Αυτό δε μας λέει τίποτα. Πρεζάδες θα μπορούσε εξίσου να είναι πληθυντικός του πρέζας όσο και του πρεζάς. Για το πρεζάς δεν είχαμε αμφιβολία (τουλάχιστον εγώ): ακόμα και χωρίς καμία τεκμηρίωση, είναι τόσο προφανής ο σχηματισμός του ώστε θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί, έστω και ευκαιριακά.
Για το πρέζας ήταν το θέμα, επειδή ακριβώς ο σχηματισμός του δεν είναι προφανής: αν δεν το βλέπαμε, δε θα μπορούσαμε να το δεχτούμε. (Υπενθύμιση: η συζήτηση αφορά τον στίχο του Δελιά «…και η ψυχή μου δεν κρατά πρεζα να μ’ ονομάζει», όπου η μελωδία αφήνει ασάφεια για το πώς τονίζεται η λέξη.
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
45
Το μέτρο προκρίνει το “πρεζάς”, όπως και όλα τα άλλα, και ο τύπος είναι κατευθείαν από “πρέζα”, δεν προϋποθέτει τον “πρεζάκια”, μάλλον το αντίθετο. Υπάρχει και “τσιγαράς” παρατσούκλι.
Κατά προτίμηση. Όχι υποχρεωτικά. Οι εντελώς υποχρεωτικοί τονισμοί του 15σύλλαβου ιαμβικού είναι, νομίζω(*), μόνο στο τέλος του ημιστιχίου (να μην τονίζεται η 7η συλλαβή) και στο τέλος του στίχου (να τονίζεται η 14η και να μην τονίζεται η 15η). Σ’ όλα τα υπόλοιπα σημεία προτιμάται μεν να τονίζονται οι ζυγές συλλαβές και να είναι άτονες οι μονές, αλλά πολλές αποκλίσεις είναι αποδεκτές και μερικές είναι και αναπόφευκτες. Π.χ.:
στο ίδιο σημείο του στίχου:
Απ’ τη μυτιά που τράβαγα άρχισα και βελόνι
(Θα μπορούσε να πει «αρχίζω και βελόνι», αλλά δεν το προτίμησε.)
σε παρόμοιο σημείο του στίχου:
Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ ο κόσμος με πειράζει
(Τραγουδιέται οπού, αλλά δεν ενοχλεί.)
______________________________________________
(*) Διαβάστε το με επιφύλαξη. Πολύ καιρό είχα την απορία πώς ακριβώς οριοθετείται το αποδεκτό από το μη αποδεκτό, στο φάσμα ανάμεσα στο θεωρητικά ιδεώδες «τατά τατά τατά τατά / τατά τατά τατάτα» και σε όσους τονισμούς απαντούν στην πράξη. Δεν κατάφερα ποτέ να το βρω μόνος μου, τελικά κάπου διάβασα έναν κανόνα που πράγματι περιέγραφε με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει, αλλά δε θυμάμαι πού τον διάβασα, και νομίζω ότι έλεγε περίπου αυτό. Μπορεί και να μην είναι ακριβώς έτσι…