Δε θα ‘ταν κι εύκολο. Τέτοια “ιδιόρρυθμα” όργανα (δεν αναφέρομαι στις κιθαροάρπες αλλά στα λογής παλιά τρίχορδα) καλλιεργήθηκαν σε συνθήκες συμμετοχικής παρέας, όχι επαγγελματικής μουσικής όπου οι αποδώ είναι μουσικοί και παίζουν και οι αποκεί είναι ακροατές και ακούν. Περιορισμένες νότες, χαμηλή ένταση, αλλαγή ντουζένι όλη την ώρα, τι να κάτσεις ν’ ακούσεις από δαύτο; Αυτό είναι ιδανικό για να μιλήσεις ο ίδιος, όχι για ακρόαση. Ούτε καν για να παίξεις μαζί με άλλο όργανο δεν είναι εύκολο: κάποια πράγματα θα πρέπει να φύγουν από αυτοσχέδια και να προαποφασιστούν, …ήδη κάτι αρχίζει να χάνεται.
(Φαντάζομαι την ιστορία που λέει το «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» να εκτυλίσσεται, σαν σε ταινία, και όταν φτάνουμε στο «βγάλ’ τον μπαγλαμά σου βγάλ’ τον» να παίζει το Κάν’ τονε Σταύρο κι ο καθένας να πετάει από ένα πείραγμα στον άλλον… Βλ. επίσης συναφές σχόλιο εδώ.)
Δεν είναι τυχαίο ότι από τέτοια όργανα έχουμε ελάχιστα ηχογραφημένα δείγματα και μάλιστα ηχογραφημένα χωρίς ιδιαίτερο επαγγελματισμό (Μπάτης). Δεν είναι για επάγγελμα, δε θα φτουρούσε, όπως και δε φτούρηξε. Τραγούδια από αυτή την κουλτούρα έχουμε, αλλά κι αυτά, συνήθως, κάπως ευπρεπισμένα-τετραγωνισμένα.
Τώρα, γιατί δε συνέβη αναβίωση όλου αυτού του σύνθετου φαινομένου αλλά μόνο του ρεπερτορίου και ορισμένων από τα όργανα; Δε θα μπορούσε. Ζούμε σε άλλη κουλτούρα. Αν κάποιος μάζευε τους φίλους του και τους έλεγε «λοιπόν μάγκες βρήκα αυτό το αρχαίο μπαγλαμαδάκι, έμαθα και να το παίζω, μαζευτείτε τώρα να παίξουμε τρεις σκοπούς με εκατό στιχάκια στον καθένα, αλλά τα στιχάκια θα τα λέτε κι εσείς, εντάξει, όχι μόνος μου, κι άμα πετύχει να το κάνουμε και την άλλη βδομάδα στη σπηλιά του Δράκου», ε, δε νομίζω ότι θα τύχαινε μεγάλης διάδοσης μια τέτοια μόδα… Πριν εκατό χρόνια κάτι τέτοιο συνέβαινε αυθόρμητα με ανθρώπους που αυτή ήταν η κουλτούρα τους.
Σημειωτέον ότι κάθε τέτοιου είδους κουλτούρα συμμετοχικής μουσικής συνήθως χρησιμοποιεί περίεργα και περιορισμένα όργανα, και όχι πολλά μαζί, ένα, άντε δύο.