ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ - Τίνος είναι το ρεμπέτικο - ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΙΟΥΣΗΣ

Ενημερώθηκα για την κυκλοφορία ενός νέου βιβλίου , του οποίου ο συγγραφέας έχει γράψει και στην Κλίκα.
Δεν το έχω ακόμα προμηθευτεί για να ξέρω περί τίνος πρόκειται, αλλά σκοπεύω. Αν κάποιος το έχει διαβάσει ας πει δυό λόγια…

Νέο βιβλίο για το ρεμπέτικο. Συγγραφέας ο Λεωνίδας Κιούσης , εκδόσεις “Μπατσιούλας”, περιέχει δίσκο των “Ρεμπετ Ασκέρ” και πολλές αναφορές στο “Ρεμπέτικο Φόρουμ” και την “Κλίκα”.

Ωχ! Συγγνώμη! Δεν θυμόμουν ότι το ανέβασες Μπάμπη… Απλά τώρα το διαβάζω εγώ και είπα να ενημερώσω για την έκδοση…

Κανένα πρόβλημα! Περιμένουμε να μας πει τί λέει το βιβλίο!

Παιδιά, το διάβασε κανείς να μας πει καμιά γνώμη?

Τόσα μέλη ενδιαφέρθηκαν, κανείς δεν το διάβασε; Ας είναι. Είναι το τυχερό μου…

Το βιβλίο υπόσχεται πολλά, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν καταφέρνει να δικαιολογήσει τον ρημάδη τον οβολό μου.

Ας αρχίσουμε από τον τίτλο. Στο μεν εξώφυλλο ο τίτλος είναι χωρίς ερωτηματικό («Τίνος είναι το ρεμπέτικο»), δηλ. φαίνεται βέβαιος ο συγγραφέας τίνος είναι αυτό που το λένε ρεμπέτικο. Στο εσώφυλλο όμως μοιάζει να χάνει κάπως τη σιγουριά, εφόσον προσθέτει ερωτηματικό…Γυρίζουμε στο οπισθόφυλλο, όπου μας ανοίγει την όρεξη να γευτούμε την «πρώτη συνολική μελέτη που απαντά στο ερώτημα τι είναι και τίνος είναι το ρεμπέτικο» και ότι το βιβλίο είναι «αποτέλεσμα πρακτικής και θεωρητικής έρευνας εδώ και 25 χρόνια».

Πάμε και στην Εισαγωγή, για να ολοκληρώσουμε την προϊδέαση, όπου διαβάζουμε ότι το βιβλίο γράφεται «εδώ και 20 χρόνια» και ότι γενικότερα η όλη προσπάθεια προσέγγισης του ρεμπέτικου «δεν θέλει τσαπατσουλιές». Ξεφυλλίζοντας πέφτω στη σελ. 62, όπου επικρίνονται ακριβώς για αυτό οι διάφοροι ρεμπετολόγοι, ότι δηλ. «η δουλειά έχει γίνει τσαπατσούλικα». Τέλος ο συγγραφέας θεωρεί ότι έφτασε πλέον ο καιρός να οικοδομηθεί η θεωρία «περί του ήταν και είναι το ρεμπέτικο τραγούδι, πώς και από ποιους φτιάχτηκε, σε ποιον ανήκει το ρεμπέτικο κλπ».

Αρχίζω λοιπόν την ανάγνωση και …τρακάρω στην σελ. 14, όπου μας πληροφορεί ο συγγραφέας ότι το ρεμπέτικο το αγνόησαν όλοι κλπ, εκτός από «κάνα-δυο ξένους ερευνητές (π.χ. Φάλτσαφ)…. και έλληνες λογοτέχνες…. (π.χ. Γ. Πικρός)….Οι αριστεροί το καταέβρισαν….λίγες μόνο γενναίες φωνές είχαν τις αντιρρήσεις τους, όπως….ο Κ. Βάρναλης». Όλα αυτά σε μία και μόνο σελίδα! Ο Φαλτάιτς έγινε και Φάλτσαφ και ξένος, ο Πέτρος Πικρός έγινε Γ., ο δε Βάρναλης προβάλλεται ως γενναίος υπέρμαχος του ρεμπέτικου…(ενώ ήταν μάλλον το αντίθετο…).

Πάμε στη σελ. 65 όπου παραπεμπόμαστε σε μια ρήση του Μάρκου ότι το τραγούδι δεν πάει καλά «γιατί δεν ακολουθούν τα μακάμια». Πάμε στη σελίδα της Αυτοβιογραφίας που μας παραπέμπει ο συγγραφέας και διαβάζουμε: «γιατί δεν κρατάνε το μακάμι»…Τα ίδια μας λέει ότι είπε ο Μάρκος και στη σελ. 96. Στη σελ. 89 μας παραπέμπει με λάθη στα κείμενα εφημερίδων περί λογοκρισίας του ρεμπέτικου. Ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα στη σελ. 91-92, καθώς παραπέμπει σε υποτιθέμενα λεγόμενα του Καλομοίρη, ακολουθεί μια παράγραφος άγνωστο από πού παρμένη και το όλον κλείνει με άλλη παράγραφο από το βιβλίο του Gauntlett, με προσθήκη επινόησης του κ. Κιούση…Όλα αυτά σε ένα σώμα εντός εισαγωγικών… Εκτός από τις παραπομπές σε κείμενα, ο συγγραφέας δεν τα πάει καλά και με τις βιβλιογραφικές παραπομπές: εδώ, πότε απουσιάζει ο εκδοτικός οίκος, πότε αναγράφεται λάθος ο εκδότης, ενώ σχεδόν πάντα απουσιάζει η χρονολογία… Ας μη μιλήσω για ορθογραφικά/τυπογραφικά λάθη, γιατί μου έχει βγει ήδη το όνομα…

Πάω και λίγο δειγματοληπτικά στα πραγματολογικά του ρεμπέτικου, όπως μας τα εκθέτει ο συγγραφέας. Στη σελ. 90 μαθαίνουμε ότι η μεσαία τάξη στον μεσοπόλεμο κυνήγησε τόσο τους ρεμπέτες, που «έφτασε να εισηγείται τη φυλάκιση, τον ξυλοδαρμό και την εξορία για όλους αυτούς που επιμένανε στο λαϊκό πολιτισμό τους»…Στην επόμενη σελίδα μαθαίνουμε για το περίφημο που έχει «πει» ο Ζαχαριάδης για το ρεμπέτικο, περί κάμας και ντεκαντάντσιας, αλλά χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση…

Κάπου εδώ τερμάτισα για τα καλά την ανάγνωση μιας δουλειάς που γραφόταν επί 20 χρόνια χωρίς να καταφέρει να με πείσει για την ευτυχή της έκβαση…

(Υ.Γ. Για την …«κακοδιάθετη πρόθεσή μου» τα ʽπαμε, μην το ξαναπιάσουμε, please. Ήδη έχω ευχαρίστως αποδεχτεί την παραπάνω διατύπωση του Forlan και την έχω ενσωματώσει στο προφίλ μου, θεωρώντας την και γλωσσικά πολύτιμη)

1 Like

Ευχαριστούμε Παρασάνταλε για την ενδιαφέρουσα κριτική σου. Ένα ερώτημα έχω: η σελ. 91 είναι η τελευταία του βιβλίου, ή η τελευταία που διάβασες; επειδή μάλλον θα ισχύει το δεύτερο, μήπως μπορείς να μας πεις πόσες σελίδες έχει το βιβλίο;

Εφόσον κάνω λόγο και για σελίδα 96, η σελίδα 91 ούτε η τελευταία του βιβλίου είναι ούτε η τελευταία που διάβασα. Το «τερμάτισα για τα καλά» την ανάγνωση -για όσους χρειάζονται επεξήγηση- σημαίνει ότι έμεινα στην σελ. 96 και δεν μου έμεινε όρεξη να το πάω μέχρι την 155 σελίδα, που τελειώνει το βιβλίο.

Α, ναι, η σελ. 96 μου είχε ξεφύγει. Εντάξει, κατάλαβα.

Δεν έχω καταλάβει…
Παρά τις προφανείς αβλεψίες και τα χοντρά λάθη που ανέφερε ο παρασάνταλος, τελικά στοιχειοθετείται η απάντηση στο αρχικό ερώτημα ή συσκοτίζεται ακόμα περισσότερο?
Βεβαίως, θα μπορούσα να το αγοράσω και να σχηματίσω άποψη ο ίδιος.
Αλλά με βάση την κριτική μάλλον τα λεφτά μου θα πετάξω σε ένα κακό βιβλίο!

Νομίζω ότι σαφέστερα δεν θα μπορούσε να λεχθεί:

Εγώ πάντως δεν μπορώ να σε συμβουλέψω, δεν το αγόρασα το βιβλίο.

είχα διαβάσει το βιβλίο όταν βγήκε, κι ας μην έγραψα καμία κριτική ώς τώρα. ξεκινάει να στηρίξει μια κατ’εμέ αρχικά σωστή θέση, ότι δηλαδή το ρεμπέτικο είναι λαϊκό τραγούδι που το έχει σφετεριστεί η αστική τάξη, αλλά το βιβλίο και ο συλλογισμός έχει αρκετές αδυναμίες.
εκεί που απογοητεύτηκα πλήρως, είναι όταν άκουσα το σιντί που συνοδεύει το βιβλίο και ακόμα περισσότερο όταν είδα το σχήμα ζωντανά. δεν κάνανε τίποτα παραπάνω από μια απλή αναπαραγωγή του μαγαζίστικου στυλ παιξίματος και προγράμματος, και μάλιστα μάλλον κακοπαιγμένη θα έλεγα.

Θα ήθελα κάποιος απ’ όσους το διάβασαν να μου εξηγήσει τι σημαίνει ο τίτλος. Όταν λέμε “τίνος”, ποιος μπορεί τελικά να είναι αυτός; Έχει να κάνει με πρόσωπα (επώνυμα / ανώνυμα τραγούδια); Με λαούς (ελληνική / τουρκική παράδοση); Με περιοχές; Το παραπάνω μνμ του Λίγκα βέβαια βοηθάει κάπως, αφού γίνεται αναφορά σε κοινωνικές τάξεις, αλλά ακόμη δεν έχω πλήρως κατανοήσει την ερώτηση.

(Δε χρειάζεται να μου εξηγήσετε και την απάντηση!)

Ας προσπαθήσω μέσω παραθεμάτων: [u]

Επί του ερωτήματος[/u], και αντικειμένου του βιβλίου: «σε ποιον ανήκει το ρεμπέτικο, ποιοι και τι ήταν αυτοί που το δημιούργησαν σαν τραγούδι και από ποιον τρόπο ζωής;»

 [u]Επί των απαντήσεων[/u]:   «Ρεμπέτικο καλείται καταρχήν η λαϊκή μουσική των “κατώτερων” πληθυσμών των ελληνικών πόλεων του 20ού αιώνα»  

«Τα ρεμπέτικα ήταν τα τραγούδια των προλετάριων των πόλεων της Ελλάδας από τον μεσοπόλεμο έως το 1955»

«Το ρ.τρ. είναι το τραγούδι της ελληνικής εργατικής τάξης, του πάμφτωχου και σκληρά παραγωγικά εργαζόμενου προλεταριάτου μας τον καιρό που τάιζε εξ ολοκλήρου την κοινωνία του, το οποίο επικράτησε και έγινε το χαρακτηριστικό τραγούδι όλου του ελληνικού έθνους, την περίοδο 1922-1955»

Και μια λεπτομέρεια, για την ιστορία: στη σελ. 91, μετά τα αναφερόμενα από τον συγγραφέα ότι «Είναι τότε που η λαϊκή τέχνη των πόλεων ορίστηκε απʼ τον Ζαχαριάδη, ως τα τραγούδια της κάμας και της ντεκαντάντσιας, δηλαδή του υποκόσμου και της παρακμής»,
ακολουθεί η εξής φράση:
«Δεν πρόκειται για κανένα λάθος, απʼ τη γνωστή θεωρία των λαθών για εκείνη την εποχή, μα πρόκειται για καθαρή ταξική συνείδηση που μετατρεπόταν σε πολιτική γραμμή».

Εδώ λοιπόν σε υποσημείωση, ο συγγραφέας γράφει ότι αυτή η φράση παραλείφθηκε κατά τη δημοσίευση του κειμένου στο περιοδικό klika.gr, Δεκέμβριος 2011.

Δεν με ενδιαφέρει το βιβλίο, φάνηκε αυτό, φαντάζομαι. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω, διαβάζοντας κυρίως τα του Παρασάνταλου, είναι ότι ο τίτλος του θα έπρεπε να ήταν “Ποιοί, κατά τη γνώμη μου, έφτιαξαν το ρεμπέτικο”. Όσο για το “σε ποιόν ανήκει”, αν ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ανήκει στο αστικό προλεταριάτο του μεσοπολέμου και έως το 1955 (υπονοείται η 31η του Δεκέμβρη;), θα παρατηρήσω ότι το ρεμπέτικο ανήκει, πολύ απλά, σε όσους το θεραπεύουν, ανεξάρτητα από κοινωνικές τάξεις. Διαχρονικά, αυτό. Ισχύει και σήμερα.

Ο τίτλος ενός βιβλίου ή άρθρου είναι αλήθεια ότι προϊδεάζει και για το περιεχόμενο.

“Τίνος (στον ενικό αριθμό) είναι το ρεμπέτικο”

Κατ’ αρχήν, όταν εξετάζεις μια μεγάλη χρονική περίοδο (εδώ, από το μεσοπόλεμο έως το '55) οφείλεις να λάβεις υπόψη σου οπωσδήποτε τις συνθήκες (κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές) που την καθόρισαν, συνεπακόλουθα και τις θεαματικές αλλαγές που επέφεραν αυτές οι συνθήκες, σταδιακά, στη ζωή των ανθρώπων.

Με αυτή την προσέγγιση ως δεδομένο, δεν συνδέεις το ρεμπέτικο (όπως και καμιά μουσική, επίσης) με μια μικρή ομάδα “κατώτερων” ανθρώπων, [“περιθωριακών”, που λένε άλλοι αρθρογράφοι],

μιλώντας στον ενικό “Τίνος είναι…”.

Το ρεμπέτικο είναι αυτό που είναι λόγω της αποδοχής, γιατί στην πορεία - και κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες - αγκαλιάστηκε από πλατιές μάζες και οι δημιουργοί του έγιναν οι τροβαδούροι της εποχής τους, καταγράφοντας ό,τι απασχολούσε το μέσο άνθρωπο, τη μάζα, όχι μια μικρή, κλειστή ομάδα, “κατώτερων”.

Καμιά μουσική δεν αποτελεί από μόνη της ιστορικό γεγονός, γιατί απλά η μουσική δεν είναι ανεξάρτητο φυσικό μέγεθος…
Ύψιστος κριτής και για τη μουσική πάντα είναι ο κόσμος (στον πληθυντικό, όχι στον ενικό).
Υπάρχουν δείγματα περιθωριακής μουσικής τα οποία δεν άγγιξαν, δεν έτυχαν ευρύτερης αποδοχής.

Το ρεμπέτικο είναι αυτό που είναι γιατί έτυχε ευρύτερης αποδοχής και τότε και τώρα και θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον για ένα μελετητή εδώ να εστιάσει το ενδιαφέρον του, στην αποδοχή, όπως και στη διαχρονικότητα αυτού του μουσικού είδους.

Όχι επί του βιβλίου αλλά επί του ερωτήματος που βάζει ο τίτλος, νομίζω ότι τη δυσκολία στην απάντηση την προκαλεί σε μεγάλο βαθμό ότι αντιμετωπίζουμε κοινωνικούς όρους μιας προηγούμενης ιστορικής περιόδου με σημερινές (ή απλώς και μόνο με στενά υποκειμενικές - εμπειρικές) αντιλήψεις και “στερεότυπα” γύρω από τους καταμερισμούς των κοινωνικών “ρόλων” κλπ, εξ ου και η σύγχυση αν είναι λαϊκό, αν είναι περιθωριακό κι όλα αυτά.
Την εντύπωση αυτή μου την ενίσχυσε το γεγονός ότι ύστερα από πολλά χρόνια ξαναδιάβασα μαζεμένες τις αυτοβιογραφίες τριών μορφών της τζαζ (Αρμστρονγκ, Χολιντέι και Μίνγκους), όπου τηρουμένων των αναλογιών οι δρόμοι είναι παράλληλοι με το δικό μας ρεμπέτικο: μια αστική λαϊκή μουσική στο μεταίχμιο της προφορικής παράδοσης και της δισκογραφίας (και εν γένει των σόου μπίζνες), μια προλεταριακή μάζα σε μια εποχή μεταβατική, όπου με έναν τρόπο συνυπάρχουν όλα τα λουλούδια κι όλες οι πληγές και όπου οι ανάγκες της επιβίωσης δεν επιτρέπουν στεγανά ανάμεσα στο “νόμιμο” και το “παράνομο”, ανάμεσα στην τίμια δουλειά ης εργατιάς, το τζόγο, το νταϊλίκι, το αγαπητιλίκι κλπ κλπ, όπου οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας με το ένα χέρι κουβαλάνε κάρβουνα για το μεροκάματο και με το άλλο παίζουν τρομπέτα, ή οι πρωταγωνίστριες καλλιεργούν τη φωνή τους σφουγγαρίζοντας σκάλες (αντί να κάνουν βίζιτες, το οποίο ήταν “από μόνο του” μια άμεσα προσφερόμενη εναλλακτική επιλογή “επαγγελματικού προσανατολισμού”), εκεί παιδιά ή εγγόνια πρώην σκλάβων με τις παραδόσεις τους, τις μνήμες και την πραγματικότητα της καταπίεσης, εδώ πρόσφυγες ή εσωτερικοί μετανάστες είτε με τις μνήμες της χαμένης πατρίδας και την πραγματικότητα της ζωής από το μηδέν, είτε και με τις παραδόσεις και αντιλήψεις των αστικών συντεχνίων μιας εποχής που χάνεται δίνοντας (ολόπλευρα, δηλαδή ακόμα και στο νταϊλίκι) τη θέση της στον απογυμνωμένο εμπορευματικό ανταγωνισμό και στη μισθωτή εργασία, και γενικά κι εδω κι εκεί απλώς φτωχοί, που η δισκογραφία, το κλαμπ ή η ταβέρνα και γενικά ο κόσμος όπου κυκλοφορεί χρήμα δίνει την ευκαιρία μια καλύτερης ζωή και ταυτοχρονα ράβει στα δικά του μέτρα και το κοστούμι που “πρέπει” να φορεθεί κλπ κλπ κλπ.
Κάπως έτσι έχει το θέμα νομίζω για το σημείο αφετηρίας, φυσικά από κει και πέρα αρχίζουν μια σειρά ιστορικές διαφορές που δίνουν το δικό τους στιγμα στην παραλληλία των δρόμων, χώρια οι μουσικολογικές διαφορές που ως προς το ερώτημα είναι βασικά εντελώς δευτερεύουσες.
Μια απάντηση εντελώς δια της τεθλασμένης βέβαια για το σε ποιον ανήκει το ρεμπέτικο.
Στον Μάρκο που δουλεύει στο λιμάνι και στα σφαγεία ή στον Μάρκο που φουμέρνει τον αργιλέ του και κάνει τον αγαπητικό άμα λάχει; Πρόκειται όμως για τον ίδιο άνθρωπο και για την ίδια ζωή που σαν ατομική ζωή καθρεφτίζει στα χρόνια της τη ζωή μιας ολόκληρης κοινωνικής μάζας, που κατά βάση λέγεται και προλεταριακή και στην ευρύτερη γενικότητά της λαϊκή.

Εντάξει Άγη, πολύ ωραία όλα αυτά και πολύ γνωστά. Με αυτά και μόνο, όμως, δεν γράφεται βιβλίο “για το ρεμπέτικο”. Για το ξεκίνημα θα χρειαστεί έρευνα που θα πάρει υπόψη όλα αυτά:

και πάρα πολλά άλλα ακόμα, και έπεται συνέχεια μέχρι να ολοκληρωθεί κάτι. Δόξα τω θεώ υπήρξαν μέχρι χτές πολλά βιβλία πάνω στο θέμα “τίνος είναι”, κι ας μην το ανέφεραν στους τίτλους τους, προσετέθη ένα ακόμα, που υποστηρίζει ότι αυτό βρήκε τη σωστή απάντηση. Εν πάσει περιπτώσει όμως, το ερώτημα

, τον Μάρκο εργάτη, τον Μάρκο χασικλή ή τον Μάρκο αγαπητικό, δεν απαντάται με επιλογή του ενός από τα τρία. Η απάντηση βρίσκεται,νομίζω εγώ, σε αυτό που ανέφερα ήδη πιό πάνω και με το οποίο και η Ελένη ουσιαστικά συμφωνεί: Στην αποδοχή και τη συνέχιση της θεραπείας του είδους. Γιατί απλούστατα, αν ο Μάρκος δεν είχε ακροατές, όλη η δουλειά του θα είχε πάει χαμένη.

1 Like

@ #18

Η αλήθεια είναι ότι έβαλα το σχόλιό μου γιατί δεν με κάλυπτε η δική σου απάντηση, Νίκο, όπως και η απάντηση της Ελένης. Ίσως γιατί κάτι μου διαφεύγει στο ερώτημα (“σε ποιον ανήκει”) ή γιατί το κατανοούμε με διαφορετικό τρόπο, ίσως γιατί μου διαφεύγει κάτι στις απαντήσεις, ή ίσως γιατί δεν μου διαφεύγει τίποτα και πράγματι οι απαντήσεις απλώς δεν με καλύπτουν.

Καταρχήν πρέπει, μετά από κάποια σκέψη, να αναιρέσω αυτό που έγραψα στο προηγούμενο σχόλιο, ότι δηλαδή “οι μουσικολογικές διαφορές … ως προς το ερώτημα είναι βασικά εντελώς δευτερεύουσες”. Δεν μπορεί να θεωρηθούν δευτερεύουσες διότι το “σε ποιον ανήκει” κατά περίοδο το μουσικό είδος (ρεμπέτικο, τζαζ ή όποιο άλλο) αποτελεί και έναν από τους παράγοντες εμφάνισης σημαντικών μουσικολογικών (και στιχουργικών) διαφοροποιήσεων. Λχ η τζαζ στα χέρια του Χόλυγουντ είναι άλλη από τη τζαζ πριν περάσει στα χέρια του ή από τη τζαζ που εξελίχτηκε εκτός Χόλυγουντ. Το ρεμπέτικο επίσης στα χέρια της σημερινής κομπανίας είναι διαφορετικό από το ρεμπέτικο του Ζαγωραίου και παρόλο που το πρώτο επιστρέφει ας πούμε στις ρίζες είναι το δεύτερο που αποτελεί μια αδιάκοπη συνέχεια από τις ηχογραφήσεις του Παπαϊωάννου το 1970 στο μαγαζί για παράδειγμα.

Κατά τα άλλα βέβαια δεν ισχυρίστηκα ότι με τις 100 λέξεις του σχολίου μου “γράφεται βιβλίο για το ρεμπέτικο”. Με αυτές τις 100 λέξεις ήθελα απλά να δώσω μια γενική απάντηση στο ερώτημα “σε ποιον ανήκει”, όπως δίνεις κι εσύ με 5 λέξεις: “στην αποδοχή και θεραπεία του είδους” χωρίς φυσικά να “γράφεται βιβλίο” ούτε και με αυτές.

Αλλά νομίζω το θέμα μας εδώ δεν είναι να “γράψουμε βιβλίο”, απλά προσπαθούμε να προσεγγίσουμε μια απάντηση στον ερωτηματικό τίτλο ενός βιβλίου που έχει ήδη γραφτεί (από την πλευρά μου χωρίς καν να το έχω διαβάσει). Το οποίο ερώτημα (“σε ποιον ανήκει”) κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά σαν ερώτημα για τους όρους γέννησης και εξέλιξής του, σαν ερώτημα γύρω από θέματα πολιτισμικών παραδόσεων και κοινωνικών συνθηκών, κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων, κατηγοριών και υποκατηγοριών για τις οποίες αποτελούσε τη δική τους μουσική, και για το πώς όλοι αυτοί οι κοινωνικοί όροι μεταβάλλονταν παρασέρνοντας στη μεταβολή τους και το είδος.

Ενώ μια απάντηση του είδους “στην αποδοχή και στη θεραπεία του” κατά τη γνώμη μου ακυρώνει το ίδιο το ερώτημα κα το αναιρεί. Άλλωστε για ποιο παρόμοιο ερώτημα δε μπορεί να δοθεί η ίδια απάντηση: “Σε ποιον ανήκουν” τα ομηρικά έπη, η λυρική ποίηση, το αρχαίο δράμα, το δημοτικό τραγούδι, η μπαρόκ μουσική κά; Και τι σημαίνει μια απάντηση “στην αποδοχή και τη θεραπεία του κάθε είδους από αυτά”; Στον Ομηρο, στη Σαπφώ και στον Αισχύλο, στον ανώνυμο ή επώνυμο μουσουργό και στιχουργό και εξίσου στον καθηγητή πανεπιστημίου, τον μουσικολόγο, τον φιλόλογο του λυκείου, τους μαθητές που παιδεύονται στη μετάφραση, τους σημερινούς αναγνώστες και ακροατές, μουσικούς και συγγραφείς: Αλλά απάντηση στο ερώτημα δεν παίρνουμε.

Εννοείται βέβαια ότι η αναφορά στον Μάρκο είχε μια σχηματικότητα, αλλά και πάλι η απάντηση δεν ήταν “το ρεμπέτικο ανήκει στο Μάρκο με αυτές τις τρεις “ιδιότητες””. Αυτή η σχηματική μεταχείριση του Μάρκου ήταν γέφυρα προς αυτό που έγραφα στη συνέχεια, ότι ο Μάρκος σαν ατομική ζωή καθρεφτίζει τη ζωή μιας ολόκληρης κοινωνικής μάζας, που κατά βάση λέγεται και προλεταριακή και στην ευρύτερη γενικότητά της λαϊκή. Μές στους κόλπους της οποίας γεννήθηκε το ρεμπέτικο, μες στους κόλπους της οποίας επίσης γεννήθηκαν οι δημιουργοί του και οι ακροατές του, και που με αυτή την αφετηριακή έννοια το ρεμπέτικο της ανήκει.

Μπορεί αυτά τα κοινωνικά στρώματα (προλεταριακά - λαϊκά) να είναι τα κατώτερα στην κοινωνική διαστρωμάτωση, μπορεί να μην είναι τα τυπικά για τον “μέσο άνθρωπο”, μπορεί επίσης οι όροι της ζωής τους να αποτελούσαν πραγματικά “άλλο κόσμο” είτε για τον “μέσο” είτε για τον “ανώτερο” άνθρωπο, παρόλα αυτά σύντομα βγήκαν στο προσκήνιο της ιστορίας με όλες τους τις αντιφάσεις κι ο πολιτισμός τους (η μουσική τους, το θέατρο σκιών τους κλπ κλπ) έγινε κτήμα της κοινωνίας που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έβαλε πάνω του τη δική της σφραγίδα τροποποίωντας τον ριζικά, κάνοντάς τον εν τέλει “άλλο” τόσο πολύ ώστε για μένα από ένα σημείο κι έπειτα να βρίσκεται έξω ή σχεδον έξω από το ερώτημα σε ποιον ανήκει αυτος ο πολιτισμός γενικά και το ρεμπέτικο ειδικότερα. Το ερώτημα από ένα χρονικό - ιστορικό σημείο πρέπει με διαφορετικό τρόπο να τεθεί κατά τη γνώμη μου.

Ε! όχι δα!:245:

Η -με το στανιό- «αποδοχή» υποδηλώνει υποχρέωση κι υποδουλώνει τον δημιουργό.

Μονάχα ένα χρέος έχει ο δημιουργός: να μήν έχει «χρέος» και να μην χαρίζεται! Σε κανέναν!