(«Ρωσο»)Πόντιοι της Κομοτηνής

Εκπομπή του Μελίκη «Ο τόπος και το τραγούδι του - Πόντιοι της Κομοτηνής»:
μέρος Α
μέρος Β
μέρος Γ
μέρος Δ

Σ’ έναν οικισμό κοντά στην Κομοτηνή έχουν μαζευτεί «παλιννοστούντες» (!!) Πόντιοι από διάφορα μέρη των πρώνη Σοβιετικών Δημοκρατιών, με αρχική καταγωγή επίσης από διάφορα μέρη ολόκληρου του Πόντου. Ο Γιώργης Μελίκης αφιερώνει μία εκπομπή στις μουσικές που κουβάλησαν εκεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι.

Η εκπομπή προκαλεί ανοιχτά τις εκ συνηθείας πεποιθήσεις μας για το τι είναι η ποντιακή μουσική. Προτείνω να τη δείτε οπωσδήποτε. Όπως μας παρουσιάζει το μουσικό παρόν αυτού του χωριού, αμφιβάλλω αν έχω ακουστά για κανένα άλλο μέρος στην Ελλάδα με τόσο πλούσια και ποικίλη παράδοση. Μόνο από όργανα, προσέξτε πόσα έχουν:

-το κλασικό ζευγάρι κεμεντζέ-νταούλι
-κεμανέ, 4χορδη λύρα παρόμοια με τον κεμεντζέ και με τον καππαδοκικό κεμανέ αλλά όχι ολόιδια ούτε με το ένα ούτε με το άλλο (βλ. και εδώ)
-τις επίσης κλασικές (αν και λιγότερο προβεβλημένες) ποντιακές ζυγιές ζουρνά-νταούλι και τσαμπούνα (τούλουμπα το λένε εδώ, αλλού τουλούμ ή αγγείον)-νταούλι
-[b]κλαρίνο με αρμόν (ακορντεόν)
-μεΐν, ένα όργανο που πρώτη φορά το συναντώ ως ελληνικό: είναι το αρμένικο ντουντούκ / τουρκικό μέι, που όπως μαθαίνουμε το έφεραν οι Πόντιοι της Γεωργίας, όχι όμως από τη Γεωργία αλλά από την αρχική τους πατρίδα στον Πόντο.

Κάτι που επίσης βλέπω πρώτη φορά είναι η ζυγιά δύο ζουρνάδων με νταούλι. Εντός και εκτός ελληνισμού αυτός είναι ο κλασικός συνδυασμός, ειδικά όμως στους Ποντίους οι λιγοστές καταγραφές ζουρνά που έχω ακούσει ήταν πάντα με έναν μόνο ζουρνά. Πίστευα λοιπόν ότι οι Πόντιοι δεν έπαιζαν δύο ζουρνάδες. Να λοιπόν που ετούτοι εδώ παίζουν. Συγκεκριμένα μάλιστα συνοδεύονται από έναν κ α τ α π λ η κ τ ι κ ό νταουλτζή, και παίζουν σκοπούς που και πάλι μας απομακρύνουν λίγο από ό,τι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τυπικά ποντιακό.
Ο δεύτερος ζουρνάς παίζει ισοκράτημα, το οποίο αλλάζει κάθε τόσο παρακολουθώντας τις αλλαγές τονικού κέντρου της μελωδίας του πρώτου.
Σ’ ένα κομμάτι μπαίνει στην ομάδα κι ένα αρμόν, που παίζει κι αυτό ισοκράτημα μαζί με τον δεύτερο ζουρνά. Την ίδια δουλειά κάνει και όταν συνοδεύει το μεΐν, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που θυμίζει τόσο έντονα την αρμένικη ζυγιά από δύο ντουντούκ (μελωδία + ισοκράτημα) ώστε σκεφτόμαστε ότι προφανώς κι αυτή η ζυγιά έτσι θα έπαιζε παλιότερα, και ίσως απλώς να μην υπάρχει σήμερα δεύτερος παίχτης.
Σε άλλα όμως κομμάτια το αρμόν, μόνο του ή συνοδεύοντας το κλαρίνο, παίζει κανονικά με όλη την πολυφωνία και τις υπόλοιπες δυνατότητες που έχει ως όργανο.

Άλλο σημείο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι η μουσική που συνοδεύει την πάλη. Η πάλη μετά μουσικής είναι παλαιότατο έθιμο που απ’ όσο ξέρω στην Ελλάδα το κρατάνε μόνο οι Τούρκοι της Θράκης.

Ο πληθυσμός αυτός, με το τόσο πλούσιο και πολύχρωμο παρελθόν (είπαμε, και η προέλευσή τους είναι από πολλά μέρη αλλά και η κάθε επιμέρους ομάδα από συμπατριώτες έχει περάσει πολλούς ξεριζωμούς και μετεγκαταστάσεις), κουβαλάει πολλές και ποικίλες επιρροές: από τους λαούς με τους οποίους συνυπήρξαν (το ακορντεόν φαντάζομαι ότι το έμαθαν λόγω της προβολής του ως οργάνου-συμβόλου του πανσοβιετικού φολκλόρ), από τα ελληνικά και μη ελληνικά σχολεία των τόπων τους, από τον ρώσικο στρατό κλπ. Βέβαια μέσα σ’ όλα αυτά δε λείπει και το κλασικό στυλιζαρισμένο «μπαλέτο» με τις χορογραφίες: άραγε σοβιετική κληρονομιά ή νεοποντιακή ελλαδική επίδραση;

Εκτός από το να ακούμε και να βλέπουμε μουσική, στην εκπομπή γίνονται και συζητήσεις. Σε μερικές από αυτές θίγονται σημαντικές πτυχές θεμάτων που γενικά έχουμε συνηθίσει να τα αντιμετωπίζουμε μ’ ένα δεδομένο τρόπο χωρίς να πολυαναρωτιόμαστε.

Ο Μελίκης μού προξενεί ανάμικτα συναισθήματα ως ερευνητής και παρουσιαστής. Τόσο καλός και τόσο κακός ταυτόχρονα. Έχω ξανατονίσει ότι είναι απίστευτη ξετρυπώστρα (άκου μεΐν! Θα ξέραμε ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα χωρίς την εκπομπή του;), και επιπλέον η οπτική του μερικές φορές είναι διεισδυτικότατη και καίρια. Άλλες στιγμές πετάει κάτι αρκούδες γενναίου βεληνεκούς, ή απλά πέφτει σε αντιδεοντολογικές χοντράδες όπως να διακόπτει τον πληροφορητή ή να του βάζει λόγια στο στόμα.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Αέρα που ανέβασε στο φόρουμ την εκπομπή.

Μάλιστα! Πραγματικά πολύ καλή εκπομπή!!!

Στο Β΄ μέρος στο 5.40 η Αλεξάνδρα Ξενοδοχίδου με εντυπωσίασε. Η Ξενοδοχίδου έχει ηχογραφήσει κάποιους δίσκους (2-3 νομίζω) με τον Μιχάλη τον Καλιοντζίδη. Αλλά σε αυτό το βίντεο μου άρεσε πολύ περισσότερο. Ποιος ξέρει; Ίσως η παγωμάρα του στούντιο;

Τι να πω; Θα έλεγα ότι το προσέλαβαν οι Πόντιοι στον Καύκασο. Αλλά το θέμα είναι ότι η ονομασία που του δίνουνε, αν κατάλαβα καλά, διαφέρει από την ονομασία που του δίνουνε οι Καυκάσιοι. Η παράδοση επιμένει διαρκώς να με εκπλήσσει…

Στην Γαράσαρη το τουλούμ το λένε τουλουμπά. Είναι γνωστό ότι οι Καρσλήδες αλλά και γενικά οι Πόντιοι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης κατάγονται κατά το μέγιστο μέρος τους από τον Ανατολικό Πόντο. Τα δε χωριά του Καρς σχηματίστηκαν από πληθυσμούς που μετανάστευσαν από τις πατρικές τους εστίες λόγω της παρακμής των μεταλλείων τους. Οι περιοχές αυτές ήταν η Αργυρούπολη και η Νικόπολη (Γαράσαρη). Επομένως, υποθέτω ότι την ονομασία “τουλουμπά” ή “τούλουμπα” την μετέφεραν στο Καρς γαρασαρώτες μετανάστες.

Ζυγιά ζουρνά στον Πόντο δεν έχω ξαναακούσει. Έχω ακούσει ζουρνάδες από την Ματσούκα, από την Γαράσαρη, από την Μπάφρα, από την Οινόη, από χωριά της Σαμψούντας και από την Τοκάτη. Πάντα μόνοι τους έπαιζαν. Είναι άραγε δάνειο από τον Καύκασο αυτό;

Ο μπαρμπα-Σπύρος Γαλετσίδης, για την λύρα (λούρα) του οποίου ανέβασα ήδη μία ανάρτηση, είναι κυρίως γνωστός ως ζουρνατζής. Και μάλιστα είναι ο τελευταίος γαρασαρώτης ζουρνατζής. Μεγάλος τεχνίτης! Αυτός λοιπόν παίζει έναν σκοπό πάλης, τον οποίο ονομάζει “Παϊλεβάν γαϊτεσί” ή “Κιόρογλου”. Το έθιμο της πάλης γινόταν από γαρασαρώτες Ποντίους, αλλά δεν ξέρω μέχρι πότε, στο Ορφάνι Καβάλας.

Η καϊτέ (τραγούδι) των πεχλιβάνηδων. Και στα τουρκοθρακιώτικα αν δεν απατώμαι το λένε Πεχλιβάν χαβασί, «ο χαβάς των πεχλιβάνηδων», ή σε απλά ελληνικά «πεχλιβάνικο».

Ο Κιόρογλου από τα λίγα που ξέρω είναι λαϊκό τούρκικο έπος. Ο σκοπός του πρέπει να μοιάζει με αυτή την ελληνική παραλλαγή. Έχει μια μικρή ομοιότητα, κυρίως στο μέτρο αλλά και λίγο στη μελωδία, με τον μυτιληνιό Κιόρογλου ή Ατ-Χαβασί, «σκοπό των ιπποδρομιών». Ο πεχλιβάνικος του Γαλετσίδη μοιάζει καθόλου; Πλάκα θα είχε αν την ίδια μουσική την είχαν οι μεν για πάλη και οι δε για ιπποδρομίες. (Δεν είναι κυριολεκτικά ιπποδρομίες, είναι έφιππος χορός, αλλά «ιπποδρομιών» έχω ακούσει να τον λένε.)

Τι να σου πω, ρε Περικλή; Πεντάσημος είναι και το “Μαρς του Κιόρογλου” του Γαλετσίδη. Αλλά δεν μου μοιάζει καθόλου στη μουσική. Εκτός κι αν είναι τόσο παραλλαγμένο που δεν μπορώ να το αναγνωρίσω. Είναι και σ’ άλλο ήχο. Αλλά πάλι να το λένε έτσι και να μην είναι το ίδιο; Περίεργο…

Σε ευχαριστώ για την παραπομπή. Δεν το είχα ακούσει ποτέ το Μυτιληνιό. Πρέπει να είναι το μοναδικό πεντάσημο στη Μυτιλήνη, ε; Τη Ρόζα πρέπει να την είχα ακούσει αλλά δεν το είχα συγκρατήσει.

Ο Αβέρωφ στα “δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου” παραθέτει παρτιτούρα του Κιόρογλου με την σημείωση

Τούτος είναι χορός αντικρυστός, παραλλαγή της μελωδίας του Μήλου και χορευόταν κατα τον ίδιο τρόπο όπως και το Μήλον, τόσον από τους Τούρκους όσο και τους Έλληνες. Στο τραγούδι υπήρχαν στίχοι τόσο στην ελληνική, σαν και αυτούς που λέγονται στο Μήλο, όσο και στην τουρκική γλώσσα.

Σε τελείως διαφορετικό μέρος του βιβλίου βρίσκουμε το “χορό του παλιωμάτου” με τελείως διαφορετική μουσική στα 3/4 με τη σημείωση

Ο σκοπός αυτός ήταν μια μουσική συνοδευτική μιας πάλης πραγματικής παρά χορού.

Η αρχική χρήση της συνήθειας αυτής γινόταν στα χάνια […] Σε τέτοια μέρη γινόταν ευκαιριακά επίειξη πάλης “πεκλιβανιών” με τη συνοδεία μουσικής για συλλογή χρημάτων.

Από εκεί η συνήθεια εξαπλώθηκε στα χωριά, χάριν διασκεδάσεως. Συνηθισμένη χρήση μουσικής γινόταν στα πανηγύρια σε πραγματικές πάλες μεταξύ ξενοχωριτών, και στα χωριά, σε τοπικές γιορτές στον περίβολο της εκκλησιάς, μεταξύ νέων του χωριού.

Μία εξήγηση για το “Μήλον”; Δεν γνωρίζω τι είναι.

Κυπριακό τραγούδι που χορεύεται με τον ίδιο τρόπο με τον πρώτο αντρικό καρτζιηλαμά : http://youtu.be/qV6FSHvDNUM

Σε τι ρυθμό το έχει;

Βρήκα κι άλλον ένα Κιόρογλου, πάλι από τη Ρόζα. Αρκετά διαφορετική μελωδία, όχι όμως και άσχετη. Μοιάζει να είναι πιο πιστή στο τουρκικό πρότυπο, και το ίδιο φαντάζομαι και για τους στίχους (που ποιοτικώς και μετρικώς είναι ό,τι νά 'ναι, άρα ίσως να είναι άμεση μετάφραση, ενώ νοηματικώς μοιάζει να έχουν μεγαλύτερη σχέση με την ιστορία).
Αυτός ο σκοπός είναι πολύ δύσκολος για ελληνικά αφτιά. Δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι οι άλλοι δύο (ο μυτιληνιός και ο άλλος της Ρόζας) αποτελούν ελληνικές «μεταφράσεις» της μελωδίας: κρατάμε τα βασικά στοιχεία, μέτρο, κλίμακα και το κόλπο με τις φράσεις που οδηγούν σε στάσεις σε διαφορετική νότα κάθε φορά, κρατάμε επίσης αυτούσιες μερικές από τις φράσεις που είναι πιο ευκολομνημόνευτες, και συμπληρώνουμε με άλλες καινούργιες φράσεις στην ίδια λογική.

Οπότε Δημήτρη, για ξαναάκου τον Πόντιο υπό αυτό το νέο πρίσμα.

Ιδού κι ένας τούρκικος Κιόρογλου, που ψιλομοιάζει, κι άλλος ένας που μόνο το μέτρο έχει κοινό.

http://f.cl.ly/items/2f0y2Z24021g3f2Y2g3R/60 KOROGLOU MARS.mp3

Δουλεύει το λινκ; Αυτό είναι του μπαρμπα-Σπύρου.

Με της Ρόζας δεν μου μοιάζει καθόλου. Με το 2ο τούρκικο, που είπες ότι διατηρεί μόνο τον ρυθμό, κάπως μου μοιάζει.

Το βέβαιο είναι ότι ο Γαλετσίδης το παίζει γρήγορα, τόσο που να φαίνεται σαν τικ. Ποιος ξέρει; Δεν νομίζω να επηρεάστηκε στην ηχογράφηση, γιατί μου το έχει παίξει κι άλλες φορές κι έτσι το παίζει. Άρα ίσως να το έπαιζαν γρήγορα ή ίσως από την αχρησία να έχει υποστεί κάποιες μεταβολές.

Ίσως έχω επηρεαστεί από τις δικές μου σκέψεις (#9), αλλά δε μου φαίνεται τελείως άλλο κομμάτι!

Δεν το αποκλείει κανείς με την πρώτη, όμως δεν το ακούω και εύκολα παρόμοιο. Αν το άκουγε κάποιο τρίτο ανεπηρέαστο αυτί, θα ήταν καλά.

Κι εγώ ακούω ομοιότητες. Θα μπορούσα κάλλιστα, να πω ότι το ένα είναι χοντροδιασκευή του άλλου.

Σε αυτό με τον ζουρνά που παρέθεσε ο Δημήτρης συνοδεύουν 2 νταούλια γι’ αυτό ακούγεται και λίγο παράξενα ρυθμικά.

Μάλιστα.

Δίκιο έχεις. Παίζει ο παππούς ζουρνά, ο γιος και ο εγγονός νταούλι. Ο γιος όμως έχει άλλο παίξιμο από τον εγγονό, λιγότερο στακάτο, πιο απλωμένο, το οποίο ήταν μάλλον χαρακτηριστικό του γαρασαρώτικου νταουλιού. Ο γιος λοιπόν κράτησε το ιδιαίτερο ύφος μαθαίνοντας νταούλι από τον παππού (παίζει και νταούλι ο ζουρνατζής), ενώ ο εγγονός επηρεάστηκε από τα σημερινά ποντιακά νταούλια που χτυπάνε γενικά ρυθμικά και μονότονα. Ο μπάρμπα-Σπύρος λέει: “Εμείς δεν το κοπανάμε το νταούλι. Η βέργα είναι η ουσία. Να κελαηδάει.” Και πράγματι, όταν τον ακούς να παίζει, του μιλάει του οργάνου. Τεχνικό παίξιμο.

Για δες! Πολύ ενδιαφέρον αυτό με την εξέλιξη του παιξίματος μέσα σε τρεις γενιές της ίδιας οικογένειας!

Συχνά οι νεότεροι μουσικοί λένε «σαν τον πατέρα μου / τον παππού μου κανείς δεν έπαιζε», κι όμως οι ίδιοι όχι απλώς δεν παίζουν έτσι αλλά κάνουν κάτι πιο δύσκολο, πιο τεχνικό, χωρίς να μπορούν να κάνουν το πιο απλό και στρέιτ του παλιού. Πολύ φυσικό μεν, αλλά όταν βλέπεις τις διαφορετικές γενιές ταυτόχρονα γίνεται συναρπαστικό.

Αυτός ο παππούς πρέπει να είναι μεγάλη περίπτωση, ε; Και ζουρνά και λύρα και νταούλι και αγγείο! Θα 'ναι και χορευταράς υποθέτω.

9/8 (2 3 2 2 αντίστοιχο αυτού που στο φόρουμ ονομάζετε αγριλαμά) και μελωδία πολύ συγγενική με το Μήλον. Αντίθετα ο χορός του παλιωμάτου(πάλης και όχι παλαίστρας όπως λανθασμένα μεταφράζει ο Γκουβέντας http://youtu.be/PY4_JeD9eKY ) είναι σε τρία τέταρτα, η ηχογράφηση του Γκουβέντα ακολουθεί τις νότες της παρτιτούρας του Αβέρωφ με τα επιπλέον στολίσματα που συνηθίζει ο Γκουβέντας, και το ύφος του λαούτου στην ηχογράφηση δεν με πείθει ιδιαίτερα

Στην περίπτωση αυτή συμβαίνει το αντίθετο. Ο παππούς παίζει πολύ τεχνικά. Έχεις την αίσθηση ότι το χαϊδεύει το νταούλι. Δεν την κοπανάει την μπότα (ως είθισται να κάνουν σήμερα οι πόντιοι νταουλτζήδες) και παίζει πολύ χτυπώντας κόντρα. Εγώ δεν έχω ξανακούσει τέτοιο ποντιακό νταούλι. Π.χ. μου έλεγε ότι το ομάλιν (σαν τα λάχανα ας πούμε) το χτυπάει με τέσσερις τρόπους. Ο γιος του, που έπαιζε μαζί του σε όλα τα πανηγύρια είναι επίσης πολύ τεχνικός παίχτης στην ίδια κατεύθυνση, αλλά νομίζω τον παππού δεν τον φτάνει. Ο εγγονός έχει πλησιάσει προς το απλούστερο παίξιμο, το πιο στακάτο των Τραπεζουντίων, διατηρώντας όμως και κάποια στοιχεία του παππού.

Την τεχνικότητα αυτή την έχουν οι Γαρασαρώτες και στη λύρα και στο νταούλι και στον χορό. Οι χοροί τους είναι σχεδόν στατικοί, όπου σημασία πλέον έχουν τα τσαλίμια του χορευτή. Π.χ. ο κύριος χορός τους είναι το ομάλιν (90% του χρόνου στα γλέντια τους). Το ομάλιν είναι ίδιος ουσιαστικά χορός με το ομάλ (λάχανα) που χορεύουν οι υπόλοιποι Πόντιοι. Εδώ θα δείτε πώς ο χορός χορεύεται γενικά από του Ποντίους. Εδώ, εδώ και εδώ θα δείτε πώς χορεύουν οι Γαρασαρώτες τον χορό. Στο πρώτο βίντεο ο μπαρμπα-Σπύρος Γαλετσίδης παίζει ζουρνά, στο δεύτερο και στο τρίτο λύρα (λούρα). Νταούλι παίζει ο εγγονός του. Στο δεύτερο βίντεο πρώτος χορεύει ο γιος του μπαρμπα-Σπύρου, πατέρας του μικρού, ο οποίος στην ηχογράφηση του Κιόρογλου έπαιζε νταούλι μαζί με τον μικρό. Και ο χορός και το παίξιμο της λούρας είναι ιδιόμορφα. Πιο τσαλιμλίδικα, πιο μερακλίδικα θα έλεγα. Έτσι, αντίστοιχα, ταιριάζει και ένα τεχνικότερο παίξιμο του νταουλιού, με τσαλίμια και κόντρα χτυπήματα, το οποίο θα ακούγαμε αν ο παππούς μπορούσε ταυτόχρονα να παίζει λούρα ή ζουρνά και νταούλι…

Όχι. Δεν είναι χορευταράς. Δεν χόρευε ποτέ του. Είναι γεννημένος το 1924 και παίζει από 14 χρονών στα πανηγύρια. Πρώτο του όργανο ήταν το τουλουμπά, δηλαδή η ποντιακή τσαμπούνα. Είναι από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του, ο θειος του και ο νονός του ήταν μουσικοί. Ο παππούς είναι μορφή. Πέρα από τα όργανα που παίζει, θυμάται κάθε σκοπός από πού είναι. Σου λέει π.χ. ότι αυτόν τον άκουσα από τον τάδε ζουρνατζή που είχε έρθει από το τάδε χωριό του Πόντου. Για όλους τους σκοπούς ξέρει να σου πει την συγκεκριμένη καταγωγή τους (όπου υπάρχει) από τα χωριά της Γαράσαρης, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για πρόσφυγες. Μάλιστα, παλιότερα έψαχνα να βρω μία κασσέτα ενός λυράρη από την Κόρατζα της Γαράσαρης, από όπου κατάγεται η μάνα μου. Αυτός ήταν ο μοναδικός οργανοπαίκτης από την Κόρατζα. Η κασσέτα είχε χαθεί. Κι όταν γνώρισα τον μπάρμπα-Σπύρο, μου έπαιξε ένα καθιστικό και ένα ομάλιν όπως το έπαιζε ο λυράρης εκείνος.

Τον παππού τον ηχογράφησα. Υπάρχει όμως ένα κενό. Μου έπαιξε φλογέρα, ζουρνά, λύρα και νταούλι, όμως δεν μπορέσαμε να βρούμε τρόπο να μου παίξει τουλουμπά. Δεν έχει ασκί. Του πήγα εγώ ένα, αλλά του ήταν άβολο, μικρό. Εκείνος, λέει, το ασκί που είχε ήταν από τράγο, μακρόστενο. Εν τω μεταξύ, μου λέει να του βρω ασκί να μου παίξει, για να μη χαθεί ο τρόπος παιξίματος. Μέχρι τώρα δεν έχω συναντήσει ούτε μία ηχογράφηση με γαρασαρώτικο τουλουμπά. Είναι ο μόνος που έχει μείνει να παίζει. Αν έχει κανείς (Περικλή;) καμία ιδέα για το πώς μπορούμε να τον ηχογραφήσουμε και στο τουλουμπά, ας την ρίξει… Φοβάμαι μήπως το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει πλέον τα πνευμόνια που είχε για να φυσάει. Βέβαια και σήμερα, ζωή νά 'χει, παίζει ώρες ολόκληρες ζουρνά χωρίς να κουράζεται, αλλά νομίζω η τσαμπούνα είναι πολύ πιο κουραστική, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσε άραγε να φυσάει κάοποιος άλλος και εκείνος να παίζει;

Πάντως με ένα ιδιαίτερο κούρδισμα στην λούρα, που μιμείται την τσαμπούνα, μου έπαιξε “τουλουμπαΐ γαϊτέ”, τσαμπουνιστό δηλ. σκοπό.

Ναι ρε συ Δημήτρη, τη θυμάμαι αυτή την ιστορια (αν είναι η ίδια) που έψαχνες τουλούμι.

Μια φορά το είχα κάνει αυτό, να παίζει ένας γέροντας τσαμπούνα και να του φυσάω εγώ. Είναι αρκετά περίεργη φάση. Αυτός που φυσάει πρέπει και να ζουπάει το τουλούμι, γιατί δεν είναι δυνατόν να συγχρονίσεις την πίεση του δικού σου χεριού με την ανάσα του αλλουνού. Οπότε για να χωράνε όλα αυτά τα χέρια πρέπει να κάνεις λίγο κάμα σούτρα. Επιπλέον του γέροντα του φαινόταν εντελώς κουλό να κάνει μόνο τις μισές κινήσεις, δηλ. τις δαχτυλιές, όταν μια ζωή έχει μάθει να τα κάνει όλα ταυτόχρονα, φύσημα, πίεση και δαχτυλιές. Πάντως συνηθίζεται με μερικές δοκιμές. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι ο τσαμπουνιέρης θέλει σταθερό αέρα. Για ένα παίξιμο όπως π.χ. το τζιώτικο, που η τσαμπούνα «ανασαίνει», δε γίνεται a quatre mains.
Από την άλλη, αν παίζει ζουρνά μάλλον θα αντέχει και την τσαμπούνα. Οπότε το θέμα σου είναι να βρεις ένα ασκί. Κάνε μια κρούση στα λαϊκά αεόφωνα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια: οι κατασκευαστές έχουν αυξηθεί, έχουν γίνει πιο γνωστοί, μέχρι και μαγαζί με τσαμπούνες υπάρχει (του Ξυλούρη μέσα στο Μουσείο Οργάνων, αν και τις έχει υπερτιμημένες). Ρώτα και τους τσαμπουνιέρηδες του ΚΕΠΕΜ. Κάποια άκρη θα βρεθεί. Έχει σημασία βέβαια να βρεις τουλούμι σαν αυτά που είναι μαθημένος: ίδιο σχήμα επιστομίου (άλλος έχει μάθει να φυσάει δαγκώνοντας, άλλος φιλώντας, και αυτό δεν ξεσυνηθίζεται εύκολα), ίδια πλευρά (συνήθως δεξιά, οι Καρπάθιοι και οι Τζιώτες παίζουν αριστερά) κλπ.

Ναι, η ίδια είναι! Πού το θυμόσουνα, ρε συ! Εδώ το είχα ξεχάσει εγώ ότι είχα κάνει ερώτηση στα λαϊκά αερόφωνα. Θα μάθω τεχνικές λεπτομέρειες και θα το κοιτάξω πάλι. Ευχαριστώ.

Στη λούρα τρελό γκρουβ ο γέροντας! Και πράγματι, μερακλήδικος χορός και ταιριαστός με τη μουσική. Συνολικά όμως μού πέφτουν λίγο δύσκολα όλα αυτά. Δεν καταλαβαίνω πλήρως ούτε τι βλέπω ούτε τι ακούω. Ιδίως στο βίντεο με το ζουρνά.