristoume yia ton kopo sou na to Breis , antiyrapseis kai parousiaseis.
Stauros.

Ο Εκο, όπως και άλλοι σύγχρονοι (πχ. Τσόμσκι), ανήσυχος παρατηρητής και κοφτερό μυαλό, κατάφερε το εξής ακατόρθωτο: Ενώ μοιάζει να απουσιάζει η υλιστική διαλεκτική από τη σκέψη του, καταλήγει σε ισοδύναμα συμπεράσματα που ξεβρακώνουν την λεγόμενη «ελεύθερη» οικονομία και τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησής της. Και αυτό νομίζω πως είναι πάρα πολύ δύσκολο και μπράβο του. Γιατί είναι σαν να καταφέρεις να ζωγραφίσεις μια ίσια γραμμή με το… διαβήτη, έχοντας πεισμώσει να μην χρησιμοποιήσεις τον χάρακα σε καμία περίπτωση!

Ο φίλος μας ο Ουμπέρτο με λίγα λόγια λέει πως η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση (σκέτο «ΕΤΕ» για τους φίλους) έχει τα καλά της, έχει και τα κακά της, και πως σε κάποιες εκφάνσεις της απελευθερώνει τον άνθρωπο ενώ σε κάποιες άλλες τον σκλαβώνει περισσότερο. Τίποτα το καινούργιο ως εδώ.

Εκεί που πρωτοτυπεί (και του βγάζω το καπέλο) είναι με τη διείσδυση σε βάθος που κάνει στο ακανθώδες ζήτημα της εμπορευματοποίησης του καλλιτεχνικού προϊόντος. Και εκεί παίζει πολλή και καλή μπάλα.

Νομίζω πάντως πως το θέμα που ουσιαστικά πραγματεύεται δεν είναι η αναπαραγόμενη μουσική, αλλά η εμπορευματοποιημένη μουσική. Απλά αναπτύσσεται πάνω στη δυνατότητα αποθήκευσης της μουσικής, που - πως να το κάνουμε; - δεν τίποτα άλλο παρά η ικανή και αναγκαία συνθήκη για την εμπορευματοποίησή της. Ετσι δεν είναι;

Αλλά έτσι ξαναγυρνάω στην πρώτη μου παράγραφο.

Σωστός ο Σωτήρης που έφερε το κείμενο στο forum.

ΚΚ

O Eco διακατέχεται από διαλεκτική αναπηρία , ερμηνεύει τα φαινόμενα με βάση τις προφανείς τους αιτίες και όχι την δομική τους σχέση αληλεπίδρασης .
Παρ όλα αυτά δημιουργεί ένα κρίκο χρήσιμο στην διαλεκτική μελέτη και πρώιμα αναγνωρίζει
Τον ρόλο της τεχνολογικής εξέλιξης στην πολιτισμική διαφοροποίηση αλλά και στην
Παγκοσμοιοποίηση της τέχνης.
Ας σταθούμε σε ορισμένα από τα γραφόμενα του.
“ Η διάδοση του δίσκου επέφερε τη βαθμιαία αποθάρρυνση του μουσικού ερασιτεχνισμού”
Δηλαδή το προιόν «κονσέρβα» δίσκος θέτει κάποια λειτουργικά στάνταρ και ορίζει την ποιότητα του αγαθού «μουσική».
Πράγμα που φέρνει την ανάγκη δεξιοτεχνικών εκτελέσεων προς εμπορία και καταχωνιάζει τον μπαγλαμά του Μπάτη για πολλά χρόνια κατω από το αστραφτερό ηλεκτρόφωνο.
Ο καταναλωτής – ακροατής αποκτά συγκεκριμένη γκάμα απαιτήσεων για πιστοποιημένα
Μουσικά προιόντα κάποιου συγκεκριμένου ύφους και τεχνοτροπίας.
Η διάρκεια του δίσκου καθορίζει την μορφή του κομματιού παράλληλα με το περιεχόμενο του.
Ο όποιος αυθορμητισμός πάει σιγά σιγά περίπατο και αντικαθίσταται από συγκεκριμένες
Φόρμουλες επιτυχίας.
«Ο κόσμος «ακούει» αναπαραγόμενη μουσική και δεν μαθαίνει πια να την «παράγει» κι ωστόσο η μουσική γίνεται κατανοητή σε βάθος όταν την παράγεις κι όχι απλώς όταν την ακούς»
Η παραγωγή εξελίσεται από «οικοτεχνική» σε «βιομηχανική» και αρχίζει η κατανάλωση
με καινούργιους όρους και κανόνες , το προιόν στοχεύει πια πιο ρηχά και αυξάνει τους
χρήστες καταναλωτές του.
« Ωστόσο, μέσα από τη λειτουργία διάδοσης του, ο δίσκος μεταδίδει μόνον ένα ρεπερτόριο εμπορικά παγκόσμιο, ενθαρρύνει την πολιτιστική οκνηρία και τη δυσπιστία προς την ασυνήθιστη μουσική»
Εδώ ο Eco ρίχνει βόμβα για τα δεδομένα του 1964 και μιλά ξεκάθαρα για τον ρόλο της
παγκοσμοιοποίησης στην εξαφάνισης κάθε λαικής και τοπικής κουλτούρας ,μας λέει ξεκάθαρα οτι θα μάθουμε όλοι να μας αρέσουν τα ίδια πράγματα και ότι κάθετι διαφορετικό θα αποκεφαλίζεται .
« Στο πεδίο της ελαφράς μουσικής —χωρίς να θέτουμε το πρόβλημα της αισθητικής αξίας αυτού του είδους προϊόντων—, ο δίσκος, το ραδιόφωνο, οι καλωδιακές εκπομπές και τα juke boxes προσφέρουν στον σημερινό άνθρωπο ένα είδος μουσικού «συνεχούς», όπου καλείται όλες τις στιγμές της ημέρας. Το ξύπνημα, τα γεύματα, η δουλειά, τα ψώνια στα μεγάλα μαγαζιά, η διασκέδαση, το ταξίδι με το αυτοκίνητο, ο έρωτας, η βόλτα στην εξοχή, οι στιγμές που προηγούνται του ύπνου, εξελίσσονται σ’ αυτό το «ηχητικό ενυδρείο», όπου η μουσική δεν καταναλώνεται πια ως μουσική αλλά ως «θόρυβος».
Πολύ προφητικός ο Umberto κατανοεί 36 χρόνια πρίν το αισθητικό χάλι που θα προκύψει
Με την συμπίεση της μουσικής παραγωγής στο επίπεδο {αγαθο-ανάγκη} και την δημιουργία αναγκών για να καλυφθούν από τα παραγόμενα αγαθά.
«Η διάδοση της ελαφράς μουσικής συντελεί στην εξομοίωση των προτιμήσεων
κάθε λαός καταναλώνει και εκτιμά το ίδιο είδος μουσικής. Πεθαίνουν οι αυτόνομοι μουσικοί πολιτισμοι»
Ένα αρκετά εύπεπτο μουσικό είδος δημιουργείται με στόχο την παγκόσμια αποδοχή του και
Κατανάλωση.
«η αναπαραγόμενη μουσική πρέπει να καταναλώνεται αστραπιαία και να γερνάει γρήγορα, έτσι ώστε να δημιουργείται η ανάγκη ενός νέου προϊόντος»
Εδώ κι αν επιβεβαιώνεται, μας δίνει τον ορισμό του Σουξέ.
«το στυλ της καταναλωτικής μουσικής καθορίστηκε από τους όρους κατανάλωσης»
«το στυλ της αναπαραγόμενης μουσικής καθορίστηκε από την τεχνική φύση των μέσων αναπαραγωγής»
«Το καταναλωτικό τραγούδι προσεγγίζει όλο και πιο πολύ σ’ ένα προϊόν που δημιουργήθηκε για να ηχογραφηθεί»,
Έναν έναν θέτει τους όρους που πρέπει να πληρεί το προιόν που δημιουργείται με στόχο
ΜΟΝΟ την κατανάλωση.
Αφήνει όμως κι ένα ανοιχτό παραθυράκι «Τη στιγμή που θα βρεθούν στη διάθεση των μαζών(τα μαγνητόφωνα) όπως συμβαίνει με τους δίσκους, θα μπορούσαν να πιστοποιηθούν φαινόμενα ερασιτεχνισμού με απρόβλεπτα αποτελέσματα, προς δύο κατευθύνσεις από τη μια, προς πειραματικές ασκήσεις νέων ηχητικών δυνατοτήτων, από την άλλη, προς μια αναβίωση λαϊκών ρεπερτορίων που θα αναγεννηθούν χάρη στην προκλητική παρουσία του μαγνητοφώνου.
Το παραθυράκι αυτό το ανοίγουμε εμείς σήμερα, με τρομακτικά μέσα στην διάθεση μας
Cd,mp3,md software βελτίωσης και καθαρισμού του ήχου και είναι χρέος μας η ευρεία
Διάδοση του αρχείου που ο καθένας μας διαθέτει καθώς και η μελέτη του υλικού για συμπεράσματα αλλά και για την γνωστοποίηση του στις επόμενες γενεές μπας και
γλυτώσει κανείς και δεν γίνουμε όλοι αμερικανάκια.

Το κείμενο αυτό με απασχολεί από προχτές, πλην όμως δεν βρήκα τον χρόνο να γράψω μια εμπεριστατωμένη θέση (θέλει κάμποση δουλειά κάτι τέτοιο). Σαν πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, μου δημιούργησε μιαν εντύπωση εύκολης γενίκευσης παρόλο που οι επιμέρους παρατηρήσεις του είναι ορθές. Η δική μου θέση (χονδρικά) είναι πως ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΤΕΧΝΗ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ και πως (άρα) ΠΑΝΤΑ ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΝΤΑΝ ΚΑΙ ΜΕ ΟΡΟΥΣ ΑΓΟΡΑΣ. Από τον Μπαχ που έφτιαχνε ένα διαφορετικό ορατόριο κάθε Κυριακή για να κρατήσεις στο ναό τους πιστούς του και τον Ρήγα που επένδυσε μουσικά τον Θούριο για να τον διαδώσει πιο εύκολα, μέχρι τον Μάρκο που έπαιζε καλαματιανά στα πανηγύρια και τους ΕΛΑΣίτες που μεταγλώτιζαν γνωστά εμβατήρια, ΟΛΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΑΝ ΚΑΙ ΜΕ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Και δεν είναι καθόλου “κακό” αυτό.
Επιπλέον, μου φαίνεται πολύ “απλοϊκή” η άποψη του Έκο πως “οι ανθρώπινες ομάδες έπαψαν να έχουν μουσικές ρίζες και στους αιώνες που έρχονται δεν θα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους”. Στην πραγματικότητα, πάντοτε συνέβαινε ΜΕΡΙΚΩΣ αυτό και ποτέ δεν συνέβη ούτε μπορεί να συμβεί ΠΛΗΡΩΣ. Δηλαδή, θέλετε να μου πείτε πως θα πάψει ο Στεριανός Έλληνας να ακούει και να παίζει κλαρίνα όπου κι αν βρεθεί στη γή; Αδύνατον. Το μόνο που θ’ αλλάξει είναι η τεχνοτροπία στο παίξιμο (δες π.χ. την διαφορά Γκαντίνη- Ανεστόπουλου, μιας και μιλάμε για κλαρίνο) και ενδεχομένως τα μέσα (ηλεκτρισμός, όργανα συνοδείας κλπ). Από την άλλη, πάντοτε συνέβαινε αυτό: πήγαινε π.χ. ο Κυκλαδίτης ναυτικός στην Ιταλία (ή ερχόντουσαν αυτοί εδώ, το ίδιο κάνει) και μάθαινε τον βασικό καμβά της μελωδίας π.χ. του μπάλλου, τον οποίον σιγά σιγά καθιέρωνε στην πατρίδα του και έφτασε σε μας νάναι “παράδοση”.
Εν ολίγοις, θαρρώ πως η ουσιώδης διαφορά “πριν” και “μετά”, δεν έγκειται στην καταγραφή/αναπαραγωγή της μουσικής (δηλ. στην δισκογραφία) αλλά στους ΤΡΟΠΟΥΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ, οι οποίοι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την συνολική ευκολία διάδοσης της πληροφορίας στον 20ο αιώνα. Η δημιουργία ενός συνολικού “μουσικού μέσου γούστου - πολτού” οφείλεται κατά κύριο λόγο στην τηλεόραση και όχι στον δίσκο, ακριβώς όπως και η δημιουργία στον χώρο του θεάματος ενός “μέσου θεατή - παθητικού καταναλωτή”.

Αλλ’ αυτό είναι πολύ μεγάλη κουβέντα…

Φραγκίσκος
που

Να τι εννοούσα λέγοντας ότι απουσιάζει η διαλεκτική σκέψη. Ο Εκο συνέγραψε - όπως συνηθίζει - έναν αχταρμά από προτάσεις, προσέχοντας έτσι ώστε όλες μαζί να δίνουν πρώτα απ’ όλα κάποιο αισθητικό αποτέλεσμα και δευτερευόντως κάποιο νοηματικό.
Μας εξήγησε τις συνέπειες της «συσκευασιμότητας» του μουσικού προϊόντος και (όπως συμβαίνει πάντα) το συνέκρινε με την τυπογραφία. Τα ίδια λένε τώρα και για το Ιντερνέτ. Είναι εμπορικό; Δεν είναι; Αν δεν είναι, να γίνει ή να μη γίνει;
Μα τι μαλακίες είναι αυτές;
Μου θυμίζει το κοριτσάκι ενός φίλου μου που, επειδή αυτός είχε ντεσεβώ, η κορούλα του όλα τα αυτοκίνητα τα έλεγε κι αυτά ντεσεβώ.
Η μουσική – λέει ο Εκο - έγινε «εμπόρευμα». Και σαν τέτοιο «υπόκειται στους οικονομικούς νόμους που χαρακτηρίζουν κάθε βιομηχανικό προϊόν».
Σωπάτε καλέ κύριε! Μας συνθλίβει το βάρος της σκέψης σας.

Απλά είναι τα πράγματα:

  • Το εμπόρευμα στις σύγχρονες κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες, δεν είναι τίποτα άλλο από οποιοδήποτε (απτό ή μη) αντικείμενο προσφέρει υπηρεσία στον άνθρωπο. Να καλύπτει μια ανάγκη του. Δεν έχει σημασία αν αυτή είναι βιολογικού ή ηθικού χαρακτήρα.

  • Κάθε εμπόρευμα έχει worth (αξία χρήσης) και value (ανταλλακτική αξία – «τιμή» αν θέλετε). Η ανταλλακτική του αξία αυξάνει όσο αυξάνει η ενσωματωμένη σε αυτό εργατική δύναμη για την παραγωγή του και για να φτάσει ως εμάς.

  • Κάποια εμπορεύματα έχουν πρόδηλη και ενσωματωμένη την αξία χρήσης τους, χωρίς να έχουν ανταλλακτική αξία – «τιμή», όπως μια ωραία παραλία, ένα ερωτικό ηλιοβασίλεμα. Ομως, αν πρέπει να πάει κάποιος φωτογράφος να το αποτυπώσει, να το πάει στο διαφημιστή, να παράγει διαφημιστικό σποτάκι, να πάει στον κυριακάτικο τύπο ή στην τηλεόραση, για να φτάσει ως εμάς σαν «Επισκεφθείτε την εκπληκτική Σαντορίνη», το εμπόρευμα ΔΕΝ είναι η νήσος Θήρα, ούτε το θαλάσσιο ύδωρ που την περιβάλλει, ούτε ο πλανήτης ήλιος. Εμπόρευμα είναι η διαφήμιση, και βέβαια οι υπηρεσίες της ναυτιλιακής εταιρείας που θα σε πάει και θα σε φέρει. Αυτά αγοράζεις αν - υποκινούμενος από τη διαφήμιση - πας εκεί! Οχι πως το νησί δεν είναι πανέμορφο.

  • Στη λεγόμενη σύγχρονη «μουσική» σκηνή, εμπόρευμα είναι το βυζί της Μαντόνας και το βρακί της Δέσποινας. Δεν είναι το τραγούδι, δεν είναι η μουσική και οι στίχοι, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Εντελώς άλλες - τεχνητές ή μη - ανάγκες ηδονοβλεψίας, εφησυχασμού (ενασχόληση με μπούρδες) και διαφόρων άλλων τύπων αυταπάτης και απάτης καλύπτονται.

  • Τώρα, αν κάποιοι φτάνουν να τους ΑΡΕΣΕΙ κι από πάνω, ε – τι να κάνουμε;
    Πάντα υπήρχαν και μαλάκες.

Αυτά (για την ώρα!)

ΚΚ

Άλλη μια σημαντική ανάρτηση που αξίζει να ξαναβγεί στην επιφάνεια.

Μάλιστα, μερικοί σχολιαστές θεωρούν ότι επειδή ο Έκο δεν γράφει με ύφος αριστερού αγκιτάτορα δεν κατέχει από διαλεκτική :Ρ

Πάντως σε μερικά σημεία μου φαίνεται ότι κινδυνολογεί, πολλοί μαθαίνουν όργανα, είτε με δασκάλους και μεθόδους, είτε εμπειρικά, και εξακολουθεί να παράγεται τοπική μουσική. Μπορεί να πρωτακούω κάποια μουσική από το δίσκο αλλά στην πορεία αν μου αρέσει θα κάτσω να το βγάλω στην κιθάρα και θα το ανα-παράξω. Παρτιτούρες εξακολουθούν να κυκλοφορούν και να αγοράζονται, και ακόμα κι αν δεν ξέρω να διαβάζω παρτιτούρα υπάρχουν ταμπλατούρες, σύμβολα συγχορδιών κλπ. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι σαν μουσικόφιλος δεν εξαρτώμαι αποκλειστικά από την τοπική μουσική (ανα)παραγωγή, το τι τραγουδά η τοπική χορωδία, η τοπική ορχήστρα, μπάντα κλπ, ή το ποιος καλλιτέχνης θα περάσει απο εδώ για τουρνέ, και κρίνω την τοπική παραγωγή σε σύγκριση με τη δισκογραφία.

Και οι τοπικές διαφορές πάντα θα υπάρχουν, ακόμα κι αν ακούμε την ίδια μουσική. Τα τραγούδια των Τρυπών είχαν μια διαφορετική λειτουργία και απευθύνονταν σε ένα διαφορετικό κοινό στη Λεμεσό π.χ σε σύγκριση με τη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο με τους Status Quo στην Αγγλία και στην Αθήνα κλπ κλπ. Υπάρχει ένα κείμενο του Φαληρέα νομίζω στη βιογραφία του Σαββόπουλου που περιγράφει πως συνειδητοποίησε ότι ένα αμερικάνικο συγκρότημα που φιλοξενούσε είναι “ίδιοι με τους τουρίστες που λυμαίνουν τις ακτές μας”, και στράφηκε στις “ρίζες”.

Εγώ θα σχολιάσω σ’ ένα πολύ πιο ταπεινό επίπεδο από αυτό του ίδιου του κειμένου:

Ως μαρτυρία, μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το πόσο μπορεί (έστω κατά την εκτίμηση του Έκο) να επέδρασε το τζουκ-μποξ, μία εφεύρεση που σήμερα είναι εντελώς ξεπερασμένη και την ξέρουμε μόνο από ταινίες και παλαιοπωλεία. Και η πλάκα γραμμοφώνου ξεπεράστηκε, αλλά αντικαταστάθηκε από τον δίσκο, την κασέτα, το σιντί, το μπ3. Μέσα από μεταμορφώσεις υπάρχει και σήμερα, ξέρουμε πώς χρησιμοποιείται και άρα μπορούμε να φανταστούμε περίπου και πώς χρησιμοποιόταν παλιότερα. Το τζουκ-μποξ όμως;

Πράγμα που μου θυμίζει και το εξής: Η κασέτα, που όσο υπήρχε την είχαμε για φτηνό και πρόχειρο μέσο, φέρεται να συνιστά τη μεγαλύτερη επανάσταση σ’ αυτή την τεχνολογία από τον καιρό του Έντισον μέχρι τουλάχιστον την εφεύρεση της ψηφιακής ηχογράφησης. Το είχα διαβάσει σ’ ένα άλλο βιβλίο και είχα παραξενευτεί. Άντε ρε, η ψωροκασέτα; Όχι το ΛΠ ή κάτι άλλο;
Και όμως, η μαγνητοταινία ήταν που επέτρεψε αφενός τις πολλές δοκιμές προ της τελικής ηχογράφησης, αφετέρου τη στερεοφωνία και την εγγραφή τρακ μπαϊ τρακ, και τέλος -για να έρθω πιο κοντά στον Έκο- τη φτηνή και απεριόριστη κατ’ οίκον παραγωγή αντιγράφων.

Εγώ την έζησα αρκετά έντονα την εποχή του τζουκ μποξ. Το πρωτοσυνάντησα όχι στην Ελλάδα αλλά στη δυτική Ευρώπη (μάρκα Rock – Ola), και είχα μείνει θαμπωμένος αντιμετωπίζοντάς το περίπου σαν μαγικό κουτί. Αργότερα, όταν ήρθε και στην Ελλάδα (δημοφιλέστερη μάρκα το Wurlitzer) εξοικειωθήκαμε όλοι οι πιτσιρικάδες με τη χρήση του. Υπήρχαν μάλιστα και μοντέλα με μικτή δισκοθήκη 78 και 45 στροφών. Δύο ήταν οι τόποι όπου το μηχάνημα αυτό είχε θέση, κυρίως: οι ταβέρνες και τα “φλιπεράδικα”, άλλο πάλι προϊόν της τότε τεχνολογίας με μαγική επίδραση. Στις πρώτες, το ρεπερτόριο είχε σχεδόν αποκλειστικά λαϊκά της εποχής και δημοτικά, στα δεύτερα τις επιτυχίες της ξένης χορευτικής μουσικής. Στις ταβέρνες, γρήγορα το τζουκ μποξ ανέλαβε “καθήκοντα” υποκατάστατου ζωντανής ορχήστρας, όπου η επιλογή κομματιού μέσω ρίψεως του κέρματος (μία δραχμή για πολλά χρόνια) επείχε θέσιν “παραγγελίας”. Έτσι, σε ταβέρνα της Ύδρας και σε ηλικία ύστερης εφηβείας έμαθα “the hard way” τους κανόνες που ήταν υπεύθυνοι για τους συχνότατους καβγάδες σε πανυγήρια για την πρωτιά της παραγγελίας: ενώ δεν είχα ρίξει εγώ τη δραχμή, σηκώθηκα να χορέψω. Ο ρίψας το κέρμα σηκώθηκε και αυτός, δευτερόλεπτα αργότερα, και με τις στροφές του κορμιού του (δίμετρος με κοιλάρα τεράστια και υπερβαρέων βαρών) με πλεύρισε, με άρπαξε απ΄ τους ώμους και με ένα τίναγμα της κοιλιάς με πέταξε σε μία γωνία της ταβέρνας.

Μου αρέσει πολύ το κείμενο
Μου προκαλεί πραγματικά έκπληξη το πως μεγάλη μερίδα της μουσικής που αποκαλούμε σήμερα κλασσική, δημιουργήθηκε για …μαζώξεις στο παρελθόν. Υπήρχε μια ζωντάνια, αυθορμητισμός και φυσικά κατανόηση για την τότε σύγχρονη τέχνη. Υπήρχε επίσης η τέχνη του αυτοσχεδιασμού σε κλασσικές φόρμες, και φυσικά της διασκευής/μεταγραφής. Συνθέτες όπως Liszt έβαλαν μεγάλο μέρος του ορχηστρικού ρεπερτορίου σε κάθε σπίτι, μεταγράφοντας ολόκληρες συμφωνίες για πιάνο (συχνά για 4 χέρια…όχι ότι μπορεί πολύς κόσμος να τα παίξει αυτά τα πράγματα).
Μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου κουαρτέτου εγχόρδων πρωτοπαρουσιάστηκε σε σαλόνια σπιτιών, όχι σε αίθουσες.
Αυτή η σοβαροφάνεια που επικρατεί σήμερα σε ότι έχει σχέση με την ερμηνεία αυτής της μουσικής ίσως είναι αυτό που ξενίζει και τον Εκο. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η ερμηνεία της κλασσικής μουσικής σήμερα έχει ίσως χάσει τον δρόμο της σε σχέση με τον αρχικό σκοπό ύπαρξής της. Τεράστιες αίθουσες συναυλιών, ηχογραφήσεις και γενικότερα μια κατάσταση που δυσκολεύει την κατανόηση του πνεύματος.
Ισως αυτό να μας προβληματίσει για το πως θέλουμε να διαφυλάξουμε τον αυθορμητισμό και την ζωντάνια του ρεμπέτικου.
Είχα ρωτήσει στο παρελθόν εδώ κάτι ανάλογο αλλά το θέμα δεν αναπτύχθηκε πολύ.

Επεξεργασία…το ξαναδιάβασα αυτό που έγραψα…ίσως βγαίνω λίγο εκτός θέματος . Ελπίζω αυτά που λέω να έχουν κάποια σχέση…

Από συντονιστή: Δεν βγαίνεις καθόλου εκτός θέματος, Αλέξανδρε.

Αποκάλυψη!!

Πάντοτες απορούσα γιατί το να μεταγράψει ένας συνθέτης ένα έργο άλλου συνθέτη για διαφορετικό είδος ορχήστρας θεωρείται κι αυτό έργο, περιλαμβάνεται στην εργογραφία του μεταγράψαντος και γενικά γιατί δίνεται τόση σημασία στο γεγονός. Ο καθένας που παίζει με την κιθαρίτσα του ένα τραγούδι που στον ορίτζιναλ δίσκο έχει δύο κιθάρες - ντραμς - μπάσο, αυτή τη δουλειά δεν κάνει; Και δεν το κάνει ζήτημα!

Το σχόλιο του Αλκ ξαφνικά φωτίζει τη σημασία της μεταγραφής: Προ της διάδοσης του δίσκου η μουσική (αυτή η μουσική) μεταδιδόταν κυρίως με τις έντυπες παρτιτούρες. Λοιπόν ένα συμφωνικό έργο, απλούστατα δε θα έφτανε ποτέ σε κανέναν εκτός από όσους είχαν τη δυνατότητα να το ακούσουν σε μια αίθουσα: οι τυχόν διαθέσιμες παρτιτούρες θα ήταν ή αποσπασματικές (μόνο τα μέρη ενός οργάνου) ή υπερβολικά ογκώδεις, δυσανάγνωστες και δύσχρηστες (η συγκεντρωτική παρτιτούρα του μαέστρου με όλα τα όργανα). Μόνο μέσω μιας μεταγραφής για ένα ή για λίγα όργανα μπορούσε το έργο να διαβαστεί και επομένως να προσπελαστεί από τον μέσο φιλόμουσο.

Να προσθέσω, σε σχέση με τη σημασία της παρτιτούρας όταν δεν υπήρχε δίσκος (και ακόμη και όταν υπήρχε δίσκος αλλά όχι ΛΠ) ότι, όπως είχα διαβάσει κάπου, γενιές ολόκληρες μουσικών μπορεί να έφταναν στα ανώτερα στάδια μουσικών σπουδών χωρίς να έχουν ακούσει ποτέ μία συμφωνία του Μπετόβεν ολόκληρη!

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 17:24 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 17:21 —

Και ακόμη ότι, προ ΛΠ, η βασική δουλειά του παραγωγού δίσκων ήταν να γράφει τις διασκευές των κλασικών κομματιών έτσι ώστε το κουτσούρεμα στο τέλος της πλευράς του 78ριού ή του 45ριού να είναι «κάπως» ομαλό.

Ετσι είναι ακριβώς

Η κουλτούρα μουσικής …οικιακής χρήσης ήταν τόσο δυνατή που δεν περιορίζονταν μόνο σε συνθέσεις.
Υπήρχε μια μικρογραφία εκκλησιαστικού οργάνου (Harmonium-pedal organ) το οποίο είχε το ρόλο οργάνου …σπιτιού. Μικρότερο και ποιο απλό στην χρήση.
ΓΙα μένα το καλύτερο παράδειγμα απλοποίησης μουσικής ίσως είναι οι μεταγραφές απο Πρελούδια και φούγκες του Μπάχ απο τον Μότσαρτ (για τρίο εγχόρδων). Ξαφνικά όλη αυτή η περίπλοκη πολυφωνία μοιράζεται στα 3 και ο κάθε ερμηνευτης αντιλαμβάνεται πως το κάθε μέρος λειτουργεί αυτόνομα αλλά και ως το 1/3 της σύνθεσης.