Ετυμολογία της λέξης "μπουζούκι"

(αντιγράφω με την ελπίδα να προστεθούν κι άλλες απόψεις - γλωσσολογικού ή άλλου περιεχομένου)

ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ - Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ

http://www.sarantakos.com/language/bozuk.html

Αφιερώνεται στους γνωστούς και άγνωστους λεξικογράφους της ελληνικής γλώσσας που πέρασαν ένα κομμάτι τη ζωής τους αποκαλύπτοντας τη σημασία, τη χρήση και την ιστορία των λέξεων της ελληνικής των συμβόλων με τα οποία στοχάστηκε και εκφράστηκε ο έλληνας (1)

Η λέξη “μπουζούκι” έχει δεινοπαθήσει στην λεξικογραφία μας. Και δεινοπάθησε αγγίζοντας και ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του γελοίου, για να μην πω του παράλογου. Αποφάσισα να γράψω μια μικρή ιστορία αυτής της ταλαιπωρίας, αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Ποιος είχε πει ότι σ’ αυτή τη χώρα μπερδεύουμε συνεχώς τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια;

ΜΕΡΟΣ Ι: ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ

Ας αρχίσουμε ψάχνοντας το λήμμα “μπουζούκι” σε διάφορα λεξικά της ημεδαπής και αλλοδαπής:

  1. Ν. Α. Ανδριώτη: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ,
    Θεσσαλονίκη 1971 (2η έκδοση φωτοτυπική, 1η έκδοση 1951), σελ. 221
    μπουζούκι το, είδος μουσικού οργάνου~ τουρκ. büzük
  2. ΕΠΙΤΟΜΟΝ ΠΛΗΡΕΣ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ
    ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
    ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROUSSE, Αθήνα 1972 σελ. 756
    μπουζούκι το Δ. (τουρκ. büzük) έγχορδον λαϊκόν μουσικόν όργανον
  3. Τεγόπουλος – Φυτράκης: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Αθήνα 1991, σελ. 484
    μπουζούκι το (ουσ.), τουρκ. büzük - έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο
  4. ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ MULTIMEDIA: ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
    Ορθογραφικό, ερμηνευτικό, ετυμολογικό, Αθήνα 1997 (CD ROM)
    Ουσ. (ΝΕ-Δ) < μπουζούκι < τουρκ.: büzük
  5. Γ. Μπαμπινιώτη: ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Αθήνα 1998
    σελ. 1154
    μπουζούκι: 1. 'Εγχορδο λαϊκό όργανο με ωοειδές ηχείο, μακρύ μπράτσο, και τρεις ή
    τέσσερις διπλές χορδές (συνεκδ.) .
    [ΕΤΥΜ. < τουρκ. büzük]
    μπουζουξής: [ΕΤΥΜ. < τουρκ. büzükcι]
  6. M.A. AGakay: TÜRKÇE SÖZLÜK (ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ) , 'Aγκυρα 1959
    σελ. 140
    büzük: s. 1. BüzülmüS, 2. is. kaba Kalιn baGιrsaGιn sona erdiGi delik, 3. argo Yüreklilik
    (Μετάφραση: büzük: επίθ. 1. ζαρωμένος, συνεσταλμένος, 2. ουσ. (χυδ.) η οπή στην
    οποία απολήγει το παχύ έντερο, 3. ουσ. (αργκό) τόλμη, θάρρος)
  7. Α. Θεοφυλακτίδου: ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΥΡΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ, Κων/πολη 1960
    Σελ. 114
    büzük: όν. (χυδ.) πρωκτός
    büzükçü: όν. κίναιδος, (μτφ.) παράσπονδος
  8. MEYDAN – LAROUSSE: BÜYÜK LUGAT VE ANSIKLOPEDI, Κων/πολη 1973
    Τόμος Β, σελ 540
    büzük: argo Kalιn baGιrsak bitimi, anüs // argo Cesaret // sιf. Toplanιp buruSmuS, büzülmüS.
    (Μετάφραση: büzük: αργκό απόληξη του παχέος εντέρου, πρωκτός // αργκό τόλμη //
    επίθ. ζαρωμένος)

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ - Η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ [;]

Δεν ξέρω, ίσως ο πρώτος που έκανε τη γκάφα να ήταν ο Ανδριώτης. Ομολογώ πως δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε. Είσαι λεξικογράφος. 'Εχεις μπροστά σου τη λέξη “μπουζούκι”. Υποψιάζεσαι πως η λέξη είναι τούρκικη (σωστή υποψία). Δεν ξέρεις τουρκικά. Προφανώς δεν έχεις και κάποιο συνεργάτη που να ξέρει τουρκικά. (Κι ας μην ήταν επιστήμονας, δεν θα πείραζε.) Ανοίγεις λοιπόν το τουρκικό λεξικό (τουρκικό ερμηνευτικό ή τουρκο-ελληνικό σεμνότυφο) και προσπαθείς να βρεις ομόηχη λέξη. Ιδού η οδός:
Πρώτο βήμα: Πώς θα ακουγόταν η λέξη “μπουζούκι” στα τουρκικά; Μα βεβαίως “buzuk”. Κοιτάς στα λεξικά, η λέξη δεν υπάρχει. Σκέφτεσαι (από κάπου θα το θυμάσαι ίσως): “τα τούρκικα έχουν και u umlaut [ü]. Για να δούμε, μήπως υπάρχει η λέξη büzük;” Δεύτερο βήμα: ψάχνουμε τη λέξη “büzük”. Και ω τι χαρά, υπάρχει! Αν το λεξικό μας είναι τούρκικο ερμηνευτικό, φυσικά δεν καταλαβαίνουμε τι λέει στο λήμμα, μας αρκεί ότι η λέξη υπάρχει. Αν το λεξικό μας είναι τουρκο-ελληνικό, λόγω σεμνοτυφίας αναφέρει πιθανόν μόνο την ερμηνεία “τσαλακωμένος” ή κάτι παραπλήσιο. Δεν μας ενδιαφέρει βέβαια τι σχέση έχει αυτό με το μουσικό όργανο. Το περνάμε στο λεξικό μας, και δεν βάζουμε καν το ερωτηματικό [;] που υποδηλώνει ανασφάλεια, ερώτημα, υποψία, κάτι τέλος πάντων. Αν το τουρκο-ελληνικό λεξικό δεν είναι σεμνότυφο και έχει και την ερμηνεία “πρωκτός”, δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Η φαντασία μου δεν πάει παραπέρα.
Ιδού λοιπόν η καλύτερη λύση:

μπουζούκι το, είδος μουσικού οργάνου~ τουρκ. büzük
(Ν. Α. Ανδριώτη: Ετυμολογικό Λεξικό Της Κοινής Νεοελληνικής, σελ. 221).

Προσέξτε μια λεπτομέρεια: δεν υπάρχει η ερμηνεία της λέξης όπως στα άλλα λήμματα του ίδιου λεξικού.
Και μετά έρχονται οι άπειροι λεξικογράφοι και αναπαράγουν το λήμμα στους αιώνες των αιώνων. Και το καταπληκτικότερο: μετά από τόσα χρόνια αναπαραγόμενης γκάφας κατασκευάζουν μια καινούργια τούρκικη λέξη για να ετυμολογήσουν την λέξη “μπουζουξής”!:

“μπουζουξής: [ΕΤΥΜ. < τουρκ. büzükcι]” (Γ. Μπαμπινιώτη: Λεξικό Της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σελ. 1154).

Η λέξη κατασκευάζεται ως εξής: Παίρνετε το “büzük”. Από τις γνώσεις που έχετε για την νεοελληνική γλώσσα ξέρετε πολύ καλά πως η κατάληξη “–τσης” και “–τζης” είναι τουρκικής προέλευσης και αναφέρεται σε ιδιότητα και επάγγελμα. Την παίρνετε λοιπόν και την κολλάτε στο “büzük”. Και επειδή αγνοείτε τους κανόνες της τουρκικής γλώσσας, που δεν θα δεχόταν η άτιμη ποτέ ένα c και ένα ι σε μια λέξη με δύο u και με k στην κατάληξη, εμφανίζεται η ανύπαρκτη λέξη “büzükcι”. Αν ξέρατε τούρκικα, θα πέφτατε πάνω στη λέξη “büzükçü”. Και ω τι ταραχή, αυτή η τελευταία υπάρχει! Αλλά επειδή δεν ξέρετε τούρκικα και δεν υπάρχει και συνεργάτης που να ξέρει τούρκικα, δεν παίρνετε χαμπάρι(2) το ανόμημα και όποιον πάρει ο Χάρος.

Αν τα βάλουμε λοιπόν όλα κάτω, βάσει των παραπάνω επιστημονικών αναλύσεων η ετυμολογία της λέξης “μπουζούκι” είναι:

“μπουζούκι το, είδος μουσικού οργάνου ~ από τα τουρκ. büzük = πρωκτός ή ζαρωμένος, συνεσταλμένος”

η δε ετυμολογία της λέξης “μπουζουξής” είναι:

"μπουζουξής: από τα αλαμπ.(3) büzükcι = πρωκτοτζής ή ζαρωμενατζής "

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ - ΑΣ ΣΟΒΑΡΕΥΤΟΥΜΕ

Το μυστικό βρίσκεται κρυμμένο εδώ και δεκαετίες σε σπάνια χειρόγραφα, λεξικά και εγκυκλοπαίδειες:
Α. Θεοφυλακτίδου: ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΥΡΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ, Κων/πολη 1960
σελ. 105

bozuk (μποζούκ): χαλασμένος, (μουσ) είδος μουσικού οργάνου με 9 χορδάς

ΓΕΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ ΥΔΡΙΑ - CAMBRIDGE - ΗΛΙΟΣ, 8ος τόμος, σελ. 2626

Μπουζούκι: τουρκ. “βοζούκ”… H ονομασία του οφείλεται στην μακροχρόνια επαφή
Τούρκων και Ελλήνων και η ευρύτερη διάδοσή του στους Έλληνες της Μικράς Ασίας
που ήρθαν με την Μικρασιατική Καταστροφή (1922)

MEYDAN - LAROUSSE: ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟ ΚΑΙ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, σελ 540 bozuk: i. Türk halk musikisinde bir çalgι türü.

- Ansikl. Uzun saplι, tambura ve baGlama tipli Anadolu çalgιlarιnιn orta boydaki bir türüne
Güney ve Batι Anadolu’nun bazι bölgelerinde ve Kayseri ilinin köylerinde bozuk adι verilir…
Bir halk etimolojisine göre makamdam makama geçiSte, düzeninde deGiSiklik yapιldιGι için
bu adla anιlmaktadιr. Yunanistan’da buzuki adlι tipi pek yaygιndιr.

Μετάφραση: Bozuk (Μποζούκ) : μουσικό όργανο της τουρκικής λαϊκής μουσικής.
Εγκυκλ. Ονομασία που δίνεται σε ορισμένες περιοχές της Νότιας και Δυτικής Ανατολίας και στα χωριά του νομού Κάισερι (Καισαρεία) σε ένα είδος μουσικού οργάνου της Ανατολίας, του τύπου του ταμπουρά και του μπαγλαμά , μετρίου μεγέθους και με μακρύ μπράτσο… Βάσει μιας λαϊκής ετυμολογίας το όνομά του οφείλεται στο ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στο χόρδισμά του (στο ντουζένι του) στα περάσματα από τον ένα (μουσικό) δρόμο (μακάμι) στον άλλο. Στην Ελλάδα είναι πολύ διαδομένος ο τύπος του με την επωνυμία μπουζούκι.
(Σχόλιο: Η “αλλαγή” που αναφέρεται στο λήμμα είναι το λεγόμενο μποζούκ ντουζένι [“bozuk düzen”], το “χαλασμένο χόρδισμα”.)

Αυτά.

Γ. Κατσαούνης, προσεκτικός αναγνώστης λεξικών και γνώστης της τουρκικής.

Αθήνα, Αύγουστος 1998

Προσθέτω και δύο λήμματα από την ENCYCLOPAEDIA BRITANNICA ('Eκδοση 1998 σε CD ROM)
Bouzouki: also spelled buzuki, long-necked string instrument of Greece, introduced by the Turks and closely related to the tanbur, a lute of Afghanistan. Resembling a mandolin, the bouzouki is fretted, with metal strings arranged in three or four double courses. The bouzouki is traditionally used for dancing and entertainment at social gatherings, although the music is usually nostalgic or melancholy.
Tanbur: also spelled TAMBUR, long-necked lute played under various names from the Balkans to northwestern Asia. Closely resembling the ancient Greek pandoura and the long lutes of ancient Egypt and Babylon, it has a deep, pear-shaped body; a fretted neck; and 2 to 10 double courses of metal strings fastened with front and side tuning pegs without a pegbox. The tanbur has remained popular since medieval times. Its derivatives include the Greek buzuki, the Romanian tamburitza, and the Indian sitar and tambura.

Copyright 1994-1998 Encyclopaedia Britannica

Έπεσα πάνω του κι εγώ εχθές Κώστα, ψάχνοντας στο google για κάτι άλλο.
Προσωπικά, προτιμώ τη μή σοβαρή εκδοχή του πρωκτολάγνου, wannabe-πρωκτοπαίκτου!!

Καλημέρα και καλό μήνα.
Ισαάκ

ΝΠ)
Ενδιαφέρουσες οι απόψεις του κυρίου Κατσαούνη και πιό ενδιαφέρον το ότι μάλλον ξέρει καλά τουρκικά (πράγμα που σπανίζει, ιδιαίτερα εκεί που θα προαπαιτείτο…). Χαλάστρα όμως μας κάνει το σύστημα, μη αναγνωρίζοντας κάποια στοιχεία της αγγλικής κάσας, ώστε η ανάγνωση να γίνεται από δύσκολη ως αδύνατη, ιδίως σε σχέση με τα διαλυτικά σε φωνήεντα.

Για μεν τον Ανδριώτη, πάντα ήθελε προσοχή η τυχόν υιοθέτηση των ερμηνειών του. Αλλά αυτό είναι πρόβλημα γενικότερο στην ετυμολογία, όπου ένας σοβαρός επιστήμονας θα αναγκαζόταν να βάλει τόσα ερωτηματικά ώστε στο τέλος να μην έχει νόημα η συγγραφή ετυμολογικού λεξικού.
Να προσθέσω πάντως και εγώ μία άποψη έγκυρου και ειδικού περί τα τουρκικά εθνομουσικολόγου, από το βιβλίο του «Μουσική της Τουρκίας, τόμος β, η λαϊκή μουσική»:

Ο Kurt Reinhard λοιπόν ετυμολογεί τη λέξη bozuk (από την οποία, όπως αναφέρει, παράγεται και η ελληνική «bouzouki» από το περσικό tanbur i bozurg που σημαίνει «μεγάλο tanbur» και αναφέρει ως πηγή για αυτό κάποιο βιβλίο ενός Picken, συγγραφέως που τον ψάχνω. Σχετικά δε με τα αναφερόμενα στο Meydan Larousse περί «χαλασμένου κουρδίσματος που χρειάζεται αλλαγή λέει αντίστοιχα, όταν αναφέρεται στα κουρδίσματα των σαζοειδών, ότι το πιό διαδεδομένο κούρδισμα για αυτά είναι το kara duzen ή bozuk duzen, (το duzen με διαλυτικά στο u ) ερχόμενος έτσι σε αντίθεση με το Larousse αφού η έννοια του kara είναι βεβαίως «ΤΟ κατ εξοχήν ντουζένι». Να αναφέρω πάντως ότι τούρκικα δεν ξέρω.

Geia sas,

Yparchei mia ektetamenh meleth gia thn etymologia ths lexhs bouzouki sth diatrivh tou Risto Pekka Pennanen: “Westernisation and Modernisation in Greek Popular Music”. To ponhma tou einai diathesimo sto para kato site:

http://granum.uta.fi/english/kirjanTiedot.php?tuote_id=2573

Sygnomh gia ta frangoxiotika!

Eva

Αρχίζω ένα καινούργιο τμήμα, γιατί το “μέρικα ενδιαφέροντα λινκ” δεν μου ταιριάζει πια για το θέμα.

Κοίταξα στο δική μου αρχείο και βρήκα μια σημειώση μου (κάπου σίγουρα έχω και σχετικές φωτοτυπίες). Ζητώ συγνώμη για το μίγμα διαφορετικών γλώσσων που ακολουθεί.

Πήρα από το βιβλίου του Picken, Folk Musical Instruments of Turkey 1975 αυτή η πληροφορία:

"Το 1817 ο Villoteau έχει συνταυτίσει το agyptian “tanbour bouzourk” as the persian “tanbur-i-bozorg” or as “bozourg” που σημαίνει “large tanbur”.

Στα τούρκικα δεν υπάρχει το “rg” και έπρεπε να το γράψουν με το δικό τους τρόπο και έτσι έχει δημιουργήσει η παρεξήγηση με το σπασμένο ή χαλασμένο όργανο.

Αυτή ακριβώς την άποψη υιοθετώ και εγώ στο υπό έκδοση βιβλίο μου γιά τον ταμπουρά και τον παλιότερο γνωστό Έλληνα κατασκευαστή, τον Λεωνίδα Γάϊλα. Την έχω τεκμηριώσει από την ίδια πηγή που ανέφερες (Laurence Picken, Folk Musical Instruments of Turkey). Πράγματι η ακριβής μετάφραση του Τουρκικού bozuk σαν χαλασμένο η σπασμένο, παρ`όλες τις φιλότιμες προσπάθειες μοιάζει να στερείται νοήματος !

Στην Ελλάδα, την εποχή της Τουρκοκρατίας και μετά, κάποιοι ταμπουράδες λέγονταν και «μπουζούκια».Ο όρος προέρχεται προφανώς από το Τουρκικό instrumentarium, και προσδιόριζε κάποια μεγέθη του οργάνου. Σαν κατασκευαστής μπουζουκιών άλλωστε αναφέρεται στην παλιά γκραβούρα και ο Γάϊλας.

Το μπουζούκι όπως το ξέρουμε σήμερα μορφοποιήθηκε αργότερα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Δανείστηκε στοιχεία από τον παραδοσιακό ταμπουρά , το λαγούτο και το Ναπολιτάνικο μαντολίνο και οικειοποιήθηκε πλέον οριστικά την παλιότερη ονομασία.

Όταν έμαθα από τις συζητήσεις του φόρουμ για την ιστορία του Γάϊλα και την ανακάλυψη του Νίκου, μου είχε κινήσει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι στην λεζάντα του σχεδίου του ζωγράφου Μαρτίνου Ρέερμπυ, ο Γάϊλας αναφερόταν ως “κατασκευαστής μπουζουκιών”. Είχα όμως την απορία αν αυτό έγινε από τον ζωγράφο ή αν ήταν μια αυθαιρεσία της έκδοσης ή κάποιου μουσείου, δεδομένου ότι πάνω στο δημοσιευμένο σχέδιο δεν υπήρχε καμιά αναφορά. Έτσι άρχισα να το ψάχνω παραπάνω.

Όπως γνωρίζει ήδη ο Νίκος, έψαξα και βρήκα την γκραβούρα σε άλλη έκδοση. Διαπίστωσα ότι κατ’ αρχήν από την ελληνική έκδοση του σχεδίου έλλειπε το κάτω τμήμα του που είχε την ιδιόχειρη λεζάντα του ζωγράφου (που είχε κοπεί μάλλον κατά λάθος στη φωτογράφηση). Στην Δανική έκδοση που βρήκα, υπήρχε ευτυχώς ολόκληρο το σχέδιο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η λεζάντα του Μ. Ρέερμπυ πάνω στο σχέδιο , είναι γραμμένη στα Ιταλικά (!!) “Leonidas Gailas da Athina Fabricatore di bossuchi”. Η λογική εξήγηση γιαυτό, μπορεί να προέλθει από το γεγονός ότι ο ζωγράφος το 1835 που επισκέφθηκε τη χώρα μας και ζωγράφησε τον Γάϊλα, είχε έλθει στην Ελλάδα αφού πρώτα είχε επισκεφθεί για αρκετό καιρό την Ιταλία, στην οποία μάλιστα ξαναγύρισε μετά την αναχώρησή του από την Αθήνα.

Ας έχει λοιπόν το φόρουμ άλλη μια πρωτειά. Ιδού η ιδιόχειρη λεζάντα του M. Rørbye που μάλλον δεν έχει ξαναδημοσιευτεί στην Ελλάδα.

Γεια σας,

Σχετικά με την ετυμολογία της λέξης μπουζούκι υπάρχει μια εκτενής αναφορά στη διατριβή του Pennanen (“Westernisation and modernisation in Greek Popular Music”), στο κεφάλαιο “The organological development and performance practice of the Greek bouzouki”. Αντιγράγω το σχετικό λήμμα:

Some writers on the contemporary Greek bouzouki have presented their views on the etymology of the word. They all agree that the word is of Turkish origin. D’ Allones (1974:164) claims that ‘bouzouki’ derives from the Turkish vouzouk. This is not probable since such a word-even in the more Turkish form vuzuk-does not exist. The closest word would be vuzuk with umlaut (‘trust’, ‘authenticity’, ‘strength’, ‘firmness’), but it is not used as a name for a musical instrument. Vrellis (1992a) lists the Greek word ‘vouzouki’ simply as a parallel form of ‘bouzouki’. Holst (1983 [1975]:68) implies that the origin and development of ‘bouzouki’ would be Turk. bozuk>bozuk saz>Gr. bouzouki, bozuk meaning ‘broken’, ‘small change’, ‘broken down money’, ‘broken down in size or category’ (quoted in Einarsson 1987b:48, van Straten 1989:53). However, Redhouse (1992) does not list the definition ‘broken down in size or category’. As will be shown below, Holst’s hypothesis does not look firm.

A considerably more widespread hypothesis on the etymoloy of bozuk is based on research on Egyptian music. Villoteau (1823:279) describes the tanbur buzurk in the early 19th century Egypt and explains that the name derives from Persian, meaning ‘great tanbur’. Farmer (1929:144) takes the same line: the tanbur buzurk ‘grand pandore’ was one of the larger long-necked lutes of the Arabs and Persians, while the tanbur baghlama (=bighilma) ‘youth’s pandore’ was a small one. It seems that Farmer refers to the social context of the Ottoman baglama and its Arabic equivalent bighilma; it may have been played exclusively by young unmarried men of the levend tradition. (On the modern Arab buzuk, se Hassan 1980, Touma 1989:154-5, photo 13).

Picken (1975:210) upholds Villoteau’s identification of the Egyptian tanbur buzurk as the Persian tanbur-i bozorg. According to Picken, the latter is tanbur-i bozurg in the Teheran dialect. Turkish ‘bozuk’ would have been facilitated by the absence of final double consonants of the type ‘rg’ in Western Turkish. This explanation seems unreliable since Picken does not give a reference to the existence of the term tanbur-i bozorg in Persian. It is possible that he has constructed the term himself to justify the etymology: according to Lloyd Miller (pers. comm. 1998), there is no Persian instrument with the adjective ‘bozorg’ in its official name. Turks tend to name long-necked lutes according to size; the Persians only have the small setar and the larger tar. There are varying sizes of dotar but they are not usually defined by size. Instead, geographic or ethnic specification, such as dotar-e Khaufi or ‘Turkoman’ or ‘Kurdish’, are used. Furthermore, the eliding of ‘r’ in the end of a word in Turkish suggested by Picken contradicts the rules presented in Räsänen (1949), though there is an example of stem wovel elision in Uygur: kirgur>kigur (ibid.:235).

Picken is not totally mistaken, since there is a word for ‘large’ of Persian origin in Arabic and Ottoman Turkish. Al-Faruqi (1981:44-5) lists the following variations of the word buzuq in modern texts on Arab music: buzuq, buzruk, buzurg and buzurk, all being forms of the Persian bozorg. She asserts that these words are used for a maqam, for a name of a tone in the contemporary Arab scale and a stringed instrument of Turkish origin. In Ottoman Turkish the parallel form is buzurg (with umlaut), denoting ‘great’, ‘large’, ‘tall’ ,‘elder’, ‘eldest’, ‘adult’, ‘powerful’, ‘eminent’, ‘superior’ and ‘holy’. It is also a name of a makam. The etymology and use of the word bozuk is entirely separate from buzurg in Turkish.

We must now return to the beginning: the origin and use of the Turkish word bozuk as an instrument name is unclear.

Σταματάω εδώ, γιατί κουράστηκαν τα χέρια μου! Πάντως, μέχρι τώρα δε φαίνεται πως λύθηκε το μυστήριο της ετυμολογίας, παρά τα πολλά λόγια και τις περίπλοκες εξηγήσεις!:wink:

Το επόμενο μέρος έχει όμως μερικές ενδιαφέρουες πληροφορίες, αν έχετε την υπομονή να περιμένετε λιγάκι μέχρι το επόμενο πόστιγκ.

Εύα

Σήμερα διάβασα ότι το “anatolian bozuk” ότι είχε 7 χόρεδες (νομίζω που μιλάμε ακριβώς γι’ αυτό το όργανο που ανήκει στην οικογένεια των πολλών μπαγλαμάδων). Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε το πρώτο (?) ελληνικό μπουζούκι. Μήπως είναι δυνατόν να δούμε ξανά αυτό το σχέδιο από της “συζητήσεις του φόρουμ για την ιστορία του Γάϊλα”? Πότε έγινε το σχέδιο αυτό?
Ευχαριστώ πολύ, Μartha
ΥΓ> Ευα, καταλαβαίνω που κουράστηκαν τα χέρια σου!

Καλά…
Δεν αντέχω, θα παρέμβω στιγμιαία στην όμορφη συζήτησή σας γιατί…
Τρελαίνομαι!
Μάγκεψε και το λεβεντόπαιδο ο Αρίστος ο Πέκας;

Ακου εκεί:

Some writers… have presented their views
They all agree that…
D’ Allones claims that…
Holst implies that…
This is not probable
The closest word would be
hypothesis does not look firm…
A considerably more widespread hypothesis… (αυτό μ’ άρεσε, θα το χρησιμοποιώ κι εγώ!)
It seems that…
it may have been…
This explanation seems unreliable…
It is possible
Picken is not totally mistaken…

Καταπληκτικό. Αμα το μάθεις το academic style μπορείς να γράφεις για τις βροχοπτώσεις στον αστερισμό της Ανδρομέδας και να μην έχει να σου πει κανένας κουβέντα. 'Η τέλος πάντων να απαξιεί. Και αποδεικνύεται ότι το έμαθε καλά!

Βεβαίως μ’ αρέσει και το εκπληκτικής διαύγειας: We must now return to the beginning: the origin and use of the Turkish word bozuk as an instrument name is unclear. Σαν αυτοκριτική να το πάρω; Εμ, άμα ξεκινάς με δεμένα τα κορδόνια πέφτεις στο δρόμο. Ετσι είναι - έτσι ήταν. Το θέμα είναι να μην τα βάζεις με τον αφέτη.

Δεν είναι τυχαίο ότι πριν 10 χρόνια σηκώθηκε νύχτα και έφυγε απ’ το παλιό (πρώτο) forum.
Τι να απέγινε αυτός ο λεβέντης; Φαντάζομαι θα είναι κάπου SuperDuper καθηγηταράς.
:019:

Θέλω να σας συστήσω( για μία ακόμη φορά) μια εξαιρετικά πλούσια πηγή για την παρουσία, την εξέλιξη και τον ρόλο των σημαντικώτερων τροπικών οργάνων στο χώρο την Α.Μεσογείου, Εγγύς Ανατολής και Κ.Ασίας απο το 1500 μέχρι σήμερα.Υπάρχουν και αναφορές, αν και λιγώτερες απο ότι για άλλα όργανα, για το μποζούκ. Πρόκειται για το πολύ καλό βιβλίο του Walter Feldman “The music of the Ottoman Court”. Δυστυχώς περισσότερες λεπτομέρειες αυτή την στιγμή δεν θυμάμαι.

Για πέστε και σε μας τους νεοφώτιστους, ποιός είναι περικαλώ ο κος…Πεινάμεν; :241:

Χι, χι, Κώστα, μ’ έκανες να γελάω με τα σχόλια σου! Κι’ εγώ απόρεσα λιγάκι όταν ανακάλυψα ότι πιάστηκαν τα χέρια μου γράφοντας ολόκληρο κατεβατό που στην ουσία δεν βγαίνει πουθενά! Δεν έχω καμιά ανάγκη να υπεραστιστώ τον Pennanen-εγώ βρήκα μερικά ενδιαφέροντα στη διατριβή του, αλλά ο καθένας μπορεί να τη διαβάζει και να την κρίνει μόνος του. Ένα θα πω σχετικά με το αcademic style…είναι να μη μπλέξεις με ανθρωπιστικές σπουδές, γιατί σ’ έφαγε η μαρμάγκα!:wink: Ή γίνεσαι ανυπόφορα σχολαστικός, κάνοντας αναφορές σ’ οποιονδήποτε ασχολήθηκε, έστω και επεισοδιακά, με το θέμα σου, ή το παίρνεις λίγο πιο χαβαλέ…και ρισκάρεις να σε επιπλήξει η επιτροπή/ ο anonymous reviewer του περιδικού “μα γιατί δεν ανέφερες τον τάδε ερευνητή, που το 1887 (ας πούμε!) αναφέρθηκε στο θέμα σου στο τάδε βιβλίο;;;;Κακώς!”. Θέλω να πω ότι ο φόβος αυτού του είδους ελέγχου καμιά φορά σε αναγκάζει να παραθέτεις και superfluous πληροφορίες. Βέβαια, σαν καλός ερευνητής θα πρέπει να ξέρεις να ξεχωρίσεις το ουσιώδες από το άσχετο. Χρησιμοποιώ το δεύτερο πρόσωπο, αλλά μιλάω γενικά, βέβαια.

Από την άλλη (μια και το θέμα μας είναι η ετυμολογία), υπάρχουν στην Ελλάδα και αλλού, “ερασιτέχνες” (και δεν το λέω με την κακή έννοια) ερευνητές που ίσως θα έπρεπε να ψάξουν το θέμα τους λίγο περισσότερο… Π.χ. έχω διαβάσει αρκετά “ρεμπετολογικά” πονήματα όπου ο ερευνητής (με το συμπάθειο) βγάζει ολόκληρες θεωρίες βασισμένες σε (παρ) ετυμολογίες, που είναι εντελώς αβάσιμες και χωρίς καμιά επιστημονική υποστήριξη. Απορώ, με τόσους αξιόλογους Έλληνες γλωσσολόγους, γιατί δε συμβουλεύονται κανέναν, πριν διατυπώσουν τις απόψεις και τις θεωρίες τους;

Αύτα. Ελπίζω να μη με παρεξήγησε κανένας!

Εύα

Μάρθα
Νομίζω ότι η παλιά συζήτηση για τον Λ. Γάϊλα έχει χαθεί. Μπορείς όμως να την βρείς (χωρίς τις φωτογραφίες) με αναζήτηση στο Google χρησιμοποιώντας τις λέξεις “Έλληνες οργανοποιοί 19ου και 20υ αιώνα”.

Επειδή το έχω πρόχειρο, βάζω εδώ το σχέδιο που ζωγράφησε το Δανός ζωγράφος Μαρτίνος Ρέερμπυ το 1835, όπως δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο 1998 στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ στο σχετικό άρθρο του Νϊκου Φρονιμόπουλου. Τα υπόλοιπα θα τα πεί φαντάζομαι ο ίδιος ο Νίκος.

Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχέδιo. Bρήκα και την παλιά συζήτηση. Αλλά ακόμα δεν ξέρω από πότε (περίπου) υπάρχει το μπουζούκι στην ελληνική μορφή του? Μια λεζάντα δεν είναι απόδειξη, γιατί τελικά σημαίνει μόνο ότι ο ζωγράφός έχει ακούσει τη Λέξη “bossuchi”, μάλλον ήταν το ανατολίτικο “bozuk” (που σημαίνει και σάζι ή μπαγλαμά).

Τι λένε τελικά οι καινούργες δηλαδή οι τελευταίες έρευνες?
Ευχαριστώ πάρα πολύ εκ των προτέρων.

Γεια σας πάλι,

Συνεχίζω την ετυμολογική περιδιάβαση (με μερικές περικοπές), με πληροφορίες που μπορεί να σας φανούν λιγάκι πιο χρήσιμες…

We must now return to the beginning: the origin of the Turkish word bozuk as an instrument name. Redhouse mentions its definitionas as ‘broken’, ‘destroyed’, ‘spoiled’ , ‘gone bad’…‘small change’. …the Chagatay-Persian dictionary by Talic Imani lists bozuk under the meaning of musical instrument: buzuq, ‘distruction’, ‘ruins’; ‘a guitar-like five-string instrument’. In his Chagatay-Ottoman dictionary, Seyh Suleyman Efendi Bukhari gives for the word bozugh the meanings ‘broken’, ‘irregular’; ‘a kopuz-like tanbura’.

A possible explanation for the etymology of the bozuk as a lute name may be found in the pecularities of the tuning of the instrument. Gazimihal (1975:113-5) accepts the explanation given by Anatolian bozuk players of the old generation he has interviewed: since the bozuk is not structurally unique among the Anatolian long-necked lutes, its name should be traced back to the re-entrant tuning bozuk duzen (with umlaut) of the instrument. The term re-entrant describes a tuning in which successive strings are tuned not to successively higher pitches but to a pattern of rising and falling intervals. Various re-entrant tunings are common in Anatolian long-necked lutes (see Picken 1975:230), and several tunings are known as bozuk duzeni (Gazimihal 1975:114; Picken 1975:285-7). However, according to Picken (ibid.:229-30, also Stokes 1992:285-7) the modern form of tuning is (I)a-(II)-(III)g. It is also known as karaduzen (‘black tuning’), the significance of which is unclear. Gazimihal (1975:113-5) implies that the term bozuk duzen was originally used for describing the primitive “broken” style of East Anatolian rural long-necked lute players. If this holds good, karaduzen (kara duzeni) and bozuk duzeni may have originally been synonymous. In Turkish languages ‘kara’ can denote e.g. black, dark, obscure, unlucky, gloomy, of common people, poor, bad, mean, dirty (Radloff 1899). In this context, ‘kara’ may mean ‘of common people’ as a distinction from the fasil lutes, of the courts. Consequently, karaduzen may have been used for an instrument that was played in a way poorly, and bozuk duzen for the tuning of this instrument. ‘Bozuk’ may have been abstracted to denote the instrument as well.

There are also another possibility. Picken (1975:239, 286) points out that the bozuk duzeni-nowadays the most widely used tuning-has exceptionally many alternative finals, whereas other tunings have only one. Indeed, the colloquial meaning of ‘bozuk duzen’ are ‘in a disorderly state’ and ‘out of order’ and for duzeni bozuk ‘out of order’, ‘out of tune’ (Redhouse 1992), which can refer to this unusual characteristic of the tuning. Bozuk duzeni is indeed disobedient and and irregular; it breaks the rules.

Εύα

Καλά. εσύ Evaba συνεχίζεις τη γυμναστική των δακτύλων.
Μπράβο κουράγιο!

Λοιπόν, αφήνοντας στην άκρη το λεβεντόπαιδο τον Αρίστο, έχεις πολύ δίκιο σχετικά μ’ αυτές τις “ρεμπετολογίες”. Οχι όλες, γιατί παραδέχομαι ότι κάποιες έχουν μια αξία, έστω και ιστορική (Πετρόπουλος), έστω και συναισθηματική (Σχορέλης).
Στην καλύτερη περίπτωση διαβάζονται διαγώνια, ήτοι τρεις λέξεις ανά παράγραφο. Είναι αβασάνιστα κείμενα και χωρίς ουσιαστική έρευνα από πίσω. Χωρίς ένταξη στον ιστορικό περίγυρο, χωρίς αποδελτίωση και συσχετισμό των κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, χωρίς καν τις στοιχειώδεις βιβλιογραφικές αναφορές. Θα μου πεις αν κάνανε όλοι έτσι θα είχαμε πέντε κείμενα όλα κι όλα. Ε, και; Θα είχαμε πέντε σοβαρά κείμενα αντί για πέντε χιλιάδες νερόβραστες πατάτες. Στον κλάδο μου υπάρχουν όλα κι όλα εφτά - άντε δέκα - βαρύτατης αξίας βιβλία (τα περισσότερα της 10ετίας του '50 και του ‘60) και δυο φορές τόσα αναμασήματα ή case studies που έχουν μια ευδιάκριτη μεθοδολογική αξία. Ουδείς τόλμησε να γράψει μπούρδες μόνο και μόνο επειδή έμαθε το word ή επειδή απλά και μόνο “γουστάρει”.
Ισαακ, για τον Πεκα-Πένενεν δεν είμαι αρμόδιος γιατί από τσαντίλα και μόνο, δεν καταδέχτηκα ούτε τις φωτοτυπίες της διατριβής του να βάλω σπίτι μου. Πάντως, εκείνη την περίοδο που την έγραφε, είχε στρογγυλοκαθίσει στο παλιό (πρώτο) forum και προσπαθούσε να αρμέξει πληροφορίες από το πλήθος των απονήρευτων που συμμετείχαν. Δεν επεκτείνομαι γιατί δεν θυμάμαι και πολλά, μόνο κάτι αψιμαχίες για τον “ταμπουρά” που δεν είναι τούρκικη λέξη όπως το ήθελε αλλά οργανική και γλωσσική εξέλιξη της βυζαντινής πανδουρίδας. Αν κάποιος απ’ τους παλιούς συγκράτησε τίποτα, ας διηγηθεί κανένα επεισόδιο.

Αυτός δεν ήταν που ψαχνότανε με τα ντουζένια; Δεν πολυπαρακολούθησα τις συζητήσεις τότε, λόγω άγνοιας από μέρους μου των πορτογαλέζικων. Αλλά τους ρεμπετοτουρίστες δε χρειάζεται να κατέχεις πολλές ξένες γλώσσες για να τους διαγνώσεις.
Και να συμπληρώσω κάτι παραπάνω στα λεγόμενα του ΚΚ:
Εννοείται ότι όταν πέσανε για πρώτη φορά στα χέρια μας οι …ρεμπετολογίες (στα μέσα της δεκαετίας του '80 για μένα), τις διαβάσαμε λέξη προς λέξη και σε κάποιες μάλιστα (την κοινωνιολογία του Δαμιανάκου, αν θυμάμαι καλά) κρατούσα και σημειώσεις!
Μόλις βέβαια άρχισα να κατανοώ τα “βαθύτερα νοήματα”, τότε άρχισε το “διαγώνιο διάβασμα” που λέει κι ο ΚΚ. Σήμερα, όταν πέφτει στα χέρια μου κάτι τέτοιο, βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου “στις πόσες σελίδες θα μαντέψω τη συνέχεια”. Συνήθως φτάνουν τέσσερις με πέντε…
Οχι ότι δεν υπήρξαν αξιόλογα κομμάτια. Σαφώς και υπήρξαν κι ελπίζω να υπάρξουν και στο μέλλον. Το γεγονός όμως είναι ότι αποτελούν ισχνή μειοψηφία.
Κάποιοι έγραψαν βιβλία για το ρεμπέτικο, έχοντας ως βάση μια συνέντευξη που είχαν πάρει από τον μπατζανάκη του μαγαζάτορα όπου δούλεψε ο Τσιτσάνης για ένα δίμηνο. Κάποιοι άλλοι έγιναν ειδικοί στο πειραιώτικο επειδή κάποτε έβγαλαν δυο φωτογραφίες στο Μάρκο. Κάποιοι άλλοι μαστούριασαν μια φορά παρέα με απόγονο ρεμπέτη και έγιναν αυτόματα ιστορικοί. Δε με χέζετε λέω εγώ…

«…οργανική και γλωσσική εξέλιξη της βυζαντινής πανδουρίδας »

Η πανδουρίδα ή τρίχορδον έχει αρχαιοελληνική προέλευση. Σώζονται δε και απεικονήσεις της σε ανόγλυφα και τερρακόττες, από όπου φαίνεται ότι υπήρχαν διάφορα μεγέθη και παίζονταν με αντίστοιχο τρόπο με το σημερινό μπουζούκι και τον μπαγλαμά.Ετοιμολογικά ο όρος προκύπτει από τις λέξεις «παν» και «δόρυ» (…κεκομμένον στέλεχος κορμού δένδρου…, Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Ι.Σταματάκου ), δηλαδή όλη φτιαγμένη από ξύλο (αντίστοιχο του «al ud»).

Μάρθα, διάβασε το προηγούμενο μήνυμά μου, νομίζω ότι επιγραμματικά σου έχω απαντήσει ( τέλη 19ου αιώνα ).Ο οργανοποιός Γιάννης Κουκουρίγκος αποδίδει την κατασκευή του σημερινού μπουζουκιού στον Αναστάσιο Σταθόπουλο και το εργαστήριό του στην Αμερική των αρχών του περασμένου αιώνα.Ενδιαφέρουσα άποψη, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί πλήρως να τεκμηριωθεί.

Όσο αφορά το bozuk duzeni και το όργανο bozuk, ας μην ξαναβάλουμε την παλιά ερώτηση για την κότα και το αυγό !

Ο Σταθόπουλος πήγε στην Αμερική το 1903. Το πρώτο μπουζούκι στη σημερινή του μορφή, φτιάχτηκε πριν από το 1900. Για παράδειγμα στο περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι, Τεύχος 15, Μάϊος 2006, σε άρθρο του Λεωνίδα Κιούση συμπεριλαμβάνεται πίνακας του Εμμ. Κουμέλη του 1899 με τίτλο “Ευτυχισμένα γεράσματα”. Το όργανο που κρατά ο ηλικιωμένος άνδρας είναι μπουζούκι με συγκερασμένη κλίμακα.

Υπάρχει βέβαια η θεωρητική πιθανότητα ο Α. Σταθόπουλος να έφτιαξε το πρώτο μπουζούκι στη Σμύρνη όπου διατηρούσε μεγάλο εργαστήριο οργανοποιίας. Αλλά δεν έχουμε κανένα στοιχείο γιαυτό. Στο βιβλίο του Αριστομένη Καλυβιώτη “Σμύρνη Η μουσική ζωή 1900-1922”, αναφέρεται ο Α. Σταθόπουλος “όστις είναι κατασκευαστής μουσικών οργάνων, ευρωπαϊκών τε και εγχωρίων”. Θα πρέπει να ερμηνεύσουμε το τι σημαίνει “εγχώριο” όργανο. Γεγονός είναι ότι σε ολόκληρο το βιβλίο που έχει πολλά και λεπτομερή στοιχεία για τη μουσική ζωή της Σμύρνης δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη μπουζούκι.