Συρτός «Ποταμός» - Ο Γυρισμός του ξενιτεμένου

Ανακάλυψα στο ΥΤ μια σπάνια, αγαπημένη μου ηχογράφηση και χάρηκα πολύ. Θα ήθελα να μοιραστώ, με όποιον συμμερίζεται το ενδιαφέρον μου, το γιατί την έχω ξεχωρίσει τόσο.

Η ηχογράφηση λέγεται «Ξημέρωσε η Ανατολή, συρτό». Είναι από τον δίσκο του ΣΔΕΜ (=του Σίμωνα Καρά) Τραγούδια Μικράς Ασίας, και τραγουδούν και πίζουν τα μέλη της χορωδίας και της ορχήστρας του ΣΔΕΜ, κάπου γύρω στο 1980 νομίζω.

Στην πρώτη εντύπωση κυριαρχεί ο χαρακτηριστικός ήχος των συνόλων του ΣΔΕΜ: συμβατικός, χωρίς κανένα τοπικό χρώμα και χωρίς αυθορμητισμό. Όμως, ενώ αυτό ισχύει για όλες τους τις ηχογραφήσεις, που είναι δεκάδες οι κυκλοφορημένες, κάποια τραγούδια είναι διαμάντια που δεν κρύβονται. Κι ένα από αυτά είναι ετούτο, που άλλωστε από καθαρά μουσική άποψη είναι αξιοπρεπέστατα εκτελεσμένο (μάλιστα για τα όργανα θα έλεγα πολύ πάνω από το απλά αξιοπρεπές).

Πρόκειται για ένα τραγούδι που δεν το έχω ξανακούσει πουθενά αλλού, ούτε σε επανεκτέλεση αυτής της ηχογράφησης, ούτε σε άλλη καταγραφή ή (επαν)εκτέλεση βάσει άλλης καταγραφής, τίποτα. Ούτε ήξερα αν υπάρχει κανείς που να το έχει παρατηρήσει.

Είναι ο σπάνιος συνδασμός ενός από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα όλης της ελληνικής δημοτικής παράδοσης, που ανά την Ελλάδα τραγουδιέται (τραγουδιόταν μάλλον) σε κάθε είδους τοπική μελωδία, μ’ έναν επίσης πολύ σημαντικό σκοπό του Αιγαίου, που συνήθως συνοδεύει δίστιχα ή παίζεται οργανικά.

  1. Το κείμενο

Τα λόγια που ακούμε είναι οι πρώτοι στίχοι από την παραλογή του Γυρισμού του Ξενιτεμένου. Αυτό βέβαια δεν προκύπτει αυτόματα, αν κάποιος δεν ξέρει την παραλογή, γιατί μέχρι το σημείο που φτάνουν οι ηχογραφημένοι στίχοι δεν έχει ακόμη αρχίσει να δένει η υπόθεση. Όλο κι όλο που λένε, συγκεκριμένα, είναι:

Ξημέρωσε η Ανατολή (κούνειε παραμάνα το παιδί) και χάραξεν η δύση (κούνειε το μην ξυπνήσει),
παν τα πουλάκια στη βοσκή (κούνειε…) και η αγαπώ στη βρύση (κούνειε…),
πήρε κι ο νιος τον μαύρο του (κούνειε…) και πάει να τον ποτίσει (κούνειε…).
Βρίσκει την κόρη κι έπλυνε (…) σε κρουσταλλένια βρύση (…).

Στη συνέχεια της υπόθεσης ο νέος ζητάει από τη νέα νερό. Στην πραγματικότητα όμως κανείς από τους δυο δεν είναι τόσο νέος… Μετά από διάφορα, αυτή τού λέει ότι εδώ και χρόνια περιμένει τον άντρα της που 'ναι ξενιτεμένος και δεν ξέρει αν ζει ή πέθανε. Εκείνος λοιπόν αναγνωρίζει ότι αυτή είναι η γυναίκα του, που δεν τη γνώρισε αμέσως μετά από τόσα χρόνια. Αυτή όμως δεν τον έχει αναγνωρίσει ακόμα, οπότε εκείνος την τεστάρει πρώτα. Ισχυρίζεται ότι ήξερε τον άντρα της κι ότι έχει πεθάνει, και με διάφορα τερτίπια της γυρεύει φιλί. Αυτή δεν του το δίνει, εκείνος είναι ευχαριστημένος που τη βλέπει πιστή, και της αποκαλύπτεται.

Έλα όμως που εκείνη δεν τον πιστεύει! Τώρα λοιπόν είναι η σειρά της να τον τεστάρει: πες μου σημάδια της αυλής; Εκεί λοιπόν αρχίζει μια συγκλονιστική διαδικασία αναγνώρισης, που δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τη σκέψη ότι ακολουθεί κατευθείαν τα ομηρικά πρότυπα (πράγμα που άλλωστε έχει επισημανθεί και μελετηθεί πολύ στη βιβλιογραφία). Της λέει αυτός πώς είναι η αυλή τους, εκείνη δεν τον πιστεύει, λέει αυτά τα ξέρει όλη η γειτονιά. Πες μου σημάδια του σπιτιού; Εκείνος και πάλι της περιγράφει πώς είναι η κάμαρά τους. Δεν τον πιστεύει, κάποια κουτσομπόλα σου τα ξεφούρνισε, πες μου σημάδια του κορμιού; Κι όταν εκείνος της περιγράφει το ίδιο της το κορμί -που εκείνη πλέον έχει αποδείξει ότι κανείς άλλος δεν το είδε-,

Έχεις ελιά στον αφαλό κι ελιά στην αμασκάλη
κι ανάμεσα στα στήθια σου τον ήλιο, το φεγγάρι

…, τότε πια τον πιστεύει, και φωνάζει

Σύρετε βάγιες, στρώσετε τη νυφική μου κλίνη,
κι ετούτος είν’ ο άντρας μου κι ο αγαπητικός μου.

Για να δει κανείς το πλήρες κείμενο (που φυσικά υπάρχει σε παραλλαγές, δεν είναι στερεότυπο), υποθέτω ότι γκουγκλάροντας «Παραλογή Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου» όλο και κάτι θα βρει.

Όπως οι περισσότερες παραλογές, το τραγούδι είναι τεράστιο. Ακόμα και πριν τη δισκογραφία, που πρωτοέφερε το φαινόμενο των μεμονωμένων και περιορισμένων σε μικρή διάρκεια τραγουδιών, το να τραγουδιέται ολόκληρο θα πρέπει να είχε γίνει πια σπάνιο. Μ’ ένα σκοπό σαν κι αυτόν, θα κράταγε κανένα 25λεπτο υποθέτω, ενώ σε άλλες περιοχές υπήρχαν και πολύ πιο αργοί σκοποί, καθιστικοί, οπότε μπορεί να κόντευε και την ώρα! Υπήρχαν όμως και κάποια μέρη όπου έτυχε να λένε το τραγούδι αυτό σε γρήγορο ρυθμό, ώστε να ολοκληρώνεται μέσα σ’ ένα σχετικά σύντομο διάστημα, επιτρέποντας να παρακολουθήσει ακόμη και σημερινός ακροατής την υπόθεση χωρίς να κουραστεί. Και μερικές τέτοιες καταγραφές, με όλο το τραγούδι μέχρι το τέλος, ή και όχι μέχρι το τέλος αλλά πάντως σε προχωρημένο σημείο, έχουν γίνει μερικές.

Εδώ, για παράδειγμα, αυθεντική σύγχρονη καταγραφή από την Καρυστία. Μίνιμαλ εκτέλεση, σόλο τραγούδι και τουμπάκι. Ο εντυπωσιακός γηραιός κύριος που φέρνει από τα βάθη του παρελθόντος, τελευταίος σκυταλοδρόμος, αυτό το παμπάλαιο μήνυμα, μπερδεύει καναδυό σημεία αλλά οπωσδήποτε σε γενικές γραμμές διατηρεί σε αξιοσημείωτο βαθμό άρτια την ιστορία. Μιλάμε για 21ο αιώνα, έτσι; Χώρια που είναι κι από αρβανίτικη περιοχή, άρα λογικά για να διασώζεται ένα τέτοιο τραγούδι (έχουν εντοπιστεί και πολλά άλλα ανάλογα) θα πρέπει να ήταν δάνειο από κάποια ελληνόφωνη κοντινή περιοχή, η οποία δεν ξέρουμμε αν τα έχει διατηρήσει η ίδια!

Μια άλλη σχεδόν πλήρης εκτέλεση είναι της παραλλαγής από την Προποντίδα. Δεν είναι καταγραφή, είναι επανεκτέλεση από καταγραφή, επομένως δεν έχει μεν αυτή τη βαθιά αλήθεια που εξέπεμπε ο γέροντας του προηγούμενου, έχει όμως μεγαλύτερη μουσική αρτιότητα. Είκοσι ή εικοσπέντε χρόνια μετά την ορχήστρα-χορωδία του ΣΔΕΜ, η αντίστοιχη της Δόμνας Σαμίου:

Εδώ μπορούμε να διαβάσουμε το πλήρες κείμενο της συγκεκριμένης εκτέλεσης και ένα άκρως επιγραμματικό, αλλά ουσιώδες, σχόλιο της Μιράντας Τερζοπούλου για το τραγούδι, αλλά και κάτι άλλο σημαντικό, ν’ ακούσουμε την αυθεντική καταγραφή στην οποία στήριξε η Δόμνα τη δικιά της εκτέλεση. Η καταγραφή είναι αδισκογράφητη, υπάρχει μόνο στον ιστότοπο του συλλόγου Δ. Σαμίου.

  1. Ο σκοπός.

Επανέρχομαι τώρα στην πρώτη ηχογράφηση, του Σίμωνα Καρά. Είδαμε ότι κάθε στίχος συνοδεύεται από δύο σταθερά τσακίσματα, που παραπέμπουν σε νανούρισμα: «κούνειε παραμάνα το παιδί» και «κούνειε το μην ξυπνήσει». Ωστόσο η μελωδία μόνο νανούρισμα δεν είναι, είναι ξεκάθαρα χορευτική, άλλωστε κι ο ίδιος ο τίτλος στον δίσκο το επισημαίνει: Συρτός.

Είναι ένας σκοπός που σήμερα παίζεται πολύ στα νησιά του Αιγαίου, κυρίως -απ’ όσο ξέρω- τις κυκλάδες, και συνήθως ονομάζεται Ποταμός. Εδώ στο ρεμπέτικο φόρουμ η πιο γνωστή ηχογράφηση του Ποταμού είναι του Κατσαρού:

Αγία μου Παρασκευγή που 'σαι στα Παραδείσια,
που έρχονται και προσκυνούν τα έμορφα κορίτσια.

Αυτός είναι ο Ποταμός της Αμοργού. Το μοναδικό μάλλον τραγούδι που ο Κατσαρός το ήξερε από τη γενέτειρά του, πριν κάνει οποιοδήποτε από τα ταξίδια του. Και η μαντινάδα, η πρώτη τουλάχιστον, είναι ντόπια: υπάρχει πράγματι Αγία παρασκευή στην τοποθεσία Παραδείσια της Αμοργού. Υποθέτω και η δεύτερη, αν και αυτή δεν έχει κανένα τοπικό χαρακτηριστικό: όλο τον κόσμο γύρισα, Ανατολή και Δύση, / μα σαν εσέ το μπόι σου δεν έχω απαντήσει. Βέβαια η απόδοση του σκοπού είναι εντελώς προσωποποιημένη, δεν ακούμε αμοργιανή παράδοση εδώ, ακούμε 100% Κατσαρό. Ωστόσο κρατάει και κάποιους αμοργιανούς ιδιωματισμούς στην εκτέλεση, βλ. την περίεργη σειρά που εκφέρονται τα ημιστίχια στο τέλος (δεν είναι λάθος, είναι κυκλαδίτικο χαρακτηριστικό!). Κατά την ταπεινή μου γνώμη σπάει κόκαλα!

Πάρα πολύ δυνατή είναι και η σύγχρονη (τέλος πάντων… 2001) ηχογράφηση του Ποταμού της Αμοργού από τον Οικονομίδη΄, στον υποδειγματικό του δίσκο «Πέρασμα στην Αμοργό». Ο Οικονομίδης, από τη γειτονική Σχοινούσα, ειδικά τα αμοργιανά πρέπει να τα ήξερε από το γάλα της μάνας του, και δεν πρέπει να ‘ναι τυχαίο ότι αυτός ο δίσκος του είναι σκάλες ανώτερος απ’ όσους άλλους τοπικούς έχω ακούσει (Πέρασμα στη Χίο, στην Κίμωλο κλπ.). Ούτε εδώ βέβαια ακούμε 100% αμοργιανή παράδοση, πάλι Οικονομίδη ακούμε. Είναι όμως εξαιρετική μουσική.

Έτσι λοιπόν, περίπου, παίζεται και σήμερα ο Ποταμός στην πατρίδα του Κατσαρού. Τιμής ένεκεν, στον Οικονομίδη ακούγονται οι ίδιες μαντινάδες του Κατσαρού, που τις τραγουδάει η Δ. Σαμίου.

Ο Ποταμός παίζεται και σε πολλά άλλα νησιά. Ανήκει στην κατηγορία εκίνη των αιγαιοπελαγίτικων συρτών με τις πλούσιες, «αφηγηματικές» μελωδίες, που είτε είναι οργανικές (όπως ο Πολίτικος συρτός) είτε έχουν και τραγούδι (όπως ο Σηλυβριανός), περιλαμβάνουν πολλά μελωδικά επεισόδια. Σκοποί που προήλθαν από τα απέναντι παράλια, είτε Πόλη (όπως φαίνεται να μαρτυρούν οι τίτλοι των δύο ως άνω σκοπών) είτε Σμύρνη. Ο τρόπος που έφτασαν στα νησιά ήταν πολύ απλός: οι πρώτοι που έφεραν στα νησιά τα βιολιά και κάθε άλλο σχετικό όργανο (σαντούρι, κλαρίνο, λαούτο) έφεραν και το ρεπερτόριο στο οποίο είχαν μάθει το όργανο. Πιο πριν, τα νησιά είχαν μόνο τα εντελώς τοπικά και ιδιοκατασκευαζόμενα όργανα, λύρα, τσαμπούνα, σουραύλι και τουμπάκι (κάποια από αυτά ή και όλα σε κάθε νησί) με πολύ πιο αρχαϊκό ρεπερτόριο, μινιμαλιστικό και επαναληπτικό.

Μαρτυρίες και αφηγήσεις για βιολατόρους και άλλους μουσικούς που είτε έρχονταν από την Πόλη ή τη Σμύρνη στα νησιά, είτε πήγαιναν εκεί από τα νησιά για να μάθουν να παίζουν υπάρχουν πάρα πολλές. Και το χαρακτηριστικό δίστιχοο «Στη Σμύρνη θε να πάω να μάθω το βιολί / κι ύστερα θα σε πάρω με την υπομονή». Η πιο παλιά καλά τεκμηριωμένη τέτοια περίπτωση είναι βέβαια ο Νισύριος, ο οποίος ανάμεσα σ’ άλλα έχει ηχογραφήσει και τον Ποταμό.

Αυτή η εκτέλεση όχι μόνο είναι οργανική, αλλά δεν περιλαμβάνει ολωσδιόλου την πάρτα της φωνής. Δεν ξέρω αν υπήρχε και τότε και απλώς ο Νισύριος δε θέλησε να την περιλάβει, ή αν προστέθηκε αργότερα. Γεγονός είναι ότι έτσι όπως το ακούμε, καθαρά οργανικό, φαίνεται μια άρτια σύνθεση, δεν της λείπει κάτι. Από την άλλη πλευρά, ο Κατσαρός πρέπει να την είχε ακούσει με τραγούδι στο δικό του νησί από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Χωρίς την πάρτα της φωνής το παίζει το 1959 και ο Παύλος Κουρούνης, ιστορικό βιολί της Καλύμνου και μαθητής του Νισύριου. Και μάλιστα ενώ μετά, που γυρίζουν σε μπάλο, όχι απλώς μπαίνει και τραγούδι αλλά είναι το αρκετά συμβατικό «Μάτια σαν και τα δικά σου» με πρίμο σεγκόντο! Δεν ξέρω αν σήμερα παίζεται ο Ποταμός στην Κάλυμνο, δεν τον έχω ακούσει, πάντως σίγουρα δε θα είναι σ’ αυτό το στυλ: το σημερινό (από το Έννημα και δώθε, τουλάχιστον) καλύμνικο παίξιμο είναι πολύ πιο ιδιωματικό, τόσο στο βιολί και το λαούτο όσο και σ’ αυτές καθαυτές τις μελωδίες και, αν μη τι άλλο, πολύ πιο αργό.

Χωρίς την πάρτα της φωνής το έπαιξαν κι αυτοί οι Ανδριώτες μουσικοί το 1958, αλλά αυτοί παίζουν μια πιο σύντομη εκτέλεση και αρκετά νωρίς γυρίζουν σε άλλο σκοπό, πάλι μπάλο (άλλον, και οι δύο σμυρναίικοι). Αν τον κράταγαν περισσότερη ώρα δεν ξέρουμε αν θα έπαιζαν και το τραγουδιστό θέμα οργανικά. Αντίθετα σ’ αυτή την ονειρική σύγχρονη ανδριώτικη εκτέλεση, παρόλο που κι αυτή είναι οργανική, παίζουν και την τραγουδιστή φράση. Και πάλι η μελωδική αφήγηση είναι ολοκληρωμένη χωρίς ούτε να της λείπει ούτε να της περισσεύει τίποτε, ωστόσο γίνεται φανερό ότι η τραγουδιστή φράση (επειδή ακριβώς είναι τραγουδιστή) είναι άλλης δομής από όλες τις υπόλοιπες του κομματιού.

Πιο τραγουδοκεντρικά έχει επικρατήσει να παίζεται ο ποταμός στη Νάξο. Αρχίζει μάλιστα με μια συγκεκριμένη μαντινάδα, την ίδια πάντα, που φαίνεται να δικαιολογεί και το όνομα του σκοπού:

Όμορφος που 'ναι ο ποταμός με τις πολλές φυλλάδες (=πικροδάφνες),
κι ο κάμπος με τα λούλουδα και με τις πρασινάδες.

Λέω «φαίνεται», αν και μάλλον πιστεύω ότι η μαντινάδα -που έτσι κι αλλιώς κυκλοφορεί σε διάφορα νησιά σε παραλλαγή χωρίς ποταμό- ταίριαξε στον σκοπό που ήδη λεγόταν (ποιος ξέρει γιατί) Ποταμός, παρά ότι ονομάστηκε από μια μαντινάδα που δεν υπάρχει παρά μόνο σε νεότερες ναξιώτικες εκτελέσεις. Εδώ ο Ποταμός της Νάξου, ενταγμένος σε σειρά με άλλα δυο συρτά όπως παίζονται στη Νάξο, με το άλλο τεράστιο βιολί, τον Ζευγόλη, και την Ειρήνη Κονιτοπούλου.

Εδώ πάλι μια μάλλον απροσδόκητη εκτέλεση, με πηλιορείτικους ζουρνάδες:

Το Πήλιο, αν και κρατάει -τελευταίο μάλλον στη Θεσσαλία- τη στεριανή παράδοση των ζουρνάδων, παράλληλα είναι σε μεγάλο βαθμό μια μουσικά αιγαιοπελαγίτικη περιοχή.

Και τέλος, έτσι για να φανεί το εύρος της διάδοσης, και μια σύγχρονη εκτέλεση από τη Χίο. Και αυτή, όπως και η πηλιορείτικη, είναι χωρίς την τραγουδιστή πάρτα (εκτός αν έχω αρχίσει να χάνω τον λογαριασμό από τις πολλές που άκουσα απανωτά).

Μικρασιάτικη εκτέλεση δεν έχω εντοπίσει καμία. Ούτε καν κάποια σύγχρονη που να φέρεται με τον χαρακτηρισμό μικρασιάτικο. Μόνο αυτήν του Σίμωνα Καρά, που όμως είναι έντονα διαμεσολαβημένη. Και είναι η πιο αξιοπερίεργη, καθώς χρησιμοποιείται για αφηγηματικό τραγούδι, πολύστιχο, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι είτε καθαρά οργανικές, με ή χωρίς την τραγουδιστή πάρτα, είτε πάντως με μεμονωμένα δίστιχα και, σε κάθε περίπτωση, με έμφαση στη μελωδική «αφήγηση», δηλαδή με πολλές πάρτες δομημένες σε σεριρά (έστω και διαφορετική κατά τόπους και εποχές). Οι σκοποί για αφηγηματικά τραγούδια ποτέ δεν είναι έτσι, αντιθέτως έχουν περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη μελωδία, ώστε η έμφαση να είναι στους στίχους.

Από την άλλη πλευρά, δε χωράει αμφιβολία ότι η τραγουδιστή φράση είναι η ίδια ανάμεσα στου Καρά και σε όσες άλλες έχουν ολωσδιόλου τέτοια φράση, αρχής γενομένης το 1931 από τον Κατσαρό. Ούτε χωράει αμφιβολία ότι όπως το λέει η χορωδία, έτσι θα το είχε καταγράψει ο Καράς από τους Μικρασιάτες πληροφορητές του.

Τα οργανικά όμως; Σε διάφορα σημεία, αρχή, μέση, τέλος, η ορχήστρα παρεμβάλλει διάφορα θέματα που κι αυτά είναι κοινά με των άλλων εκτελέσεων, αλλά φαίνονται κάπως αταίριαστα με το τραγούδι. Δε φαίνεται να υπάρχει καμία σταθερή δομή στο πώς εναλλάσσονται τα οργανικά θέματα με τα τραγουδιστά και μεταξύ τους, όπως συνηθίζεται πάντοτε σε τέτοιου είδους τραγούδια απανταχού του Ελληνισμού.

Διερωτώμαι μήπως αυτό που κατέγραψε ο Καράς ήταν σκέτες φωνές που έλεγαν αυτή τη μία φράση για κάθε στίχο, όπως είναι το πιο κλασικό για αφηγηματικά τραγούδια, και τα οργανικά προστέθηκαν από πρωτοβουλία της ορχήστρας; Καθόλου απίθανο δε θα μου φαινόταν να έλεγε κάποιος από τους μουσικούς «Μα αυτό το ξέρουμε, είναι ο Ποταμός, έχει και εισαγωγή και πολλά θέματα, θες να το βάλουμε;».

Μ’ όλα αυτά λοιπόν οδηγούμαι στο ερώτημα: μήπως κάποτε η μία τραγουδιστή φράση αφενός και όλες οι οργανικές αφετέρου ήταν δύο εντελώς ανεξάρτητοι σκοποί, ο ένας για αφηγηματικά τραγούδια, ο άλλος οργανικός, και λόγω κοινού μουσικού δρόμου κάποια στιγμή συζεύχθηκαν, και στον τραγουδιστό έλεγαν πλέον δίστιχα για να μη μετατοπίζεται η έμφαση από τη μελωδία στην παρακολούθηση μακροσκελών στιχουργημάτων; Για να μην πω: μήπως η αρχική και σκέτη φωνητική μελωδία δεν ήταν καν χορευτική; Γιατί δεν παύει να μου κάνει κάποια εντύπωση το τσάκισμα με την παραμάνα: τραγουδισμένος αργά και σε ελεύθερο ρυθμό, ο σκοπός θα μπορούσε όντως να είναι νανούρισμα. Ακριβέστερα, ένα τραγούδι που χρησιμοποιήθηκε και ως νανούρισμα - δε θα ήταν μοναδική περίπτωση, παρ’ ότι κατά κανόνα τα νανουρίσματα έχουν δικά τους λόγια που φυσικά μιλάνε για… νανούρισμα.

3 «Μου αρέσει»

Με αυτό άραγε τι σχέση υπάρχει;
'Άστραψε η Ανατολή"

πολύ ενδιαφέρον
Δεν έχω προφανώς τη γνώση και εμπειρία να απαντήσω σοβαρά στα ερωτήματα αυτά, αλλά όσων αφορά το τσάκισμα: Κουνα παραμάνα κλπ

Νομίζω οτι πρέπει να το δούμε σφαιρικα ως τεχνική γεμίσματος, συχνά ανεξάρτητη απο το κείμενο, η οποία θα μπορούσε να ήταν και κάτι άλλο

Πχ, ο Κουτσαγκελίδης λέει:
Εχαμογέλασεν η Αυγη και η πούλια πάει στη δυση, παν τα πουλάκια στη βοσκή και οι λυγερές στη βρύση

και για τσάκισμα λέει:
Θαλασσα πλατια μαγκούφα ξενιτιά

η Παπαγκικα επίσης είναι τρομερα ευρηματικη με τσακίσματα:

Οπου δεις δυο κυπαρισια κλπ

Τσάκισμα: Για δες τηνα την περδικα πως περπατεί λεβέντικα.Για δες τηνα πως περπατει με το γαρύφαλο στ’αυτί.

η Βακα πάλι χρησιμοποιεί την παραμάνα:
μπουφετζής θα πάνα γινω σε σμυρναίικο τεκέ κλπ

Τσακισμα:παραμάνα κούνα κούνα το παιδί που ναι στην κούνια.

θέλω να πω πως το Παραμάνα είναι απλά ενα ακόμα τσακισμα το οποιο συμβαίνει να ναι πολυ γνωστό και αρκετα ηχογραφημένο. είναι αυτό στοιχείο που μας δείχνει οτι πρόκειται για ξεχωριστή δημιουργία; νομίζω οχι

1 «Μου αρέσει»

Έλα ντε; Κάποια πρέπει να υπάρχει. Μοιάζει αν τα λόγια να είναι σπαράγματα μνήμης από αυτό το ίδιο τραγούδι, και η μουσική πρωτότυπη.

Πράγματι. Δεν το είχα υπόψη μου, αλλά βρήκα τώρα μια εκτέλεση (δεν είναι ο Κουτσαγγελίδης αλλά φαντάζομαι ότι πρέπει να είναι ίδιο) που λέει ακριβώς αυτά, και είναι λέει από την Αρτάκη Κυζίκου:

Η συνέχεια των στίχων είναι τελείως άλλη. Οι δύο πρώτοι στίχοι, με το να είναι, κατά σύμπτωση, ομοιοκατάληκτοι (γενικά το τραγούδι είναι ανομοιοκατάληκτο, οι τυχόν ομοιοκαταληξίες είναι τυχαίες), αποσπάστηκαν ως αυτοτελές δίστιχο, και στη συνέχεια μπαίνιουν και άλλα αεξάρτητα δίστιχα.

Όσο για την παραμάνα, χρησιμοποιείται πράγματι σε γνωστά τσακίσματα, σε τραγούδια άσχετου περιεχομένου. Είχα κι εγώ υπόψη μου το Παραμάνα κούνα κούνα αλλά δεν έβλεπα κάποιον συγκεκριμένο συσχετισμό… Πιθανόν το τσάκισμα να είναι έμμεσα ερωτικό: οι παραμάνες (μητέρες που εκτός από το παιδί τους βύζαιναν και το παιδί κάποιας άλλης γυναίκας, συνήθως πλούσιας, που δεν μπορούσε να το βυζάξει η ίδια), με τη διαδεδομένη αντίληψη ότι ο θηλασμός λειτουργεί ως αντισύλληψη και με το να περνάνε ώρες ή και να ζουν μόνιμα μακριά από την «προστασία» του άντρα τους, πρέπει να ήταν αντικείμενα ερωτικού πόθου…

A, βλέπω το έχει καταγράψει ο Ντικουντρέ το 1876:

[Άστραψεν η Ανατολή] (Trente Melodies Populaires de Grece et d’ Orient recueillies et harmonisées par L.A. Bourgault-Ducoudray)

https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=2937

Εδώ και το βιβλίο:

1 «Μου αρέσει»

Ο σκοπός της Γαλάνη είναι! Άρα άκυρο αυτό:

Υπάρχει μια ένδειξη “Smyrne” στην αρχή της παρτιτούρας. Προέλευση του τραγουδιού;

Ψάχνοντας, βρίσκουμε ότι το τραγούδι «Αστραψε η Ανατολή» σχετίζεται με χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου με τον ίδιο τίτλο. Τη μουσική του χοροδράματος είχε αναλάβει ο αείμνηστος συνθέτης Βασίλης Δημητρίου (1945-2015) με γνωστό και σημαντικό έργο. Το «Αστραψε η Ανατολή» μαζί με το «Χαλασιά μου» κυκλοφόρησαν και σε μικρό δίσκο το 1971 πάλι με τη Γαλάνη. Το «Χαλασιά μου» νομίζω ότι είναι το πιο γνωστό από τα δύο.

Εδώ, στην εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου το 2010 ο ίδιος ο συνθέτης αναφέρεται στην συνάντησή του με τη Ραλλού Μάνου στα τέλη της δεκαετίας του 60 όπου λέει χαρακτηριστικά ότι πήρε δημοτικά θέματα «και τους άλλαξε τον αδόξαστο».

Δείτε και εδώ.

1 «Μου αρέσει»

ξέρω οτι εχει συζητηθεί το θέμα των Ασύνδετων στροφών αλλά όσο ψάχνω παρατηρώ την συνυπαρξη αφήγησης και ασχετων εικόνων

το παράδειγμα της παραμάνας σε πολλά τραγούδια ειναι ένα

Το άλλο που μου 'ρχεται στο μυαλο:
Ας πα’να δουν τα μάτια μου πως τα περνάει η αγάπη μου

-Αϊντε καημένη μανούλα πονεμένη

Μην ήβρε αλλου κ’αγάπησε …κλπ

οπότε έχουμε την κύρια αφήγηση η οποία έχει κάποια συνέχεια και ανάμεσα παραβάλλονται ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΉ εικόνες που όμως αφηγηματικά δεν πάνε πουθενά.

η παραμάνα με το μωρό
η πέρδικα που περπατεί λεβεντικα
η καήμένη μάνα
η μαγκούφα ξενιτιά

αυτές οι εικόνες, σε αντίθεση με το υπόλοιπο υλικό, δεν είναι αφήγηση αλλα στιγμές,εικόνες. Αναρωτιέμαι αν υπήρχαν κάποια συνηθισμένα τέτοια λόγια τα οποία προσέθεταν αυτοσχεδιαστικά και αυθόρμητα…
Δηλαδη αν αντί για την άσχετη παραμάνα βάζαμε την άσχετη πέρδικα ή την ξενιτιά , θα χαλάγαμε κάτι;

Η άλλη σκέψη μου είναι οτι και η μουσική που τα συνοδεύει είναι διαφορετική απο τις κυρίως στροφές. Μήπως λοιπόν, έχοντας κάποια λόγια σε μουσική που παραβάλλεται μεταξύ στροφών εξασφαλίζουμε μια ροή, είτε έχουμε στην παρέα όργανα είτε όχι;
Δηλαδή αντί να να ντύνει η μουσική τον λόγο μήπως εδώ συμβαίνει το αντίθετο;
μήπως και για αυτό το λόγο αυτή η παράδοση έχει σταματήσει; Γιατί γλέντια χωρίς όργανα σπάνια βλέπουμε.
Η γενιά της Κλεονίκης πχ, έπαιζε ταψια, ποτηρακια, κουτάλια και κάνα τουμπελέκι… και για τα οργανικά μέρη λέγανε ΛΑΛΑΛΑ
(το τραβάω λίγο ε;)

και ο Κουτσαγγελίδης που ανέφερα πιο πάνω

Θα έλεγα, όχι ακριβώς πουθενά: μπορεί κανείς να δει το τσάκισμα ως κάτι νοηματικά άσχετο από το τραγούδι (μέχρις εδώ είμαστε βέβαιοι και σύμφωνοι) αλλά σχετικό, μερικές φορές, με την πραγματικότητα της στιγμής του τραγουδήματος: καθώς τραγουδώ, χαιρετώ και μιαν όμορφη ή θυμάμαι τον καημό της ξενιτιάς κλπ.

Πάντως σε γενικές γραμμές έτσι είναιόπως τα λες, Αλέξανδρε, με τα τσακίσματα.

Υπάρχουν πολλοί σκοποί (για δίστιχα, όχι για αφηγηματικά τραγούδια) που, διατηρώντας σταθερό τσάκισμα ό,τι κι αν λένε τα λόγια, τιτλοφορούνται από αυτό: σκοπός Μαρούλι, σκοπός Θαλασσάκι…

Υπάρχει δε και ένα άκρως διαφωτιστικό κείμενο για τα τσακίσματα, με αφορμή τα τσακίσματα του καλάντου της Πρωτοχρονιάς (με τη γνωστή μυστηριώδη δεντρολιβανιά κλπ.), του Δημήτρη @kepem : Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά: Τα πασίγνωστα δυσνόητα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς | Ψαλτική Πύλη

1 «Μου αρέσει»

Στον Ντυκουντρέ και στο συγκεκριμένο βιβλίο του έχει αφιερώσει ο Γ. Κοκκώνης ένα 30σέλιδο περίπου άρθρο, «Τιθασσεύοντας την ετερότητα: Ο Louis Albert Bourgault-Ducoudray και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι», στον τόμο Λαϊκές μουσικές παραδόσεις: λόγιες αναγνώσεις / λαϊκές πραγματώσεις του ιδίου, Fagotto 2017, που έχει ξανααναφερθεί στο φόρουμ.

Μ’ ένα σύντομο ξαναξεφύλλισμα βλέπω ότι ο Γάλλος συνθέτης επισκέφτηκε την Αθήνα και τη Σμύρνη το 1874 και 1875, συνέλεξε τραγούδια, και εξέδωσε μέρος από αυτά σε εναρμόνιση για πιάνο, με πρόθεση τόσο ερευνητική (είναι η εποχή του ρομαντισμού και των πρώτων εθνικισμών, με την καλή, τότε ακόμη, έννοια) όσο και καλλιτεχνική (να εντοπίσει νέες πηγές μουσικής έμπνευσης και δόκιμους τρόπους αξιοποίησής τους). Βλέπω μάλιστα ότι έχει και θεωρητική εισαγωγή για τρόπους και κλίμακες, θα κάτσω άλλη ώρα να τη διαβάσω.

Δεν έκανε όμως και πολύ βαθιά έρευνα: συγκεκριμένα στη Σμύρνη είχε μία πληροφορήτρια όλη κι όλη, η οποία ήταν Ιταλίδα, γεννημένη στην Κύπρο, σύζυγος Γάλλου διπλωμάτη με τον οποίον ήταν εγκατεστημένοι στη Σμύρνη μόλις λίγα χρόνια.

Άρα από αυτήν βρήκε το τραγούδι. Έχει καταγράψει μόνο μία στροφή, δηλαδή έναν 15σύλλαβο στίχο με τα τσακίσματά του: Άστραψεν η Ανατολή κι εβρόντησεν η Δύση, τέρμα, όπως θα το έκανε κάποιος που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τη μουσική και όχι για τα λόγια, αλλά και κάποιος που απλά δε βρήκε άλλα λόγια παρά αυτό τον ένα στίχο.

Με ένα μόνο στίχο δεν είναι ιδιαίτερα σαφές ότι πρόκειται για τον Γυρισμό του Ξενιτεμένου, άσε που δεν είναι και βέβαιο δηλαδή. Όσο χαρακτηριστικός κι αν είναι ο πρώτος στίχος, και όσο κι αν βρίσκεται πάντα, στη μία ή την άλλη παραλλαγή, σε όλες τις καταγραφές του τραγουδιού από διάφορα μέρη, δεν παύει να εκφράζει μια αρκετά ουδέτερη ιδέα που θα ταίριαζε και σε άλλα κείμενα.

Άραγε ο Βασίλης Δημητρίου να το βρήκε από το βιβλίο του Ντυκουντρέ του 1890-τόσο; Θα μπορούσε, εφόσον δεν έχουμε βρει άλλη πηγή που να παραδίδει το ίδιο τραγούδι πριν το 1971 που έβγαλε ο Δημητρίου το δικό του με τη Γαλάνη. Σ’ αυτή την περίπτωση, τον δεύτερο στίχο θα τον έγραψε μόνος του: ο καβαλάρης διάβηκε και ροβόλησε στη Δύση. Αλλά και ο πρώτος δεν είναι αυτούσιος: Άστραψε η Ανατολή και ροβόλησε στη Δύση (δηλ. και στους δύο το δεύτερο μισό είναι το ίδιο, και υπέρμετρο). Το τραγούδι του Δημητρίου δε βγάζει κάποιο κυριολεκτικό νόημα, δίνει απλώς ποιητικές εικόνες, δεν είναι ιστορία, είναι τραγούδι.

Αλλά «ο καβαλάρης»;; Αν αποφάσισε να συμπληρώσει μόνος του το τραγούδι χωρίς να ενδιαφέρεται για συγκροτημένη αφήγηση, πώς του ήρθε να μιλήσει ειδικά για καβαλάρη, που όντως εμφανίζεται στη συνέχεια του αρχικού τραγουδιού, εφόσον όντως είναι αυτό; Θα μπορούσε να είναι σύμπτωση, αλλά θα μπορούσε κι από κάπου να το ξέρει.


Εδώ και δύο καρπάθικες παραλλαγές του Γυρισμού του Ξενιτεμένου. Η πρώτη, όπως βλέπουμε, παίρνει οχτώ λεπτά για να φτάσει μόνο στο σημείο όπου αρχίζουν τον διάλογο πριν κανένας να αναγνωρίσει τον άλλο. Στην Κάρπαθο τις μεγάλες διάρκειες δεν τις φοβούνται, αλλά το συγκεκριμένο, για να ολοκληρωθεί, θα ξεπέρναγε ακόμη και τα καρπάθικα εσκαμμένα. Προσωπικά πάντως δεν το έχω ακούσει να πηγαίνει παρακάτω από εκεί. Η δεύτερη, σε πιο γρήγορο σκοπό, είναι μόνο το τελευταίο επεισόδιο του τραγουδιού, τα τρία σημάδια που ζητάει η γυναίκα και της δίνει ο άντρας, συμπληρωμένο με μια καινούργια αρχή που του δίνει αυτοτέλεια.

Έλα όμως που ακούγοντάς το με τη Γαλάνη, και με υπογραφή Β. Δημητρίου, πάσχιζα να θυμηθώ πού το έχω προηγουμένως ξανακούσει, ίδια μελωδία, ίδια λόγια. Πράγματι θυμάμαι να το τραγουδάει ο Νίκος Χουλιαράς (δεν το βλέπω στο διαδίκτυο) και περιέχεται στον δεύτερο δίσκο του που κυκλοφόρησε στα 1968 («Τα τραγούδια του Χουλιαρά 2»)

https://www.discogs.com/release/10749004-Νίκος-Χουλιαράς-Μαρίζα-Κωχ-Τα-Τραγούδια-Του-Νίκου-Χουλ/image/SW1hZ2U6Mjk5OTk5OTM=

όπου ο Χουλιαράς το χαρακτηρίζει «ηπειρώτικο νανούρισμα». Η απορία μου λοιπόν είναι πώς το υπογράφει ο Δημητρίου στα 1971; Την ίδια απορία βλέπω και στον Μονεμβασίτη («Το τελευταίο, που έχει αγαπηθεί πολύ, αλλά και το «Άστραψε η Ανατολή», ερμήνευσε το 1972 με το δικό της τρόπο η Δήμητρα Γαλάνη στην πρώτη της προσωπική δισκογραφική κατάθεση, που είναι πολυσυλλεκτική και έχει ως τίτλο το όνομά της [Columbia SCXG83]. Το αξιοπερίεργο είναι ότι στην έκδοση αυτή φέρεται ως συνθέτης των δυο αυτών τραγουδιών ο Βασίλης Δημητρίου!»)

Νομίζω ότι και στην Κων/λη πήγε.

Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ: http://www.geocities.ws/bourgault_ducoudray/ . Ο Ντικουντρέ ήταν ένας «αδιόρθωτος» Ευρωπαίος, εναρμόνισε τα 30 κομμάτια για πιάνο και φωνή και ονειρευόταν, τί ωραία θα ήταν αν η ακατέργαστη και χοντροκομμένη (κατά τη δική του άποψη) ανατολική μουσική δεχόταν τον εκλεπτισμό της δυτικής τετραφωνίας. Ο Ed Emery σε συνεργασία με τον Κυριάκο Γκουβέντα τα παραθέτει και στην «ανατολική» τους προσέγγιση.

Κάποια απ’ τα τραγούδια είχαν παρουσιαστεί στην Ύδρα το 2004, από τον Χρήστο Τσιαμούλη και τον Κυριάκο: Rebetiko - Hydra Conference 2004 Sunday

Κι εδώ ενδιαφέρουσα εκτέλεση του '“Αστραψε η Ανατολή”:

Άστραψε η Ανατολή (νανούρισμα)

εδω, το έχουν κατατάξει στα τραγούδια κεντροδυτικής Μικρασίας (χερσόνησο Ερυθρέας Σμύρνη).

Άστραψε η Ανατολή - Παρασκευή Γ. Κανελλάτου - Παραδοσιακό & Λαϊκό Τραγούδημα

το Ξημέρωσε η Ανατολή
ειναι το τραγούδι αναγνώρισης του ξενιτεμένου

<< ΞΗΜΕΡΩΣΕ Η ΑΝΑΤΟΛΗ: ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ
Η παραλογή αυτή (=εκτενές αφηγηματικό τραγούδι ) με οικονομία και ποιητική συμπύκνωση εξιστορεί την επανένωση του ερωτικού ζευγαριού, πιθανόν μετά από πολύχρονο ξενητεμό. Η καταγωγή του είναι μικρασιάτικη και εντυπωσιάζει με τη μουσική γεωμετρία του και τις βαθιές ποιητικές του ρίζες στην ομηρική παράδοση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ζωντανός και συναισθηματικά φορτισμένος διάλογος του ζευγαριού και τα γυρίσματα της μουσικής στις αιχμές της συναισθηματικής φόρτισης.
Ένα μικρό αριστούργημα.

Ξημέ- ξημέρωσε η ανατολή και χάραξε η δύση,
παίρνει, παίρνει κι ο νιος το μαύρο του, πάει να τον ποτίσει.
Στο δρό- στο δρόμο οπού πήγαινε Θεόν παρακαλούσε:

  • Αχ Θεέ, Θεέ μου να, αχ Θεέ μου να την έβρισκα,

Θεέ μου να την εύρισκα την αγαπώ στη βρύση,
να τσ’ έδινα να μου ‘πλενε και να μη με γνωρίσει.
Έτσι που παρακάλεσε, έτσι πηγαίν’ τη βρiσκει,
σαράντα τάσια έσυρε, στα μάτια δεν την είδε
κι απάνω στα σαράντα δυο τη βλέπει δακρυσμένη.

  • Kόρη μου ποιος σε βούρκωσε και είσαι δακρυσμένη;
  • Έχω άντρα στην ξενητειά τώρα δώδεκα χρόνια
    ακόμα δυο τον καρτερώ και τρείς τον απαντέχω.
  • Kόρη εγώ 'μαι ο άντρας σου, εγώ 'μαι κι ο καλός σου.
  • Aν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
    πες μου σημάδια του σπιτιού κι έτσι να σε πιστέψω.
  • Έχεις δεντρί στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου.
  • Περαστικός επέρασες τα είδες και τα ξέρεις.
    Αν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
    πες μου σημάδια του κορμιού κι έτσι να σε πιστέψω.
  • Έχεις ελιά στο πόδι σου κι ελιά στην αμασχάλη,
    καταμεσίς στο στήθος σου τ’ άστρι και το φεγγάρι.
  • Tότε εσύ 'σαι ο άντρας μου εσύ 'σαι ο καλός μου!>>

Ο οποίος διπλωμάτης ήταν ο Γουσταύος Λαφφών; γέννημα θρέμμα της Κύπρου και ελάσσων ποιητής σχεδόν αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα
Και η δεύτερη του γυναίκα ήταν

ανεψιά του γνωστού πλούσιου Ιταλού μεγαλοκτηματία της Κύπρου Ριχάρδου Ματτέι*.

άρα μάλλον μέλος της κοινότητας των Λατίνων της Κύπρου με ιταλική προστασία/διαβατήριο παρά ιταλίδα

Πάντως οι στίχοι δικοί του είναι. (Από μία άποψη τουλάχιστον - θα μπορούσε και να μας ξαναγυρίσει στην άλλη πρόσφατη συζήτηση για τα πειραγμένα τραγούδια). Ο Χουλιαράς, Άνθιμε, όταν λες ίδια μελωδία, ίδια λόγια, θυμάσαι με λεπτομέρεια αν λέει τους στίχους του Δημητρίου (με το υπέρμετρο «ροβόλησε») ή τους άλλους; Γιατί μοιάζουν βέβαια. Όσο για το «ηπειρώτικο», πρέπει να είναι ένα τυχαίο λάθος.

Κατά τα άλλα, το τραγούδι (αυτό που υπόκειται και στον Ντυκουντρέ και στον Χουλιαρά και στον Δημητρίου κλπ., με άλλα λόγια αυτό του #13) το έχουν ηχογραφήσει διάφοροι, η Πόπη Αστεριάδη (λόγια όπως στον Δημητρίου), η Μαρίζα Κωχ (δεν το βρήκα, δεν ξέρω στίχους), η Σαβίνα (πρώτος στίχος όπως στον Ντυκουντρέ, δεύτερος όπως στον Δημητρίου!), και συχνά με τον χαρκτηρισμό νανούρισμα. Και το «ηπειρώτικο» το ξαναβρίσκω σ΄ έναν δίσκο με νανουρίσματα (Δώρα Πετρίδη - Μαρίζα Κωχ).

Κι εδώ βρίσκω τους ίδιους ανάμικτους στίχους όπως στη Σαβίνα.

Αυτό από πού προέρχεται; Όχι από το λινκ της Βιβής Κανελλάτου. Και κρίνοντας από το:

…πρόκειται για άλλη μελωδία. Κατά πάσα πιθανότητα αυτήν της Σαμίου (Προποντίδα), στο τρίτο βίντεο του μηνύματος #1, που ταιριάζουν κι οι στίχοι μέχρι λεπτομερείας.

Στα άπαντα έχει ύμνο στο σουλτάνο, τον πατριάρχη και τον Κωνσταντίνο Ζάππα με τη σημείωση

Τά ανωτέρω τρία ποιημάτια εγράφησαν κατ’ αίτησιν του διοικητικού Συμβουλίου του Ζαππείου, έμελοποιήθησαν δέ ύπό του διασήμου Γάλλου μουσουργού κ. BOURGAULT-DUCOUDRAY

Σε συνέχεια του #16, παραπάνω, μπορούμε προς το παρόν να συμπεράνουμε:
-Ότι το τραγούδι που κατέγραψε ο Ντικουντρέ έφτασε και από άλλους δρόμους μέχρι τις μέρες μας (αφού υπάρχουν εκτελέσεις με περισσότερους στίχους, που να μην είναι του Δημητρίου με τον καβαλάρη και το ροβόλησε).
-Ότι όντως είναι ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου και όχι κάτι άλλο με συμπτωματικά παρόμοιο τον πρώτο στίχο.
-Ότι άρα σε δύο τυλάχιστον μικρασιάτικες παραλλαγές, με τελείως διαφορετικές μελωδίες, χρησιμοποιούνται τα ίδια τσακίσματα, με την παραμάνα. (Αξιοπρόσεχτο, γιατί τα τσκίσματα γενικά πάνε πακέτο με τη μελωδία, όχι με τον στίχο.)
-Και ότι πιθανόν να είχε όντως χρησιμοποιηθεί ως νανούρισμα (αν δεν είναι οι νεότεροι επανεκτελεστές που απλώς αποφάσισαν να το κάνουν νανούρισμα).

Μωρέ καλά όλα αυτά, Γιάννη, έδωσαν πολύ γόνιμη ώθηση στη συζήτηση, αλλά εγώ άλλο περίμενα. Καμιά σιφναίικη ηχογράφηση του Ποταμού!

Μπα. Ξεραϊλα… Είναι, βέβαια, γνωστός ο σκοπός και τα τραγούδια μέσω της πρόσφατης δισκογραφίας.

Αλλά.
Δίπλα, στη Σέριφο, έχουν ένα σκοπό συρτό που τον λένε Ποταμό. Αλλά δεν νομίζω ότι μοιάζει με τον άλλο Αιγαιακό Ποταμό που συζητάμε εδώ. Στη συγκεκριμένη εκτέλεση, το τραγουδιστικό μέρος είναι λίγο μπερδεμένο. Στην αρχή, λέγονται δυο δίστιχα που μου φαίνεται ότι έχουν ρόλο τσακίσματος. Μετά, λέγεται ένα δίστιχο που φαίνεται να είναι το κυρίως θέμα. Αυτό είναι σε τροχαϊκό μέτρο και η μελωδία θυμίζει το Σιφνέικο «Ασπρο μου τριανταφυλλάκι» (που, τελικά, είναι Πολίτικης καταγωγής). Γενικά, οι Σερφιώτες συνηθούνε τα τσακίσματα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, οι (Σιφνιοί) Ξανθάκηδες ηχογράφησαν ένα οργανικό συρτό με τίτλο «Ποταμός θερμιώτικος». Δεν έχω βρει κάτι σχετικό από τα Θερμιά όμως.

Τελικά, μάλλον, υπάρχουν κι άλλοι Ποταμοί στο Αιγαίο…

Αυτό το άκουσα τώρα τις προάλλες που έψαχνα για διάφορους Ποταμούς. Δεν είναι το ίδιο, αλλά δεν αποκλείεται να το έβγαλαν Ποταμό λόγω μιας κάποιας ομοιότητας στη μελωδία.

Ναι, αυτός είναι ο δικός μας, τουλάχιστον μέχρι κάποιο σημείο. Διακρίνω θέματα ευκολογνώριστα, θέματα με την ίδια μελωδία σε άλλο δρόμο, και κάποια που δεν τα ξέρω ή δεν τα αναγνωρίζω.

Βέβαια! Ποταμό λένε και τον ροδίτικο Αρχαγγελίτικο, στον τόπο του (Αρχαγγελίτικο τον λένε όλοι οι υπόλοιποι εκτός Αρχαγγέλου).