Καταρχήν ευχαριστώ για τις κριτικές παρατηρήσεις, τις οποίες ο ποιητής πάντα λαχταρώ. Σχετικά με τις ίδιες τις παρατηρήσεις:
Θα το διορθώσω σε
Πώς την είδες ρε κορόιδο
και μου τα 'χεις κάνει ρόιδο
Περί κόκκινες γραμμές, βλέπω το σημείο σου. Θα το σχετικοποιήσω όμως, αφενός γιατί δεν είμαι τελείως ασύνδετος με την παράδοση: για το ένα υπάρχει το προηγούμενο πχ του “Ζαχαριά”, για το άλλο η προαναφερθείσα γνωστή, μη τραγουδημένη, αλλά όχι ανομολόγητη, συμφωνία Τρελάκια-Στρίγκλα, αλλά κυρίως διότι εδώ δεν έχουμε μια νατουραλιστική απομίμηση του ρεμπέτικου, αλλά ένα ποίημα του Κουνάβη, και η ποίηση του Κουνάβη είναι συστηματικά παρωδιακή, πλακατζίδικη, έξαλλη, ασεβής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι η “μανιέρα” αυτής της ποίησης. Άρα κάπου αναμενόμενο να ξεπεραστούν όρια, με βάση αναφοράς το ρεμπέτικο.
Ωστόσο και έτσι δέχομαι ότι στη στροφή με τη χήρα είμαι πολύ πιο κοντά στο “γαμήσω” ή καλλιτεχνικώς βέλιστον. Σκέφτομαι να την κάνω ή
Μάγκα, πε’ και στην κυρά
να προσμένει στον οντά
Γιατ’ αφού σε κόψω φέτες
θα της φέρω δυο βιολέτες
ή
Μάγκα, πε’ και στην κυρά
να λουστεί καλά-καλά
Γιατ’ αφού σε καθαρίσω
θα 'θελα να της μιλήσω
Στη στροφή με το μνήμα η ύβρις σχετικοποιείται από τον σαρκασμό του ήρωα-αφηγητή, με τον παρατατικό να υποβάλλει την ιδέα ότι ο ήρωας-αφηγητής διακατέχεται από ένα παρανοϊκά ασίγαστο άχτι, που δν θα αρκεστεί στην εφάπαξ βεβήλωση. Μπορούμε να τον φανταστούμε να ξεπροβάλει από τα σκοτάδια όπως κάθε βράδυ, να καβαλάει τη μάντρα του νεκροταφείου, να σκοντάφτει σιχτιρίζοντας σε καν’να-δυο μνήματα πριν βγει στο διάδρομο, όπου, αφού ξεσκονιστεί, κατευθύνεται αποφασιστικά προς τον προορισμό του, με βλοσυρό ύφος και το ρολό στο χέρι, περνώντας μπροστά από δύο βρικόλακες που κοιτιούνται και ο ένας κάνει τη γνωστή χειρονομία με την περιστροφή του δείκτη στον κρόταφο, στον άλλον που γνέφει καταφατικά, ενώ έτσι για πιο αίσθημα ακούγονται από μακριά οι φωνές των λύκων.