Νίκος Μάθεσης Αυτοβιογραφία

γεια σε ολο το φορουμ.παιδια θα ηθελα αν μπορει καποιος να με βοηθησει σας παρακαλω.ψαχω το βιβλιο με την βιογραφια του νικου μαθεση η τρελακια αλλα δυστηχωσ δεν μπορω να την βρω.μηπως ξερει καποιος αν μπορω να την βρω καπου?ευχαριστω προκαταβολικα

1 «Μου αρέσει»

Υπάρχει το βιβλίο του Τάσου Καραντή “Νίκος Μάθεσης ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου”, αλλά έχω την εντύπωση πως έχει εξαντληθεί.
Αν έχεις κανένα γνωστό κοντά που να το έχει και να μπορέσεις να το δανειστείς, θα ήταν καλά.

Αλλά, και ο Χατζηδουλής στη “Ρεμπέτικη ιστορία” αναφέρει αρκετά στοιχεία και για το Μάθεση.

1 «Μου αρέσει»

ευχαριστω πολυ για την απαντηση ελενη.αυτο το βιβλιο ψαχνω του καραντη αλλα δεν το βρισκω πουθενα.θα κοιταξω και αυτο που μου ειπες.σε ευχαριστω

Κι εγώ έχω ακούσει ότι έχει εξανληθεί. Φοβάμαι πως δεν θα υπάρξει νεότερη έκδοση.

αυτο βλεπω και εγω.αν και το βρηκα σε καποιο σαιτ και δεν λεει οτι εχει εξανληθει.θα παρω τηλ για να μαθω.

Θωμά οι πληροφορίες που υπάρχουν για μάθεση, ούτως ή άλλως είναι αρκετές. Μόνο το αυτοβιογραφικό σημείωμα των 4 σελίδων (που αντιστοιχούν σε περίπου 10 σε κανονικό μέγεθος χαρτιού) στα Ρεμπέτικα Τραγούδια του πετρόπουλου είναι υπεραρκετό. Εκτός αν θες να διαβάσεις ιστορίες με μάγκες και τα σχετικά…

ανεστακο ευχαριστω για την απαντηση.το βιβλιο του πετροπουλου το προμηθευτικα τελευτεα και δεν το εχω διαβασει ακομα αλλα θα θελα να διαβαζα και του καραντη νομιζω πωσ θα εχει ωραιες ιστοριες.

Χατζηδουλής Κώστας,[i] Ρεμπέτική Ιστορία 1, Περπινιάδης, Γενίτσαρης, Μάθεσης, Λελάκης, /i εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1979

ευχαριστω πολυ vladimiros γεια την απαντηση

Το παρακάτω κείμενο είναι απο το βιβλίο του Τάσου Καραντή “Οι αναμνήσεις του αγωνιστή Βαγγέλη Σαλταμάνη”, εκεί ο Σαλταμάνης διηγείται:
“…στη Γενική Ασφάλεια Πειραιώς με κρατήσανε ορισμένο καιρό. Μια φορά, έπλενα το πιάτο μου,ήρθε ένας δίπλα μου να πλύνει κι αυτός το δικό του. Έκανε πως το έπλενε, δώστου το έτριβε. αλλά δεν έφευγε απο δίπλα μου. Καμιά φορά γύρισε και μου είπε σιγανά: " Στην κατόγκα σ’ έχουνε, μωρ’ αδερφέ μου;” Τι είναι τούτος; Σκέφτηκα. Αυτός συνέχισε: “Δεν ανθίζεσαι;”, “Ρε μίλα ελληνικά να σε καταλάβω! Τι είναι αυτά που λες;” του είπα. Αυτός επειδή με είχε γνωρίσει, εγώ δεν τον είχα καταλάβει ακόμα, ήθελε να μου πει, στο υπόγειο σ’ έχουνε με τους άλλους; Του είπα βαριεστημένα: “Ναι στην κατόγκα μ’ έχουνε”. “Έλα απ’ την άλλη μπάντα”, μου είπε. Πήγα απ την άλλη μπάντα. Συνέχισε: “Βάλε το χέρι στην τσέπη και τσάκωσε τα!”. Τζιμάνικη γλώσσα, δεν τα καταλάβαινα. Έβαλα το χέρι στην τσέπη του και είδα οτι είχε δυο πακέτα τσιγάρα ΑΣΣΟΣ, σφραγισμένα ήταν, δεν τα είχε ανοίξει. “Ε και τι να τα κάνω;” “Πάρτα! Εκεί που είσαστε θα σας κόψει η ατσιγαρίλα! Τώρα έλα απο την άλλη μπάντα” Πήγα απο την άλλη μπάντα. “Βάλε το χέρι και τσάκω τα”. Έβαλα το χέρι στην τσέπη και χούφτωσα κάτι λεφτά. “Ρε, αυτά είναι λεφτά! Τι να τα κάνω;”. “Πάρτα γιατί θα σου χρειαστούνε!”. “Δε μου λες τώρα και ποιός διάβολος είσαι;”. “Δε με γνώρισες; Εγώ είμαι μωρ’ αδερφέ μου, ο Νίκος ο Τρελάκιας είμαι!” (Ήταν ο Σαλαμινιός ρεμπέτης στιχουργός και περιβόητος μάγκας και νταής του πειραιά). “Βρε Νίκο, εσύ είσαι;”. “Ναι.Πάρτα και πήγαινε. Θα σου χρειαστούνε. Εγώ θα φύγω απο δώ, αλλά εσύ δεν ξέρω που θα πας! Άντε γεια χαρά”. “Να πας στο καλό, Νίκο ευχαριστώ!” Πήγα κάτω και είπα στα παιδιά: “σας έφερε τσιγάρα” Τσιγάρα; Ζήτω!

Κατά την άποψη μου διηγείται μια πράξη σπουδαία του Νίκου Μάθεση. Μιλάμε για την περίοδο της Κατοχής. Άλλοι ήτανε πολιτικοί και άλλοι “ποινικοί” κρατούμενοι.
Το κείμενο το βρήκα στο περιοδικό “Θέματα παιδείας τεύχος 27”, σ’ ένα άρθρο για το ρεμπέτικο της Αντίστασης και του εμφυλίου.
Τα σχόλια δικά σας-αν χρειάζονται-.

2 «Μου αρέσει»

Σαλαμινιός ο Νίκος ο τρελάκιας?Αυτά είναι!
Τελικά Θωμά έμαθες αν το βιβλίο της βιογραφίας του κυκλοφορεί ακόμα?

Νίκος Μάθεσης, ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου: ένα πορτρέτο και ένας μονόλογοςΚείμενο: Τάσος Π. Καραντής

[ul]
[li]Νίκος Μάθεσης[/li][li]Τάσος Π. Καραντής[/li][/ul]
|Το 1999 έγραψα ένα βιβλίο (εργοβιογραφία) για τον θρυλικό ρεμπέτη και άγριο μάγκα του Πειραιά, το Νίκο Μάθεση (1907-1975), περισσότερο γνωστό κι ως Τρελάκια («Νίκος Μάθεσης – ο θρυλικός Τρελάκιας του ρεμπέτικου», εκδ. “Στοχαστής”, Αθήνα 1999).
|
Φέτος (2010) συμπληρώθηκαν 35 χρόνια από το θάνατό του (27-4-1975) και μιας και το βιβλίο μου έχει, από χρόνια, εξαντληθεί, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα συνοπτικό πορτρέτο του, εδώ στον «ΟΡΦΕΑ».
Επειδή όμως ο Μάθεσης είχε και μια μυθιστορηματική ζωή, παράλληλα με το πορτρέτο του, επέλεξα τα πιο δυνατά, ζωντανά και περιεκτικά αποσπάσματα από τα ίδια του τα λεγόμενα, μέσα από τα απομνημονεύματά του, προσπαθώντας, μʼ αυτά, να συνθέσω ένα κείμενο, έναν μονόλογο που να περικλείει, συνοπτικά, όλη την περιπετειώδη ζωή του!
Ταυτόχρονα, αφαιρώντας τα ονόματα, ήθελα να δοκιμάσω αν αυτή η νέα σύνθεση μπορεί να λειτουργήσει, αυτόνομα, ως ένας θεατρικός μονόλογος, ο «μονόλογος ενός ρεμπέτη, του Νίκου Μάθεση».

|

|Ο Νίκος Μάθεσης ο Τρελάκιας (1907-1975) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του με σημαντική προσφορά, ενώ η καλλιτεχνική αξία του, σύμφωνα με τους ρεμπετολόγους, είναι μεγάλη. Παράλληλα όμως υπήρξε και μια προσωπικότητα μοναδική και προκλητική που έζησε κι έδρασε, πέρα από τα όρια και τις κοινωνικές συμβάσεις, στους ημιπαράνομους χώρους του Πειραιά και στο γκέτο της Δραπετσώνας. Εκεί επιβλήθηκε κι έγινε ένα ξεχωριστό πρόσωπο που έγραψε ιστορία στην εποχή του, στην πιάτσα του Πειραιά, στον υπόκοσμο και στον κόσμο των ρεμπέτηδων.
|

Η μυθιστορηματική ζωή του ξεκινά από τη Σαλαμίνα, στην οποία γεννήθηκε το 1907. Γύρω στα 1916-1917 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στον Πειραιά, στον Άγιο Νικόλαο στο Τελωνείο. Ο πατέρας του, ο Γιώργος Μάθεσης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Κεντρική Ιχθυαγορά του Πειραιά. Το 1922 ο Ν. Μάθεσης, σε ηλικία 15 ετών, βρέθηκε στην ψαραγορά κι από ʽκεί, όπου μεγάλωσε κι ανδρώθηκε, μπήκε, αργότερα, στην πιάτσα του Πειραιά.

Σʼ αυτόν τον άγριο κόσμο προσπάθησε να γίνει από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελε να γίνει πρωτοπαλίκαρο και άρχισε να κάνει κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και το νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες προπολεμικά τον υπολόγιζαν. Νόμος του ο νόμος της μαγκιάς. Ήταν πασίγνωστος. Μόλις έλεγε Νίκος Τρελάκιας, τον γνωρίζανε και οι πέτρες. Το 1938 μάλιστα έκανε και φόνο, όπου, βρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, τον μάγκα και το φόβητρο της Φρεαττύδας.
Στη δισκογραφία του ρεμπέτικου μπήκε νωρίς, από το 1930, σαν ένας από τους πρώτους στιχουργούς του. Ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια («Μες στου Νικήτα τον τεκέ» και «Ο γεωργός») με τον Γιώργο Παπασιδέρη και συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς συνθέτες της περιόδου 1930-1939, Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη ή Ογδόντα, Δημήτρη Μπαρούση ή Μπαρού ή Λορέντζο, Μανόλη Χρυσαφάκη ή Φυστιξή, Γιώργο Μπάτη, Πέτρο Κυριακού, Ανέστη Δελιά ή Αρτέμη και φυσικά τον Στελλάκη Περπινιάδη(1934) με, το πασίγνωστο χασάπικο, τη θρυλική «Γάτα»:

Έδιωξα κι εγώ μια γάτα / πούʼ χε γαλανά τα μάτια
σαν κοιμόμουνα τη νύχτα / μουʼ χωνε βαθιά τα νύχια…

Τραγούδια του τραγούδησε και η υπέροχη και ανεπανάληπτη Ρόζα Εσκενάζυ. Τα τραγούδια του είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου και σαν στιχουργός κατατάσσεται στους πρωτοπόρους του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού με ουσιώδη προσφορά στην ανάπτυξή του εκείνα τα χρόνια.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Σταύρο Τζουανάκο και με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το τραγούδι τους «Σε διώξαν απʼ την Κοκκινιά» ήταν από τις πιο μεγάλες επιτυχίες της εποχής(1950), ένα κλασικό ζεϊμπέκικο που παίζεται και τραγουδιέται μέχρι τις μέρες μας :

Σε διώξαν απʼ την Κοκκινιά / για τόχες παρακάνει
και στο Χατζηκυριάκειο, άμυαλη / άρχισες το σεργιάνι…

Τελευταίο του τραγούδι (ανέκδοτο) που ηχογραφήθηκε, μετά το θάνατό του, είναι το «Ένας λεβέντης έσβησε» (γραμμένο για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη) με τον Γιώργο Νταλάρα στο δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980).
Ο Νίκος Μάθεσης έχει κατακτήσει, άξια κι αδιαμφισβήτητα, την πρωταγωνιστική του θέση στην ρεμπέτικη ιστορία. Αποτελεί μοναδική περίπτωση πληρότητας και αυθεντικότητας, όπου λόγος και έργο ταυτίζονται στα πλαίσια ενός βίου ακραίου, προκλητικού, αλλά, συνάμα, και δημιουργικού. Πριν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Να συλληφθεί το ντουμάνι» (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004). Πρόκειται για μια σημαντική έρευνα, στην οποία συγκεντρώνονται συνεντεύξεις που ο Λ. Παπαδόπουλος είχε πάρει, το 1972,από παλιούς ρεμπέτες και τεκετζήδες.
Ο Μάθεσης έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στο βιβλίο, όχι μόνο λόγω της συνέντευξής του που περιέχεται σʼ αυτό, αλλά και γιατί είναι, άθελά του, αυτός που έδωσε και τον τίτλο του! Περιγράφει με τον χαρακτηριστικό λόγο του όλο το σκηνικό τεκές – τεκετζήδες – χασικλήδες – αστυνομία και καταλήγει αναφερόμενος στις εφόδους της αστυνομίας στους τεκέδες : «…Εν τω μεταξύ, με το μπραφ, έχουνε τσιλιαδόρους αυτοί. Χανότανε ο αργιλές. Ε, το ντουμάνι… Πάρε το ντουμάνι να το συλλάβεις! Και κανʼ του μήνυση. Κατάλαβες;». Το κατάλαβε βέβαια ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και είχε έτοιμο φυσικά και τον τίτλο του βιβλίου του, «Να συλληφθεί το ντουμάνι», χάρη στην άμεση κι αυθεντική αφήγηση του Μάθεση, ενός δημιουργού που, τριάντα πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο λόγος του και το έργο του παραμένουν πάντα διαχρονικά.

|[RIGHT]ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ
[/RIGHT]

Λένε πως τα τραγούδια που είχε γράψει ήταν πολλά. Ο Κ. Βούλγαρης (εφημ. «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ», 30 Σεπτεμβρίου 1972) αναφέρει πως έγραψε περίπου 100 κομμάτια. Ο γνωστός ερευνητής και ιστορικός του ρεμπέτικου τραγουδιού Παναγιώτης Κουνάδης σημειώνει πως: «Ο Νίκος Μάθεσης, που εκτός από στιχουργός ήταν και εξαίρετος σκιτσογράφος-γελοιογράφος, αν και έγραφε στίχους σε εκατοντάδες τραγούδια, συνήθως τα χάριζε και ελάχιστα είναι καταχωρημένα στο όνομά του» (βλ. σημείωμα του στο CD «Τραγουδιστές του Ρεμπέτικου – Στελλάκης Περπινιάδης Ι»). Αν οι παραπάνω αριθμοί μπορεί να φαντάζουν υπερβολικοί, το σίγουρο είναι πως ο Μάθεσης πολύ εύκολα έδινε τραγούδια του για να τα μελοποιήσουν αλλά και τα χάριζε γνωρίζοντας πως δε θα αναφερθεί τʼ όνομά του ως στιχουργού.

  1. «ΜΕΣ ΣΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΝ ΤΕΚΕ» (βαρύ και παραπονιάρικο ζεϊμπέκικο. Προηγείται ωραίο και μεγάλο ταξίμι)
    Μουσική: Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης ή Ογδόντας / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1931
  2. «Ο ΓΕΩΡΓΟΣ»
    Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης
  3. «ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ»
    Μουσική: Γ. Μπάτης / Ερμηνεία: Γ. Μπάτης
  4. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ Ο ΤΣΑΜΠΟΥΚΑΣ», (βαρύ ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Πέτρος Κυριακού / Ερμηνεία: Πέτρος Κυριακού / Δίσκος του 1932
  5. «Ο ΝΤΟΥΝΤΑΣ» (ζεϊμπέκικο). Αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο, τον Σαλαμίνιο Βαγγέλη Λύτρα, αδερφό της μάνας του Μάθεση.
  6. «Ο ΝΙΚΟΣ Ο ΤΡΕΛΑΚΙΑΣ», (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1933
  7. «ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΑΤΖΗΣ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Μανόλης Χρυσαφάκης ή Φυστιξής / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1934
  8. «ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑ» (χασάπικο)
    Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1935
  9. «ΒΡΕ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1935
  10. «ΜΑΣ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΓΙΛΕ» (βαρύ ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1936
  11. «ΣΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ» (χασάπικο)
    Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1938
  12. «ΣΟΥʼ ΧΑ ΧΑΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» (χασάπικο)
    Μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου / Δίσκος του 1939
  13. «ΑΡΡΩΣΤΗΣΑ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Στελλάκης Περπινιάδης / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1947
  14. «ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΒΛΕΠΩ» (χασάπικο)
    Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1949
  15. «Ο ΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ» (χασάπικο)
    Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1950
  16. «ΣΕ ΔΙΩΞΑΝ ΑΠʼ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης και Ρένα Στάμου
    Δίσκος του 1950
  17. «ΨΕΥΤΙΚΕ ΚΟΣΜΕ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Σταύρος Τζουανάκος / Ερμηνεία: Σταύρος Τζουανάκος / Δίσκος του 1951
  18. «ΚΑΘΕ ΜΑΝΑ ΑΓΑΠΑΕΙ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Νίκος Βούλγαρης / Ερμηνεία: Νίκος Βούλγαρης / Δίσκος του 1958
  19. «ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΕΣΒΗΣΕ» (ζεϊμπέκικο)
    Μουσική: Μιχάλης Γενίτσαρης / Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
    Δίσκος του 1980, «Ρεμπέτικα της κατοχής», MINOS DAL-MSM 391
    |

|[RIGHT]Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ TOY ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ
|
[/RIGHT]

Μεγάλωσα στον Περαία. Καθόμασταν στον Άγιο Νικόλαο, στο Τελωνείο. Ο πατέρας μου ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Αγορά του Περαία. Είχε πάγκο στην Κεντρική Ιχθυαγορά. Εμένα μου άρεσαν τα γράμματα και η ζωγραφική κι από πιτσιρικάς ζωγράφιζα, έκανα σχέδια κι έγραφα στίχους. Όμως ο πατέρας μου δεν μʼ άφησε να τελειώσω το Γυμνάσιο. Μʼ έβγαλε και με πήρε μαζί του στην Αγορά λέγοντάς μου : «Εδώ είναι το ψωμί, οι ζωγράφοι πεινάνε»!

Σε ηλικία 15 χρονών, στις αρχές της δεκαετίας τουʼ20, βρέθηκα στην ψαραγορά, μέσα σε μια Βαβυλωνία κακοποιών, που το λόγο είχε το δίκοπο μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Απʼ όλα είχε ο μπαξές, χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, βαρκάρηδες, αμαξάδες, χασισοπότες και νταήδες. Βρέθηκα σε μια κόλαση, μέσα στο βούρκο της Αγοράς.
Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τσελέπη ήταν στην ημερησία διάταξη. Όσο για τεκέδες, ήταν γεμάτος, στην Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, Χατζηκυριάκειο και στην Τρούμπα. Κι όσο πιο πέρα πήγαινες, προς Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του ʼδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε τη δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Ο Περαίας τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που μετά έγιναν φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρʼ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι. Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες. Η ίδια η γυναίκα που για χάρη της είχε εγκληματήσει κάποιος ήταν υποχρεωμένη να τον συντηρεί μέχρι να βγει από τη φυλακή. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί θα την σκότωναν οι φίλοι του. Όταν όμως ο εγκληματίας αγαπητικός έβγαινε από την φυλακή, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί, απαραίτητος κανών. Και για τον σκυλόμαγκα ο άγραφος νόμος ήταν σκληρός!

Τη δεκαετία τουʼ30 η Δραπετσώνα ήταν γκέτο, όχι όπως σήμερα που ʼχει γίνει Κολωνάκι! Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς. Σύχναζαν εκεί στους τεκέδες και στα μπουρδέλα των Βούρλων άνθρωποι από κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα Βούρλα είχανε 500 πουτάνες και συχνάζανε εκεί όλοι αυτοί του σιναφιού αυτουνού. Είχα γνωρίσει μια πουτάνα των Βούρλων, που έμενε στα Καρβουνιάρικα, τη Λούση. Αυτοκτόνησε αυτή το ʼ33, ήτανε μαστουρωμένη και μαχαιρώθηκε, σφάχτηκε μόνη της. Αυτή ήταν η Δραπετσώνα, παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες. Η Ασφάλεια γύριζε μέρα νύχτα και κάθε τόσο έκανε μπλόκο. Τα χρόνια αυτά ήταν φωτιά, για πέντε δεκάρες σκότωναν, έτσι από αγαπητιλίκι ή μαγκιά. Από μικρός, ήμουνα και λιγάκι ζωηρός, μπήκα στην πιάτσα του Περαία. Τότε ήταν η εποχή των κουτσαβάκηδων και των νταήδων. Υπήρχαν οι τεκέδες, που ήταν κρυφοί με κλειστή την πόρτα.

Έμπαινες και χτυπούσες συνθηματικά και ο τεκετζής σε ʼβλεπε από κάποια τρύπα της πόρτας. Υπήρχαν και τα καταγώγια που είχαν άδεια καφενείου. Σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε συνοικιακό καφενείο ήταν κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι που σύχναζε εκεί. Σʼ αυτά τα καφενεία δεν σταματούσε, νύχτα-μέρα, το μπουζούκι από κοπρόμαγκες, σκυλόμαγκες, μοσχόμαγκες της φυλακής και τους γνήσιους μάγκες, ανθρώπους της τούφας που το ʼχαν μάθει στο σχολείο, τη φυλακή δηλαδή. Άκουγες πάντα ωραία ταξίμια μάγκικα και τραγούδια μόρτικα της φυλακής. Μπερδευότανε το κελάηδισμα του μπουζουκιού με την μυρωδιά της ταλμίρας από το ναργιλέ και το τσιγαριλίκι. Για να έμπαινες βέβαια εκεί έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν παιδί του κουρμπετιού και να είχες εγκληματήσει απαραιτήτως!

Σʼ αυτόν τον κόσμο μπήκα κι εγώ και προσπάθησα να γίνω από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελα να γίνω πρωτοπαλίκαρο κι άρχισα να κάνω κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και στο νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες και οι νταήδες με υπολόγιζαν. Είχα γίνει πασίγνωστος, με γνωρίζανε κι οι πέτρες και δεν ήμουν μαχαλόμαγκας. Πήγαινα και στις άλλες περιοχές, στα λημέρια που είχαν οι άλλοι μάγκες και τα ʼβαζα μαζί τους! Νόμος μου ήταν ο νόμος της μαγκιάς. Γιατί εμείς είχαμε τους δικούς μας νόμους, δικιά μας ταρίφα. Δεν υπολογίζαμε ούτε Θεό και πιο πολύ τους μπάτσους, δεν τους γουστάρω τους μπάτσους. Αυτό που γουστάραμε το κάναμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Δε σύχναζα όμως στα χαμαιτυπεία και κάτι τέτοια, ούτε έκανα παρέα με σωματέμπορους, κακοποιούς και κάτι άλλους χάληδες που φοράγανε μια ναυτική φανέλα χειμώνα καλοκαίρι. Είπαμε, έκανα παρέα με μάγκες, με τους μεγαλύτερους μάγκες της εποχής και με κουτσαβάκια που δεν σήκωναν από τους άλλους ούτε χαμόγελο. Ήταν περιβόητοι μάγκες, άντρες ζόρικοι, που τους έτρεμαν όλοι, άντρες που για να τους μιλήσεις έπρεπε να κάνεις μαθήματα ένα μήνα πιο μπροστά στο σπίτι σου γιʼ αυτό που θα τους πεις! Πριν τολμήσεις να τα βάλεις μαζί τους έπρεπε να περάσεις να μεταλάβεις από καμιά εκκλησιά!

Ο σκύλος, μπουλντόγκ συνήθως, ήταν απαραίτητος στους νταήδες και συνόδευε τον αφέντη του παντού. Όποτε πήγαινα στον τεκέ έπαιρνα και τον σκύλο μαζί. Ναργιλέ εγώ ναργιλέ κι σκύλος! Στο τέλος είχε γίνει από τους πρώτους χασικλήδες στον Περαία! Μόλις έφτανα στον τεκέ, πριν προλάβω να μπω μέσα, είχε μπουκάρει ο σκύλος κι άρχιζε να γαβγίζει δυνατά. Ήθελε ναργιλέ! Μόλις έπινε κάνα -δυο ήτανε εντάξει, είχε μαστουρώσει. Ήτανε σκύλος μάγκας, χασικλής. Δεν έπινε ό,τι να ʼτανε. Δεν έπινε τα κατακάθια, τις τζούρες, ήθελε να είναι καλό πράμα και πάντα το ναργιλέ με φρέσκια τουμπεκιά!
Το χόμπι μου, από μικρός ήτανε να ζωγραφίζω και να γράφω στίχους. Το 1930 άρχισα να γράφω τραγούδια για δίσκους. Το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησα είχε τον τίτλο «Μεσʼ στου Νικήτα τον τεκέ» :

Χαρμάνης είμαι απʼ το πρωί / και πάω να φουμάρω
μεσʼ στου Νικήτα τον τεκέ / που ʼχει το φίνο μαύρο.

Τότε, όταν έβγαιναν αυτοί οι δίσκοι, η Ασφάλεια μας είχε στη μπούκα, επειδή γράφαμε για ναργιλέδες και για τέτοια. Μια φορά, είχα πάει στο “πανεπιστήμιο” της Δραπετσώνας κι εκεί στη σιδερένια γέφυρα στον Άγιο Διονύση, στα ψυγεία, με πλησίασε ένας μπάτσος της Ασφάλειας και μου είπε : «Δε φτάνει που σας αφήνουμε αβέρτα, μας βάζετε και στα γραμμόφωνα και μας προκαλείτε». Κουβέντα στην κουβέντα, αρπάχτηκα μʼ αυτόνε. Χάλασε ο κόσμος εκείνη τη μέρα. Τον έβρισα άσχημα : «Θα σου βάλω ένα ναργιλέ στον πάτο, ρε πούστη, γαμώ το στέμμα σου» του είπα!
Το 1938 έκανα το φόνο. Υπήρχε ένας μάγκας τότε που ήταν το φόβητρο της Φρεαττύδας. Ήταν άγριος και αιμοβόρος μάγκας φορτωμένος με τσαμπουκάδες και παλιές καταδίκες, είχε χρόνια στη φυλακή. Ήταν σκυλόμαγκας που σκότωνε με το παραμικρό. Άνοιξα μαζί του προηγούμενα σʼ έναν τεκέ και επειδή ήταν κι άλλοι μάγκες μπροστά, τον πείραξε αυτό πολύ και μου το βάστηξε. Έτσι, ήρθε ένα απόγευμα στην Αγορά, στον πάγκο μου, μαζί μʼ έναν ξάδερφό του στρατιώτη που ήταν σεσημασμένος κακοποιός. Μου επιτέθηκαν ξαφνικά χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο ξάδερφός του με κράτησε από το δεξί χέρι κι αυτός έβγαλε τη φαλτσέτα και με χτύπησε στο λαιμό, αριστερά και στην ωμοπλάτη. Με πήρανε τα αίματα κι από τον πόνο γονάτισα. Τότε, πριν προλάβουν να μʼ αποτελειώσουν, έβγαλα ένα εξάσφαιρο περίστροφο που είχα, μάρκας “ουνιόν”, και τον πυροβόλησα τέσσερις φορές! Τον βρήκαν δυο σφαίρες και τον σκότωσα. Μεταφέρθηκα στο Τζάνειο σε αφασία, ενώ τον ξάδερφό του τον συνέλαβαν. Αφού γιατρεύτηκα παρέμεινα για λίγο υπόδικος, αλλά βγήκα έξω με εγγύηση και στο Δικαστήριο αθωώθηκα γιατί βρισκόμουν σε άμυνα. Και μετά, τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ʼχαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δυο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα.
Σιγά – σιγά ο Περαίας άλλαξε. Ήρθε η εξέλιξη. Οργανώθηκε το λιμάνι του. Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες, φύγανε οι αμαξάδες. Πάνε οι μαούνες που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Τα μπουρδέλα έκλεισαν. Οι τεκέδες έσβησαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι παράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν διώροφα και τριώροφα σπίτια. Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Η Δραπετσώνα! Το Κολωνάκι του Περαία! Ο καθένας τώρα έχει τʼ αυτοκίνητό του και αντί για ούζο ή κρασί η κόκα – κόλα έχει το λόγο… Οι μάγκες και οι ρεμπέτες όμως δεν πρόκειται να χαθούν όσο ο Περαίας είναι λιμάνι. Υπάρχουν, ανακατεύονται μαζί μας, κάθονται δίπλα μας, με άλλη όμως μορφή. Μη περιμένουμε να τους δούμε με τραγιάσκα και ζουνάρι και να λένε τα μάγκικα και κορακίστικά τους. Ζει λοιπόν ο ρεμπέτης δεν πεθαίνει ποτέ γιατί είναι εφτάψυχος. Γιατί περιβόλι δίχως τσουκνίδα και αγρός δίχως αγκάθι δεν υπάρχουν. Λείπει ο Μάρτης απʼ την Σαρακοστή; Έτσι δεν θα λείψει και το ρεμπέτ – ασκέρ.
Πριν λίγες μέρες πέθανε η γυναίκα μου. Της έγραψα ένα τραγούδι, λίγες μέρες πριν πεθάνει :

Με δίχως μάτια και μιλιά / το Γολγοθά ανεβαίνεις
γιατί κυρά μου βιάζεσαι / και δε με περιμένεις;

Έπρεπε να περιμένει αλλά εκείνη βιάστηκε. Δεν ξέρω γιατί. Αφού θα πάω κι εγώ τώρα σε λίγο. Βλέπεις ο Καρκίνος. Ένα χρόνο είναι στο λαιμό μου εγκαταστημένος. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Καρκίνος! Τον τρέφω με τσιγάρα και αλκοόλ γιατί δεν θέλω να ζήσω. Προχτές που έπαθα την πρώτη κρίση και με πήγαν στο νοσοκομείο, θέλανε να με κοιμίσουνε για να μου κόψουνε το λάρυγγα. Κοίταξε να δεις τι γίνεται! Να με κοιμίσουνε! Τους είπα όχι, όχι εκατό φορές! Θέλω να είμαι ξύπνιος για νʼ απολαύσω τους τελευταίους πόνους της ζωής μου. Και έτσι έγινε, τους απόλαυσα!
Τη σκαπούλαρα μέχρι τώρα, αλλά σε λίγο φεύγω τροχάδην για τον Άδη. Προχτές είδα πάλι την γυναίκα μου στον ύπνο μου και μου ʼλεγε : «έλα»! Είμαι έτοιμος για ʼκει. Εκεί που θα πάω είναι όλη η παλιά φρουρά : ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Ανέστος, ο Καρυδάκιας, ο Μάρκος, ο Χατζηχρήστος, ο Κερομύτης, η Ρόζα και η Μπέλλου. Η κομπανία είναι έτοιμη στον Άδη και με περιμένει.

http://www.e-orfeas.gr/artists/portraits/2093-article.html
|

Πολύ ωραίο, και είναι παλιά δημοσίευση, πώς δεν την πήραμε χαμπάρι;

Δεν καταλαβαίνω πως η ;“Γυφτοπούλα” εντάσσεται στις στιχουργικές δημιουργίες του Μάθεση (στη θέση 3, σε αυτό το άρθρο);;
Αν και έχω διαβάσει ό,τι κυκλοφορεί για τον Μάθεση, δεν θυμάμαι να “διεκδικεί” ή να υπονοεί κάτι για το συγκεκριμένο άσμα… αν κάποιος έχει πληροφορίες, ας τις πει!

πολυ καλη δημοσιευση.ευχαριστουμε βασιλη

Υπάρχει και στο παρακάτω λίνκ,η πηγή παραμένει ο συγγραφέας Τασος Καραντής.
http://www.rebetiko.gr/news/karantis/2.html
Θυμάμαι τον μακαρίτη τον Καλφόπουλο να επιβεβαιώνει το ότι ο Μάθεσης χάριζε τραγούδια…

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 16:16 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 16:13 —

Από τα περιεχόμενα του βιβλίου

|Η ζωή του
|
Τα τραγούδια του
Σκιτσογραφικό και ζωγραφικό έργο
Σπάνιο φωτογραφικό υλικό και ανέκδοτες φωτογραφίες
Τα απομνημονεύματα του
Ιστορίες οι οποίες αποκαλύπτουν μέρος του ψυχισμού του αλλά και την στάση των άλλων απέναντί του
Η αλληλογραφία του Νίκου Μάθεση|

http://www.rebetiko.gr/news.php?id=49

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 16:45 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 16:16 —

“Να πώς έφερα τα μπουζούκια από τα καταγώγια” Νίκος Μάθεσης

Νίκος Μάθεσης, Απομνημονεύματα* (Ιανουάριος 1969)…

… παρ όλο που μου άρεσαν τα γράματα και η ζωγραφηκή ο Πατέρας μου με έβγαλεν απ το σχολείον και με πήρε μαζή του στην Αγορά λέγωντας μου, εδώ είνε το ψωμί οι Ζωγράφοι πηνάνε!
Ναι, εν μέρει είχε δίκιο διότι και τώρα τα ίδια συνβένουν με τους Ζωγράφους μετά τον θάνατονμιανού Καλού Ζωγράφου τα έργα του που έχουν πολλυθή αντής πινακίου φακής Κωστήζουν ολόκληρες περιουσίες, παρ όλα αυτά ακώμη και τώρα όπωτε ευκερώ καταπιάνωμε με την ζωγραφικήν και τα σκίτσα, είνε το χόμπι μου η Αγάπη μου παρ όλα όπου απ το σχολειόν και με αγάπη προς την ζωγραφικήν εβρέθηκα στην ψαραγοράν!!!

Το -1922- μέσα σε μια βαβιλωνία κακοπιών, που το λόγω είχε το δίκοπο μαχαίρι για ψύλλου πήδημα, χασάπιδες, μανάβιδες, ψαρράδες, Βαρκάριδες, αμαξάδες, χασισοπότες και Νταήδες.
Ονοιρευώμουνα Παράδεισον και βρέθηκα στην Κόλαση: μέσα στο Βούρκο της Αγοράς της τότε βέβαια!
Απ το 1929 άρχησα να βγάζω Τραγούδια σε δίσκους με δικούς μου Στοίχους, είμουν Τότε 22 ετών.
Με Μουσικοσυνθέτας της Τότε εποχής, τότε είκμαζαν οι Σμυρνοί Πρόσφυγγες του 1922, επίσης κιʼ οι Τραγουδιστέ. Συνθέτε τότε ήσαν Π. Ντούντας Λορέντζος, Ογδοντάκης Φυστιξής Σαλονικός κλπ. επίσης Τραγουδιστέ Στελακάκης, Αραπάκης Καρίπης Νούρος Περδικόπουλος κλπ. Επίσης και δύο Γυναίκες

η ρόζα και η Ρίτα, δύο μόνον, διότι σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες Τραγουδίστριες ασκέτως εάν πολλές απ αυτές Όταν τραγουδούν Νομίζη κανείς ότι κλένε προσφυλές τους πρόσοπα! Και όμως αι φωτογραφίες των είνε ανιρτιμένες στα καταστήματα πωλίσεων δίσκον, αυτό εισχίη και για πολλούς Τραγουδιστάς αλλά τα Τραγούδια τους μένουν στης δισκοθήκες των καταστημάτων Αζήτιτες! Διότι ένας που ανίγη ένα Κέντρο Διασκεδάσεων παίρνει Μπουζούκια της Κακιάς ώρας!
Εις Γνώσιν του, και τα διαφημήζη στης Εφημερίδες και στο Ραδιοφωνηκόν Σταθμόν, και ψεφτοκάνη την δουλειά του με πολύ λίγα Έξοδα, και έτσι είνε και οι μπουζουξίδες, πολύ, εικανωποιημένη αφού με την διαφίνησην αναγνωρίζωνται ως φιμισμένοι μπουζούκια!
Τη Γνωρίζουν οι γλεντζέδες; Διλαδί τι ξέρει <ο Βλάχος από χταπόδι Κρασάτο> που λέει μια παριμία, αφoύ είναι βουνίσως;
Μετά βρίσκουνε Στοίχους βάζουνε και κλεμένες μουσικές κομάτια κομάτια από διάφορες παλλιές μουσικές άλλων Συνθετών, ακούνε και ξένη μουσική απ το Ράδιο κιʼ έτσι τα ανακατόνουν και κάνουν μιά ρωσική Σαλάτα! Και την Σερβίρουνε στης Νέες Εταιρίες που έχουνε ιδριθή ως Νέοι Μουσικοσυνθέτε με μεγάλην πύραν!!!

Δυστυχώς αυτήν την δουλιά την κάνουν και Παλιοί Μουσικοσυνθέτες, αναγνωρισμένου Κύρους της Παλιάς Κλάσεως και Νομίζω ότι αυτό δεν τους Τιμά καθόλου! […]
Τον Μάρκο Βαμβακάρη είχα γνωρίση στον Άγιο Διονίση στα Καταγώγεια, Όταν μας έτρωγαν τα λεπτά ψαράδες μάγγες, διλαδί έπερναν τα ψάργια και δεν ερχόντουσαν να τα πληρώσουν και εμάθενα που συγνάζουν τους αναζητούσα διότι από το 1922 μέχρι το 1930 είχα γίνη και εγώ παιδί της Αγοράς! Διλαδί δεν σήκωνα λόγια! Γιατί όπιος κυμιθή με Στραβό, το πρωί αλλυθωρίζη όπως λέει η παριμία, και δεν σύκωνα καμουτσά!

Κατά το 1933 άρχησε να με παρακαλάη να τον πάω να βγάλη ένα δίσκο κι ας πεθάνη μου έλεγεν οΜάρκος ήταν το επάγγελμα σφχάχτης στα Σφαγεία του Πειραιώς στην Δραπετσόνα, και παρ όλο που είχε δύο μέτρα μπώη και χασάπης, ήταν πράος ήσυχος το μεράκι του ήταν το μπουζούκι, και όπωτε με έβρισκε και όπου με συναντούσε το ίδιο τροπάριο μου έψελνε παρεκλιτικός. Μετά άρχησε να βάζη και διάφορους φίλους μου να με περικαλούν γιαυτόν Όχι μόνο Μάγγες αλλά και Νοικοκυραίους της Αγοράς και προπαντός χασάπηδες θυμούμε τον Ντίνο […] έπεζε κι αυτός μπουζούκι της φυλακής διότι είχε σκωτόση δύο, Νταήδες, και Όλο μου έλεγε, δεν μου κάνεις και μένα το χατρίρι να τον πας να βγάλη μια πλάκα, νακούσουμε καμιά δυπλοπενιά από μπουζούκι, Όλο τα Τοιφτετέλια θα ακούμε, Σμυρνοί ήμαστε ρε Νικολί;
Αυτά που Βγάζω εγώ Ντίνο είνε όλα Ρεμπέτικα του είπα, ναι αλλά ρεμπέτικα και Σμυρναίηκα μουσική δεν μπάη, το μόρτικο Τραγούδι θέλει μπουζούκι να είνε αδελφάκια. Θα προσπαθήσω γιατί όλοι αυτοί είνε Γέροι, και τους έχει Βαρεθή ο κόσμος απ το 1922 νακούη τα ίδια και τα ίδια Ήτανε αγαπητός έπεζε δε καλό μπουζούκι επιζαν κι άλλοι αλλά σε άλλες συνηκίες και σε άλλα καταγόγια.
Ο Μάρκος εσύχναζε στου Καραϊσκάκη και προπαντός στον Άγιο Διονίση που ειπήρχαν τρεία τέσερα καταγώγεια και εδούλεβαν καλά, διότι ήταν κοντά τα Βούρλα τα απέρναντα μαντρωμένα χαμετιπεία, όπου τώρα είνε οι <φυλαδές των Βούρλων> Ταχτυκά ο μάρκος εκεί εβρίσκετο διότι καταγώγειο με δύχως πενιά είνε σαν χοργιάτικος Γάμος με δύχως Όργανα, αλλά από καταγόγιο είνε το αντίθετο.
Όταν πέζη ο Μπουζουής το ταξίμι του, κανείς δε μιλάη λες και γύνετε Ιεροτελεσία σε Ναό του Βούδα.
Στα Κατγώγεια σύχαναζαν όλο μάγγες, κλέφτες, διαρίχτες, πορτοφολάδες, χασισοπώτες, ήσυχοι που τους αρέση να μπερδέβωντε κι αυτοί με τον υπόκοσμο, μόνο Ομοφιλόφιλοι δεν έμπνεαν μέσα, απαγορευότανε αυστιρώς και διά Καρπαζάς…
Το χασίς καταπραήνη τα Νεύρα, αλλά όπως λέει η επιστήμη φέρνει τον αργώ Θάνατο, γιαυτό απαγορεύετε, δι αυσττιρού Νόμου απ όλα τα Κράτη.
Όσω για φασαρίες στους Ντεκέδες είνε άγνωστο έστω και να πάη ένας μπελαλής μεθυσμένος μόλις πιεί, τον αργιλέ παραδίνετε αμέσως στην Νάρκη!
Κι αφού μεθυσμένος έκανε φασαρία τώρα θέλει εισιχύα…
Οι ντεκέδες είσαν κρυφοί και κλειστή η Πόρτα. Έμπενες και χτυπούσες συνθηματικά αν και ο Ντεκεντζής σε έβλεπε από κάπια τρύπα της πόρτας. Είπαμε άλλο καταγώγειο και άλλο «Ντεκές» το καταγώγειο είνε απόκεντρο και έχει ανυχτά την πόρτα διότι έχει άδεια Καφενείου… στα Καταγώγεια είπηρχαν μόνο τσιγαριλίκια <τσιγάρα γεμισμένα με χασίς>
Μια ημέρα που είχαμε φωνολιψία και έβγαζα ένα τραγούδι μου, και η φωνολιψίες γυνώντουσαν στο Παλεόν Κατάστημα Λαμπροπούλου αιόλου Γωνεία και η Οδός που έρχετε απ το χρηματηστήριο, απέναντη στου Δραγώνα, στο διάλιμα εμίλισα με τον κ. Μάτσα και του είπα Ότι έχω έναν χασάπην φίλο και πεζη τέτιο μπουζούκι που μου λέει ότι θα Πεθάνη φυματικώς εάν δεν ακούση σε δίσκο να κελαϊδίση το μπουζούκι του.
Μπορίτε να κάνετε μια δοκιμόι στην Τύχη δεν ξέρετε τι μπορή να γύνη, στον Πειραιά δεν υπάρχηκαφενείο συνικηακό που να μην κρέμοντε δυό τρία μπουζούκια, όλοι οι Πειραιώτες κύριε Μάτσα είνε μάγγες και μπουζουξίδες αλλά αυτός είνε ο Άσσος Πασίγνωστος! Πώς λέγετε μου είπε ο Μάτσας, Μάρκος του είπα, δεν ήξερα το επίθετόν του, μετά που τον έκανα διάσιμο το έμαθα Μάρκος Βαμβακάρης φραγγοσυργιανός, φέρτον μου είπε να δούμε τι θα βγή…
Ήταν και πολλύ Τυχερός, μόλις ετεληώσαμε την φωνολυψία εφήγαμε και επίγαμε όλο στο καφενείον της Οδού Αθηνάς <Μικρά Ασία> Όπου ειπάρχη και σήμερον εκεί συχνάζουν οι οργανοπάχτε και τώρα ακώμη, Όχι οι Μπουζουξίδες.
Αφού εχορίσαμε και ήμουν έτοιμος να γύγω μπήκε μέσα ο Ντούντας, δεν είχαμε ούτε καλημέρα μαζή απλός ο ένας ήξερε τον άλλον, και με χαιρέτησε λέγωντας πως δεν έτυχεν να συνεργαστόμεν μαζή διότι με όλους είχα συνεργασθή στην συζητίσην εθημίθηκα τον μάρκον, και του εξίγησα τη είπα στον κύριο Μάτσα.
Και του είπα μπορή να βάλη τη Μουσική αυτός και τα λόγια εγώ και να ανοίξουμε Νέο δρόμο βέβαια αν πιάση ο Π΄ρωτος δίσκος του, Σύνφωνοι και μου είπε και έβγαλε ένα επισκεπτίριο του και του έγραψε.
Φίλε μάρκο Όπως μου είπε ο φίλος μου Ν. Μάθεσης είμαστε εντάξη να συνεργαστούμε και οι Τρεις. Όπως διποτε θα το έχει Για κυμίλιο Ακόμη-
Κατέβηκα χαρούμενος διότι και θα τον πήγενα για δσίκσο να βγάλη, όπως εσηζήτησα με τον Μάτσα και συνεργασία θα κάναμε με τον Ντούντα και εντάξη θα είμουνα με τον Πειραία διλαδί.
Όλους που ξέρανε την υπόθεσην του Μάρκου μόλις κατέβηκα πήρα ένα ταξί και θυμάμε σαν τώρα, τον φίλον μου Τάσον Γκούμα και με πήγε στον Άγιο Διονίση εβρήκα τον Μάρκο να κάθετε στον Γιάννη Π. απ έξω στο τραπέζη Μόνος του, μόλις με είδε μου λέει γιάσου Νικολί το δε καφενείο άδειο εκάθησα και ειπα στον Σοφέρ φίλον μου να κάτση παρέα διλαδί ο Πρώτος μάρτης που θα το διέδιδε σε όλους τους Μάγγες γιατί κι αυτός μάγγας ήταν και το αυτοκίνιτο δικό του.
Αφού αρχήσαμε τα ούζα του είπα για τον μάτσα με κίταξε με γουρλομένα μάτια, εντάξι μου λέει: να χαρίς τον Δημηράκι, για τον αδελφόν μου.
Ναι του είπα, μετά τον Ρώτησα αν ξέρει γράματα, λύγα μου είπε και του έδωσα την κάρτα του Ντούντα φύνα Νικολί εντάξι! Του λέω Μάρκο απόψε θέλω να χορτάσω πενιές, έγινε μου λέει πήραμε ένα μπουζούκι μπίκαμε στο αυτοκίνιτο και γυρίσαμε Όλα τα στέκια μας χορίσαμε αφού τον πήγα εκεί που τον βρήκα και αφήσαμε το μπουζούκι, και πήγα από σπήτη μου. […]

Ήτανε το πρώτο του τραγούδι (Έπρεπε ναρχόσουνα μάγγα μες
τον Ντεκέ μας)-
Εκηκλοφόρισε ο δίκος και έκανε Σουξέ, αλλά Μάρκος Πουθενά! […]

και εκεί εγύρισε, τα μούτρα του αλλού! Έγηνα (σκύλος) και με το δήκιο μου,
Όλα μου ήλθαν στο μυαλό μου σαν Κηνιματογραφικήν τενία! Τα περικάλια του, τους ανθρώπους που έβαζε πώς εμίλησα για εκείνον, και λυπά. Άρχησα να βρήζω όπιον Συναντούσα φιλόν μου και γνωστόν μου, που μου είχαν πη για τον Μάρκο, διαλδί να τον πήγενα για να βγάλει ένα δίσκο. […]

Μετά απʼ τον Μάρκον αφού άνιξα τον δρόμον για το μπουζούκι έβγαλε κιʼ ο Μπάτης 2 Τραγούδια.

Μετά ακούγωντας ο Τσιτσάνης στα Τρίκαλα δίσκους με μπουζούκι πήρε το μπουζούκι του και ήλθε στην Αθήνα, ο δρόμος ήταν ανυχτός κανένα εμπόδιο δεν ειπήρχε, κατευθηά στου Λαμπρόπουλου στο Γραφεί του επιτρετραμένου κυρίου Μηλιόπουλου. Χαίρετε, Πέζω μπουζούκι και θέλω να βγάλω ένα δίσκο έχω Έτοιμα δυό τραγούδια- ωραία πως λέγεσε Τάδε άστα τραγούδια εδώ και έλα αύριο, την Άλλην ημέρα ήταν και ο Τραγουδιστής που θα τραγουδούσε τα Τραγούδια με δύο δοκιμές εντάξι μπρος Για φωνολιψία. […]

  • Κύριοι αναγνώσται Όσους συμπεριλαμβάνω μέσα, ζουν όλοι, και αυτό διά εμένα έχει μεγάλη σημασία διότι άλλο να γράφεις για Νεκρούς, και άλλο για ανθρώπους που ζούνε και τους σιναναστρέφεσε. […]

Ο Πειραιάς τότε ήταν μικρός και το μαγγιλίκι της Μόδας!
Μάγγες, Σαχλαρόμαγγες, και Σκυλόμαγγες, υπήρχαν, οι Μάγγες και οι Σκυλόμαγγες δεν είχαν Ωρόσιμα, όλος ο Πειραιάς ήtαν δηκός τους, ήταν ανεγνωρισμένοι ανεξάρτητων Συνηκιών, τους εθαύμαζαν και εδίλοναν επί τη εμφανίση τους, υποταγή οι φυγουραντζήδες της Συνηκίας οι Σαχλαρόμαγγες.
Τέτιους Σκυλόμαγγες θα μπορούσα να ονομάσω πολλούς αλλά θα κάνω ιεροσιλία στην Μνήμυν τους, και δεν μου το επιτρέπει ο Άγραφος Νόμος… αυτοί ως επιτόπλοίστον είχαν καφενεία και μέσα κρυφά Λέσχες (Ζάργια) με τσιλιαδόρους διατί η Αστυνομία δεν αστυεβώταν ούτε ελάβενεν υπόψει τους Νταήδες, οι Ντεκετζίδες ήταν μάγγες αλλά όχι Νταϊδες δεν ήταν Σκυλόμανκες ποτέ, ένας Σκυλόμαγκας που είχε κάνει χρόνια φυλακή δεν έκανε αυτή τη δουλειά να γεμίση τον λουλά να τον ανάψη και να τον δώσει σε αυτόν που τον παρίγγηλε σε ένα μαγκάκι που θέλει να βγη κιʼ αυτός κάτι, να του κάνη τον υπηρέτη, πιος! Αυτός που είχε κρεμάση την κάπα του στην φυλάκη!
Λέγωντας την κάπα του στην φυλακή σημένη ότι σε λύγο θα ξαναπήγενε να την βρη και ήταν περιτώ να την πάρη μαζή του. Γιʼ αυτό έλεγαν αυτός έχει κρεμάση την κάπατου και προσεχέτον αν δεν τον ξέρης είνε ο Τάδες,
Όλα αυτά που γράφω είνε συνδεδεμένα με το μπουζούκι και την τότε καταγωγή του με την κρεμαστή μαύρη φούντα ενώ τώρα μπωρή να πη κανείς ότι φωράει παπιγιόν και απ το Ντεκέ ανίκη στο Κολονάκι.
Να από πού ξεκίνισε το μπουζούκι και που έφτασε σήμερα. Διλαδί γράφω το Γενεολογηκόν του Δέντρο, άνεφ φώβου και πάθους.
Γιατί μπωρή και να το έχει ξεχάση το ίδιο το μπουζούκι και να Νομίζη ότι κατέγετε απ το Κολονάκι και του λέω ότι αυτά που ράφωντε τα γράφη ο πατέρας του ο οπίος ζη ακώμα και του υπενθυμίζω πώ το έφερα στην σημερινή του δώξα και ας με έχει εγγαταλίψη αυτό, και δεν θέλει να με γνωρίζη για πατέρα του,
Μύπος λύγα παιδιά πλύτιναν και δεν θέλουν να αναγνωρίσουν τον Φτωχόν Πατέρα τους;
Αχ! Ως πότε μπουζούκι μου θα με έχεις αφανή; […]

Παρέληψα να γράψω ότι παρ όλα που παραπονούμε πώς έχω μίνη αφανής, στο Κυνών, εξών απ τους Μπουζουξίδες που με ξέρουν και ας μιν με γνωρίζουν προσοπηκώς, πολύ, έχω μπη σε σαλόνια εν στενώ κύκλο, κατώπιν συστάσεων Γνωστών μου, έχω διασκεδάση με εφοπλοιστάς και Καπετανέους, και πολύ έχουν έλθη στο φτωχυκόν μου με της κυρίες τους, να με γνωρίσουν και έμιναν ευχαριστημένοι, δια το χιούμορ μου!
Επίσης προσφάτος κάιος φίλος μου Σκινοθέτης μου επρότηνεν να με ενφανίση σε έργον του, λέγωντας ο Κομφερασιέ στους θαμόνας της Σάλας που θα παρουσίαζεν η Τενία, πιος είμε και μετά θα λαβένανε θέσι τα μπουζούκια.
Αυτό είνε ειπώ μελέτη»
Ν.Γ. Mάθεσης
Σοφοκλέους 114
Πειραιάς

*Αποσπάσματα από το βιβλίο: Ρεμπέτικα Τραγούδια, του Ηλία Πετρόπουλου, με εικονογράφηση του Αλέκου Φασιανού, Εκδόσεις Κέδρος, 2009. Τα Απομνημονεύματα του μακαρίτη Νίκου Μάθεση (Τρελλάκιας) είναι γραμμένα με το χέρι του σε ένα χαρτόδετο τετράδιο, διαστάσεων 34,5Χ22 εκ. που βρίσκεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Το τετράδιον έχει 32 σελίδες, αλλά το κείμενο καταλαμβάνει μόνο τις 16 πρώτες σελίδες.

Σημείωση1 για το κείμενο:
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι τυπωμένο με πολυτονικό σύστημα, οπότε δεν ήταν δυνατόν να αποτυπωθούν οι δασείες, οι περισπωμένες κλπ.
Σημείωση2 για το βίντεο**:
[“Πέντε μάγκες στον Περαία”, Τεκετζίδικο τραγούδι αγνώστου. Κατεγράφη στην φυλακή": Ηλίας Πετρόπουλος, “Ρεμπέτικα τραγούδια”]
**Ο Γιοβάν (Ιωάννης) Εϊτζηρίδης ήταν Μικρασιατικής καταγωγής. Μετά το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας, ο Τσαούς εγκαταστάθηκε στον Πειραιάόπου εργάστηκε ως ράφτης. Δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική. Έπαιζε και έγραφε για το κέφι του αλλά δεν τραγουδούσε επαγγελματικά. Πέθανε το 1942 από δηλητηρίαση (λέγεται ότι κατανάλωσαν με τη σύζυγό του ακατάλληλη τροφή λόγω της πείνας στη Γερμανική Κατοχή).
Στο βιβλίο “Ρεμπέτικη Ιστορία 1-Περπινιάδης, Γενίτσαρης, Μάθεσης, Λελάκης (ο στιχουργός)” του Κ.Χατζηδουλή, (εκδόσεις Νεφέλη, 1978), στη σελ. 15 διηγείται ο Στελλάκης Περπινιάδης: “…O Γιοβάν Τσαούς ήξερε όλους τους δρόμους. Τους δρόμους όλους τους ξέρουν μόνο αυτοί που παίζουν κανονάκι, γι αυτό και ο Τσαούς είχε στο μπουζούκι του ταστιέρα από κανονάκι. Όποιος έπιασε αυτό το μπουζούκι για να παίξει, το παράτησε αμέσως. Κανείς δεν μπορούσε να παίξει. Μια φορά το πήρε στα χέρια του ο Μάρκος ο Βαμβακάρης, αλλά γρήγορα το παράτησε. Αλλά τι να παίξει ο Μάρκος από το μπουζούκι του Γιοβάν Τσαούς που ήταν αλλόκοτο;” Η συμβολή του Γιοβάν Τσαούς στη δημιουργία και εξέλιξη του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού είναι μεγάλη. Άνοιξε νέους δρόμους, μετέδωσε γνώσεις και επηρέασε μουσικούς, συνθέτες και δημιουργούς της εποχής του.]






— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 16:58 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 16:45 —
Ο συγγραφέας στο φόρουμ το 2001…
Ο ΜΑΡΚΟΣ,ΑΠΟΦΑΓΙΑΣ,ΨΕΥΤΗΣ,ΦΙΓΟΥΡΑΣ,ΛΑΓΙΟΣ & ΚΟΠΡΟΣ(?)

http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=16474

Αμφιβάλλω ότι από το 2012 ώς σήμερα θα δεις αυτό το μήνυμα, αλλά από περιέργεια θέλω να ρωτήσω. Το βρήκες τελικά το βιβλίο του Καραντή για τον Μάθεση; Και, γενικά, όσοι το αναζητούσαν, το βρήκανε; Διότι το αναζήτησα πρόσφατα και δεν υπήρχε πουθενά.