Θα 'ρθω μέρα μεσημέρι

Θα 'ρθω μέρα μεσημέρι
με την κάμα μου στο χέρι
Φεύγα νύχτα τοίχο-τοίχο
ίσως και δε σε πετύχω

Πες της μάνας σου, ρε μάγκα
πως θα βάλει πια τα μαύρα
Και να βρει και εκκλησία
και παπά για την κηδεία

Τι 'θελες, μωρή κορόιδα
και μου τα 'χεις κάνει ρόιδα;
Έλεγες θα τη γλιτώσεις;
μες τη γης βαθειά θα λιώσεις

Μάγκα, γράψε τα χαρτιά σου
μην πεινάσουν τα παιδιά σου
Στη μικρή το σπίτι προίκα
του μεγάλου τη νταλίκα

Πες του μαρμαρά, ρε μάγκα
να σου κάνει και την πλάκα
Να ‘ρχουμαι στο μνήμ’ απάνω
την ανάγκη μου να κάνω

Δεν τ’ ανθίστηκες, ρε μάγκα
πριν μου κάνεις ματσαράγκα;
Μέσα στου λουλά την τρύπα
να κρυφτείς, εγώ σε βρήκα

Μάγκα, πε’ και στο στεφάνι
να ‘βρει κόκκινο φουστάνι
Γιατ’ αφού σε καθαρίσω
θα 'ρθω να σου τη φιλήσω

1 «Μου αρέσει»

(Εντωμεταξύ η κριτική κατάπιε το στόμα της σαστισμένη, κατασκαμπιλισμένη απανωτά χαστούκια μεγαλείο οκτασύλλαβο.)

Διορθωμένο:

Θα 'ρθω μέρα μεσημέρι
με την κάμα μου στο χέρι
Φεύγα νύχτα τοίχο-τοίχο
ίσως και δε σε πετύχω

Πες της μάνας σου, ρε μάγκα
πως θα βάλει πια τα μαύρα
Και να ψάξει εκκλησία
και παπά για την κηδεία

Τι 'θελες, μωρή κορόιδα
που μου τα 'χεις κάνει ρόιδα;
Μάγκα, θα το μετανιώσεις
μες τη γης, βαθειά, θα λιώσεις

Μάγκα, γράψε τα χαρτιά σου
μην πεινάσουν τα παιδιά σου
Στη μικρή, το σπίτι, προίκα
του μεγάλου, τη νταλίκα

Πες του μαρμαρά, ρε μάγκα
να σου κάνει και την πλάκα
Να ‘ρχουμαι στο μνήμ’ απάνω
την ανάγκη μου να κάνω

Δεν λογαριάσες, ρε μάγκα
πριν μου κάνεις ματσαράγκα
Μέσα στου λουλά την τρύπα
να κρυφτείς, εγώ σε βρήκα

Μάγκα, πε’ και στην κυρά
να φορέσει τα καλά
Γιατ’ αφού σε καθαρίσω
θα 'ρθω να σου τη φιλήσω

Θα ‘ρθω με το κουμπούρι μου και θα σε ξεφτιλίσω

…Μάγκα θα σε ξεφτιλίσω / και το αίμα σου θα χύσω

…Μόλις θα βγω απ’ τα σίδερα θα σφάξω κι άλλους δέκα

Ορισμένα τέτοια νταηλήδικα ρεμπέτικα της φραστικής βίας είναι απολαυστικά, από την άποψη ότι η γλώσσα τους είναι χορταστική. Μοιάζουν σαν να ‘χει πάρει φόρα ο στόμας του στιχουργού και δε σταματάει πουθενά.

Κι όμως, φτάνουν μέχρι κάποιο όριο. Εδώ θεωρώ ότι το όριο ξεπεράστηκε σε δύο σημεία: με το μνήμα, και με τη χήρα του θύματος στην τελευταία στροφή. Δε μου πάνε καλά αυτές οι δύο στροφές. Είναι πέρα από την κόκκινη γραμμή. Επιπλέον, και φραστικά χάνουν: πας να βάλεις κάποιες «κακές» λέξεις, που υποτίθεται ότι τις παρκάμπτεις βάζοντας τελικά άλλες, με τρόπο όμως τόσο προφανή που είναι σαν να τις είπες. Ιδίως στην τελευταία που υπάρχει και ηχητική-μετρική σύμπτωση, φιλήσω-γαμήσω. Αλλά και στην άλλη, όπου η έκφραση με την ανάγκη είναι εντελώς εκτός κλίματος και ύφους.

Κατά τα άλλα, γούσταρα κι εδώ τη χορταστική αμετροέπεια όπως και στα ορίτζιναλ.

Μ’ άρεσαν επίσης σημεία όπως το «Φεύγα νύχτα τοίχο-τοίχο / ίσως και δε σε πετύχω», άμεση παραπομπή σε γνωστό στίχο τον οποίο όμως ανατρέπει ολότελα, και το άλλο με του λουλά την τρύπα (~του βοδιού το κέρατο, σα να λέγαμε). Δε μ’ άρεσε το «μου τα ‘χεις κάνει ρόιδα», που νομίζω ότι λέγεται μόνο στον ενικό, «ρόιδο».

1 «Μου αρέσει»

Αυτό με το μνήμα παραπέμπει στη γνωστή ιστορία και το στοίχημα του Τρελάκια με τον Στρίγκλα.

2 «Μου αρέσει»

Ωστόσο, όταν έχεις τα ορίτζιναλ, τα π.χ. μεσοπολεμικά, προς τι εν έτει 2025 να “δευτερολογείς”/ “κοπιάρεις” χωρίς να μπορώ, εγώ τουλάχιστον, να διακρίνω το πώς “κερδίζει” τη ζωή της αυτή η στιχουργία σήμερα

Απόψεις…

2 «Μου αρέσει»

Όμως αυτό ισχύει για τα πάντα. Το σιδηρούν γένος τι να κάνει, να μη μιλάει;

Αξιότιμε κυριε Ευωδιε, θα μου επιτρέψετε ένα reclaim:

Ηρθες μεσημέρι, μέρα

Με, στο χέρι, μια μαχαίρα

“Τοιχο τοιχο” μου πες “φύγε”,

στο κακό ο νους μου πήγε.

Ειπα στην μαμά μου “ντύσου ”,

στην δικη σου πες της “πλυσου”,

Εκκλησία η μιά θα πάει

μα η αλλη θα ποναει.

Ροιδα, λες, στα εχω κάνει

και ξεχνάς πως είμαι αλανι:

Αν στην γη κάποιος με χώσει,

χασισιά θα του φυτρώσει!

Μην σε μέλλει, τα παιδιά μου

εχουν ηδη τα λεφτα μου.

Σπιτι ειχαν, πηραν παλι,

στο κλαρί σαν σ ειχα βγάλει.

Και του μαρμαρά του είπα,

οσο εσύ καπνίζες πιπα,

Με το τέλειωμα της μάχης

δυσκοιλιοτητα δεν θα χεις!

Ολα τα χω λογαριασει,

πηρα κ γλυκο κερασι,

απ την τρύπα (σου) όταν θα βγω,

να χω για μετά το μαυρο.

Η κυρα μου ολο κλαίει,

το γιατι δεν μου το λεει.

Μαλλον το πουλί σου ειδε

και κατάθλιψη της ήρθε.

4 «Μου αρέσει»

Οταν θα γλυκοβραδιασει

βγαζω το μπαγλαμαδακι

φτιαχνω και ενα τσιγαρακι

αντε ατιμε ντουνια

Πιανω ενα ζεμπεκακι

το χορευω στο μυαλο

ειναι φινο το μαυρακι

ειναι τερμα ελληνικο

ΧD

2 «Μου αρέσει»

Καταρχήν ευχαριστώ για τις κριτικές παρατηρήσεις, τις οποίες ο ποιητής πάντα λαχταρώ. Σχετικά με τις ίδιες τις παρατηρήσεις:

Θα το διορθώσω σε

Πώς την είδες ρε κορόιδο
και μου τα 'χεις κάνει ρόιδο

Περί κόκκινες γραμμές, βλέπω το σημείο σου. Θα το σχετικοποιήσω όμως, αφενός γιατί δεν είμαι τελείως ασύνδετος με την παράδοση: για το ένα υπάρχει το προηγούμενο πχ του “Ζαχαριά”, για το άλλο η προαναφερθείσα γνωστή, μη τραγουδημένη, αλλά όχι ανομολόγητη, συμφωνία Τρελάκια-Στρίγκλα, αλλά κυρίως διότι εδώ δεν έχουμε μια νατουραλιστική απομίμηση του ρεμπέτικου, αλλά ένα ποίημα του Κουνάβη, και η ποίηση του Κουνάβη είναι συστηματικά παρωδιακή, πλακατζίδικη, έξαλλη, ασεβής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι η “μανιέρα” αυτής της ποίησης. Άρα κάπου αναμενόμενο να ξεπεραστούν όρια, με βάση αναφοράς το ρεμπέτικο.

Ωστόσο και έτσι δέχομαι ότι στη στροφή με τη χήρα είμαι πολύ πιο κοντά στο “γαμήσω” ή καλλιτεχνικώς βέλιστον. Σκέφτομαι να την κάνω ή

Μάγκα, πε’ και στην κυρά
να προσμένει στον οντά
Γιατ’ αφού σε κόψω φέτες
θα της φέρω δυο βιολέτες

ή

Μάγκα, πε’ και στην κυρά
να λουστεί καλά-καλά
Γιατ’ αφού σε καθαρίσω
θα 'θελα να της μιλήσω

Στη στροφή με το μνήμα η ύβρις σχετικοποιείται από τον σαρκασμό του ήρωα-αφηγητή, με τον παρατατικό να υποβάλλει την ιδέα ότι ο ήρωας-αφηγητής διακατέχεται από ένα παρανοϊκά ασίγαστο άχτι, που δν θα αρκεστεί στην εφάπαξ βεβήλωση. Μπορούμε να τον φανταστούμε να ξεπροβάλει από τα σκοτάδια όπως κάθε βράδυ, να καβαλάει τη μάντρα του νεκροταφείου, να σκοντάφτει σιχτιρίζοντας σε καν’να-δυο μνήματα πριν βγει στο διάδρομο, όπου, αφού ξεσκονιστεί, κατευθύνεται αποφασιστικά προς τον προορισμό του, με βλοσυρό ύφος και το ρολό στο χέρι, περνώντας μπροστά από δύο βρικόλακες που κοιτιούνται και ο ένας κάνει τη γνωστή χειρονομία με την περιστροφή του δείκτη στον κρόταφο, στον άλλον που γνέφει καταφατικά, ενώ έτσι για πιο αίσθημα ακούγονται από μακριά οι φωνές των λύκων.