Ψαραντώνης

Καταρχήν επειδή μου αρέσει πολύ.
Μετά γιατί δεν έχω δει (μέχρι στιγμής) στο φόρουμ να υπάρχει κάπου.

Angel αν έγραφες στην μηχανή αναζήτησης πάνω δεξιά “Ψαραντώνης” θα σε έβγαζε σε αρκετά θέματα.

χαχα έχεις δίκιο :240:
δεν την ειχα χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα τη μηχανή αναζήτησης…όσο ζεις μαθαίνεις!

Τον είδα χτες στην Αυλαία. Τον είχα ξαναδεί πριν πάνω από δέκα χρόνια, σε δύο εμφανίσεις που δεν ήταν πολύ πετυχημένες -μου είχε αφήσει την εντύπωση ότι, περισσότερο από τον μέσο μουσικό, δεν μπορεί να αποδώσει αν δεν τύχει «κάτι» στην ατμόσφαιρα- και είχα αποφασίσει ότι πρακτικά δεν τον έχω δει και δεν έχω άποψη. Κατά τα άλλα τον ήξερα από τις ηχογραφήσεις και τις άπειρες ιστορίες.
Οπότε, μόλις χτες κατάφερα να πάρω μια αντιπροσωπευτική εικόνα.
Επιφυλάσσομαι να γράψω εκτενώς τις εντυπώσεις μου μια από αυτές τις μέρες.

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 18:39 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 18:36 —

Κοίτα πλάκα… Εγώ πάλι χρησιμοποίησα την αναζήτηση, και μου 'βγαλε πρώτο πρώτο αυτό το θέμα, ως πιο πρόσφατο (η Έιντζελ έγραφε πριν από 10 λεπτά και τα #2-3 γράφονταν ταυτόχρονα με το δικό μου). Ε, το κρατάμε τώρα ή το αφήνουμε;

μάλλον τον έβαλα και σε λάθος θέμα…pepe όταν μπορέσεις γράψε για τις εντυπώσεις σου.

Το κρατάμε. Σύντομα θα γίνει ένα γενικό συγύρισμα και ελπίζεται ότι όλα τα θέματα θα βρίσκονται εύκολα εκεί που θα τα έψαχνε κανείς.


Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Όλοι έχουμε μια κάποια ιδέα από Ψαραντώνη, εκτός από εκείνους που έχουν μια πολύ πληρέστερη ιδέα. Εγώ ανήκω στους πρώτους. Ομολογώ ότι το κυριότερό μου κίνητρο για να πάω να τον ακούσω ήταν ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει, κάποια στιγμή πιθανόν να αποσυρθεί, και θα ήταν αδικαιολόγητο να παίζει τόσα χρόνια κι εγώ να μην έχω μια προσωπική άποψη περί του τι εστί Ψαραντώνης.

Η ιδέα που είχα ήταν λίγο πολύ ότι ο Ψαραντώνης δεν κάνει καμία κίνηση να προσεγγίσει τον ακροατή: πέφτει σε μια ιερή έκσταση, ξεχνάει ότι υπάρχεις, όπως ακριβώς ξεχνάει ότι υπάρχουν και κάποιοι τέλος πάντων συμβατικοί κώδικες ως προς το τραγούδι και το παίξιμο, και είναι καθαρά θέμα του ακροατή αν θα βρει κάτι που να του ταιριάζει σ’ αυτό που ακούει. Ξέρω ότι υπάρχει πολύς κόσμος, κρητικοί και κρητικόφιλοι νεαρών ιδίως ηλικιών, που όχι απλώς βρίσκουν κάτι αλλά τον αγαπάνε, τον εκτιμάνε βαθειά και ενθουσιάζονται με τις ερμηνείες του.
Επίσης είχα την εικόνα ότι δε δεσμεύεται από «ορθόδοξες» μουσικές συμπεριφορές. Από τότε προ δεκαετίας και βάλε που τον είχα δει, θυμάμαι ολοζώντανα να κοιτάει ξαφνικά, στη μέση του κομματιού, τη λύρα του μ’ ένα ύφος «τι ντενεκές είναι αυτός;», να την παρατάει και να παίρνει μια άλλη.
Επίσης θυμάμαι ότι ήταν πολύ απαιτητικός από όλους, κοινό (σε θέματα ησυχίας) και μουσικούς (τους κατακεραύνωνε μπροστά σ’ όλο τον κόσμο).
Όλα αυτά δεν είναι ούτε συν ούτε πλην. Είναι πιο πολύ απορίες. Πήγα λοιπόν στη συναυλία με αυτή την προδιάθεση, και με παρέα που και τον Ψαραντώνη αλλά και γενικά τα κρητικά τα ξέρουν πολύ καλύτερα από εμένα, μάλιστα δε με τον ίδιο είχαν και κάποια γνωριμία.

Πρώτα απ’ όλα, με κέρδισε η σύνθεση της ορχήστρας: εκτός από τον ίδιο υπήρχε μόνο ένα λαούτο (ένα πολύ καλό παλικάρι, δυστυχώς δε συγκράτησα το όνομα) κι ένα μπεντίρ, η Νίκη. Μ’ αρέσουν τα λίγα όργανα. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Μάλιστα στην αρχή σκέφτηκα ότι και το μπεντίρ ακόμα θα μπορούσε να λείπει, αλλά τελικά δεν περίσσευε. Ο τρόπος που έπαιζαν οι άλλοι δύο άφηνε χώρο να μπει και το κρουστό χωρίς να παραφορτώνει τον ήχο, το δε παίξιμο της Νίκης ήταν αυτό ακριβώς που είναι τα σωστά ελληνικά κρουστά: μόνο ρυθμός. Όχι κόλπα, όχι πλούτος ηχοχρωμάτων, όχι διαιρέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμοί και τετραγωνικές ρίζες των χρόνων.

Μία θετική έκπληξη που είχα ήταν η διάψευση της εντύπωσής μου ότι ο Ψαραντώνης απομονώνεται στην έκστασή του. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα παρών σε ό,τι γίνεται. Δε θα ισχυριστώ ότι έστηνε ψιλή κουβέντα με το κοινό, αλλά ότι επικοινωνούσε επικοινωνούσε. Το ότι τα λόγια του είναι λίγα μάλλον είναι ιδίωμά του ούτως ή άλλως. Αλλά και μια παραγγελιά που του πέταξε κάποιος την άκουσε και την έπαιξε αμέσως, και μια παρουσίαση (μονολεκτική σχεδόν, βέβαια) έκανε για καναδυό κομμάτια, και μπράβο είπε όταν στα πολύ γνωστά κομμάτια το κοινό τραγούδαγε πιο πολύ από τον ίδιο, και, πέρα από το λεκτικό μέρος, ήταν σαφώς εκεί μαζί μας. Και δεν υπήρχε καθόλου η απότομη απαίτηση για ησυχία: την επέβαλλε με το παίξιμό του, και όσους (πάντα κάποιοι υπάρχουν) δεν τη σέβονταν, τους αγνοούσε.

Άλλη έκπληξη ήταν το τραγούδι του. Αυτές οι υπερβολικά χαμηλές νότες -στην ουσία πιο χαμηλές απ’ όσο φτάνει να πιάσει- που στην ηχογράφηση ή ακόμα και στο γιουτιουμπ ακούγονται σαν μια μανιέρα λιγάκι προσποιητή, όταν τον βλέπεις μπροστά σου να τις βγάζει γίνονται πολύ πιο φυσικές. Και όταν ο μουσικός είναι φυσικός, εμένα μου φτάνει και μου περισσεύει. Αλλά επιπλέον, άμα θέλει βγάζει και κανονική φωνή (όπως στο βιντεάκι που παραπάμπει πιο πάνω η Έιντζελ). Όχι πως αμφέβαλλα ότι μπορεί, τώρα όμως είδα ότι και μπορεί και το κάνει κιόλας. Μάλιστα αυτές οι κανονικές νότες, ενώ αν τραγούδαγε μόνο σ’ αυτές θα ακούγονταν νορμάλ, τίποτε ιδιαίτερο, με το να τις ρίχνει μια στα τόσα ανάμεσα στα υποχθόνια βουητά αποκτούσαν άλλη χάρη. Ήταν σαν η φωνή, φυλακισμένη την πιο πολλή ώρα κάτω στο υπόγειο, ξαφνικά να είχε απελευθερωθεί και να τιναζόταν με όλη τη συσσωρευμένη ορμή.

Σ’ όλη τη συναυλία δεν είδα υπερβολές από αυτές που φοβόμουν, ότι δηλαδή στα σιγανά θα ήταν υπερβολικά σιγανός, «ατμοσφαιρικός», με μόλις που και που μια ανεπαίσθητη νοτούλα σαν να έσκασε μια σταγόνα από τον σταλαγμίτη, και στα δυνατά θα έριχνε βρωμόξυλο στα όργανα. Τίποτε από αυτά. Έπαιξε τα σιγανά σιγανά και τα δυνατά δυνατά, αλλά όλη την ώρα έπαιζε μουσική. Μόνο στο Λουσακιανό προς το τέλος ξέφυγε λίγο και η λύρα έφαγε πιο πολλά σκαμπίλια παρά δοξαριές.

Σ’ όλα αυτά λοιπόν εξαιρετικός. Ένας ώριμος καλλιτέχνης, και όχι ένα σπάνιο θηρίο.

Υπήρχαν όμως και κάποια σημεία όπου ήθελα κάτι παραπάνω. Ένα από αυτά ήταν οι διάρκειες των κομματιών: τα συρτά ήταν μία, άντε δύο μαντινάδες και τέρμα. Οι κοντυλιές ήταν και πάλι μερικές μαντινάδες και τέρμα. Ήταν σα να έπαιζε τα κομμάτια της δισκογραφίας του (και πιθανόν όντως αυτό να έκανε, δεν την ξέρω απέξω τη δισκογραφία του). Ήθελα ν’ ακούσω ένα μακρύ, χορταστικό κομμάτι, δέκα-δεκαπέντε λεπτά, με όλη του την εξύφανση και τα ανεβοκατεβάσματα, και να τον ακούσω να συρράπτει τους σκοπούς και τις μαντινάδες και όχι απλώς να λέει τις απομνημονευμένες με τη στάνταρ σειρά. Αυτή η δισκογραφική συμπεριφορά με απογοήτευσε λιγάκι. Επιπλέον, από το πόσο τραγούδαγε ο κόσμος αντιλήφθηκα ότι αρκετά από τα τραγούδια ήταν τα σουξέ του -άλλωστε μερικά τα ήξερα κι εγώ: τον Δία, τον Τίγρη… (και δεν είναι κι από τα τραγούδια που εκτιμώ περισσότερο). Οπότε, από κει που χάρηκα βλέποντας ότι ο Ψαραντώνης επικοινωνεί μια χαρά με το κοινό, κόντεψα να φτάσω στο άλλο άκρο, να τον δω να κάνει απλώς τα εύκολα χατίρια του κοινού.
Μου άρεσε πολύ ο Ερωτόκριτος. Είναι γεγονός ότι δεν έπιανα άνετα όλα τα λόγια. Λογικά σκέφτεται κανείς: αν δεν ακούγονται τα λόγια, τι καλό μπορεί να έχει μια ερμηνεία ειδικά του Ερωτόκριτου; Κι όμως. Είχα την αίσθηση ότι ο άνθρωπος μπροστά μου δεν τραγουδάει ένα τραγούδι αλλά ότι μου διηγείται το παραμύθι, θέλοντας να με κάνει κοινωνό των όσων γίνονται μέσα. Αυτό είναι σωστή ερμηνεία, προερχόμενη από έναν αναντίρρητο γνώστη (γενικά έχω την εντύπωση ότι ο Ψαραντώνης πρέπει να ξέρει όσα λίγοι ξέρουν από το ρεπερτόριο της Κρήτης, παλιά αφηγηματικά τραγούδια, σπάνιους σκοπούς κλπ., και χωρίς να είναι ερευνητής όπως άλλοι μουσικοί που συνειδητά προσανατολίζονται σ’ αυτές τις αναδιφήσεις αλλά απλώς σαν μερακλής). Το ότι έχασα μερικές κουβέντες και τελικά έχασα και το νήμα δεν είναι τραγικό. Πες πως άκουγα παραμύθι για να κοιμηθώ και τελικά κοιμήθηκα.
Για μένα και για τα γούστα μου οι καλύτερες στιγμές ήταν οι Τρεις καλογήροι και το τραγούδι του Κυρ Βοριά. Παραλογές που σπάνια τις ακούμε τραγουδισμένες, και μάλιστα σε μια εκδοχή που όχι απλώς δεν την ήξερα αλλά δεν ήξερα καν τι είδους τραγούδια είναι (από αφηγηματικά στην Κρήτη ξέρουμε κυρίως τα ριζίτικα των Χανίων, αλλά αυτά δεν ήταν ριζίτικα.) Αλλά τον κυρ Βοριά δεν τον ολοκλήρωσε! Έπρεπε.
Μόνο στο τέλος του προγράμματος έκανε αυτό που περίμενα από την αρχή, να ξεκινήσει από μερικές κοντυλιές με μαντινάδες και να τις γυρίσει σε κάτι άλλο και μετά σε κάτι καινούργιο και μετά από πολλή ώρα να έχουμε εντελώς ξεχάσει από πού βρεθήκαμε σ’ αυτό που ακούμε τώρα. Και βεβαίως άξιζε τον κόπο που το έκανε, αλλά θα μπορούσε να το έχει κάνει πολύ περισσότερες φορές.

Συνολική αποτίμηση: πολύ πιο συνειδητός και ώριμος καλλιτέχνης απ’ ό,τι νόμιζα, αλλά και πολύ λιγότερο ασυμβίβαστος απ’ ό,τι νόμιζα.

Με αφορμή το παραπάνω κείμενο μπήκα στη διαδικασία να ανακαλέσω τις δικιές μου εντυπώσεις από παλαιότερες συναυλίες του Ψαραντώνη όπου έτυχε να παραβρεθώ. Η κριτική του pepe είναι βέβαια προσεγμένη και λεπτομερειακή, ωστόσο δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω πόσο διαφορετική εντύπωση μπορεί να αφήσει ο ίδιος καλλιτέχνης σε διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτές οι διαφορές στην πρόσληψη δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ο ένας ή ο άλλος σχημάτισε τη λανθασμένη εντύπωση γιατί απλούστατα όπως ο pepe πήγε στη συναυλία με συγκεκριμένες καταβολές και με μια δεδομένη προδιάθεση έτσι κι εγώ πήγα έχοντας κατά νου την εικόνα που είχα σχηματίσει ακούγοντας τους δίσκους του, διαβάζοντας κριτικές-συνεντεύξεις και βλέποντας βίντεο του Ψαραντώνη στο διαδίκτυο. Και ναι μεν μπορεί όλοι να διαβάζουν και να βλέπουν τα ίδια πράγματα με όλους αλλά αλλιώς αντιδρά ο καθένας.

Μεγάλο ρόλο σʼ αυτό παίζει φυσικά και η κουλτούρα του καθενός. Ο pepe για παράδειγμα ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με την παραδοσιακή μουσική απʼ όσο έχω καταλάβει, και μάλιστα με έναν τρόπο που ζηλεύω. Συγκριτικά με τον pepe εγώ δεν έχω εντρυφήσει στα παραδοσιακά παρά σε ελάχιστο βαθμό και πάντα ως ακροατής, ποτέ ως εκτελεστής. Εν τέλει αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ενώ σε πολλά σημεία της κριτικής του pepe δεν διαφωνώ, από την άλλη δεν μπορώ να πω ότι συμφωνώ κιόλας λόγω του ότι διαφορετικά πράγματα μου τραβάνε την προσοχή στον Ψαραντώνη. Ακόμα και σημεία που προσέχουν όλοι, όπως είναι η ιδιαίτερη φωνή και κατʼ επέκταση η ερμηνεία του Ψαραντώνη, έχουν άλλη βαρύτητα στον δικό μου κόσμο.

Θυμάμαι πως από την πρώτη φορά που άκουσα τους δίσκους του, η φωνή του μου «έκατσε» πολύ φυσικά στο αυτί. Συνειδητοποιούσα βέβαια την ιδιαιτερότητα της χροιάς και της ερμηνείας αλλά δεν την «αμφισβήτησα» ποτέ. Ίσα-ίσα, την βρήκα πολύ ταιριαστή με την προσέγγιση του στα κομμάτια. Αργότερα κατάλαβα, όταν άρχισα να προτείνω και σε φίλους τη μουσική του, πόσο πολύ στέκονται οι άνθρωποι στη φωνή του. Για κάποιους είναι πολύ μεγάλο θέμα, για μένα σχεδόν καθόλου, πάντα την θεωρούσα δεδομένη.

Η φωνή του Tom Waits για παράδειγμα, δεν μου «έκατσε» αμέσως φυσικά, μου πήρε λίγο χρόνο να τη συνηθίσω. Η δε φωνή του Martyn Jacques των Tiger Lillies μου ήρθε τελείως απροσδόκητα στο αυτί. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να την εντάξω στο αισθητικό πλαίσιο που η μουσική τους προτείνει. Τώρα πια δεν μπορώ να φανταστώ κομμάτι των Tiger Lillies χωρίς την ψευδο-οπερατική φαλτσέτο φωνή του M. Jacques. Θα μου πείτε βέβαια πού κολλάνε όλα αυτά με τον Ψαραντώνη… Θεωρώ ότι ρίχνουν φως σε ένα ζήτημα που έχει άμεση σχέση με αυτά που έχουν γραφτεί όχι μόνο γύρω από τον Ψαραντώνη αλλά και γύρω από άλλους καλλιτέχνες και που εντός του φόρουμ πολύ εύγλωττα και σωστά αναφέρεται από πολλούς ως «περί ορέξεως… κολοκυθόπιτα».

Αν δεν μας αρέσει η φωνή ενός καλλιτέχνη ενώ μας αρέσει πολύ η φωνή ενός άλλου δεν είναι γιατί η μία είναι κακή και η άλλη καλή. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής. Και ενώ η αισθητική μοιάζει αυτονόητη συχνά παραγνωρίζεται. Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει και εδώ μηνύματα που προσπαθούν να αποφανθούν περί του καλύτερου μπουζουκιού (τόσο από πλευράς οργάνου όσο και από πλευράς παίχτη) τα οποία δεν λαμβάνουν υπόψη την παράμετρο της αισθητικής. Φυσικά και υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για το αν κάτι στην Τέχνη είναι «καλό» ή «κακό» αλλά αυτά τα κριτήρια έχουν να κάνουν περισσότερο με τεχνικά ζητήματα και κυρίως με την πρόθεση του εκάστοτε καλλιτέχνη. Αν, για παράδειγμα, δύο τραγουδιστές προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν ένα απαιτητικό γύρισμα στη φωνή είναι πολύ πιθανό κάποιος από τους δύο να είναι πιο σωστός τονικά. Ωστόσο, αυτός που φάλτσαρε μπορεί να μας αρέσει περισσότερο από τον άλλο που δεν φάλτσαρε γιατί ίσως η εν γένει αισθητική του συμφωνεί με την προσωπική μας θεώρηση περί μουσικής και Τέχνης.

Ας επανέλθω όμως γιατί μου φαίνεται εξώκειλα… Τον Ψαραντώνη τον είδα τελευταία φορά το 2008 στην Αίγλη (Γενί Χαμάμ) της Θεσσαλονίκης. Στον ίδιο χώρο τον είχα δει και ένα χρόνο νωρίτερα. Οι δύο αυτές βραδιές εξελίχτηκαν πολύ διαφορετικά. Η συναυλία του ʼ07 μου άφησε την καλύτερη ανάμνηση. Περίμενα να δω μουσικούς που ξέρουν πολύ καλά τι θέλουν να βγάλουν στα παιξίματά τους και πώς θα το πετύχουν και αυτό συνέβη. Αν θυμάμαι καλά είχε βγει ο Ψαραντώνης παρέα με 2 λαούτα (ο ένας πρέπει να ʽταν ο Λάμπης Ξυλούρης) και νομίζω μπεντίρ-φωνή η Νίκη Ξυλούρη. Το πρόγραμμα ήταν πολυποίκιλο. Περιελάμβανε κομμάτια παλιά και νέα, παραδοσιακά κρητικά (κάποια παντελώς άγνωστα σε μένα, ωστόσο απολαυστικότατα) και φυσικά τους κλασικούς αυτοσχεδιασμούς όπου εισάγεται ένα απλό και ίσως γνωστό θέμα αρχικά και σιγά-σιγά εμπλουτίζεται και εξελίσσεται σε κάτι αρκετά φορτισμένο. Η συνολική εικόνα της βραδιάς, όπως μου έχει εντυπωθεί, είναι αυτή της σταδιακής κορύφωσης μέχρι και οι μουσικοί να τα δώσουν όλα πάνω στη σκηνή και εμείς από κάτω να «χορτάσουμε» με αυτό που ακούγαμε. Φύγαμε δηλαδή πολύ ευχαριστημένοι από αυτό που βιώσαμε. Υπήρχαν μάλιστα στιγμές στους αυτοσχεδιασμούς όπου παρατήρησα κάτι που έρχεται εν μέρει σε αντίθεση με αυτό που λέει ο pepe για τους ρυθμούς. Άκουγα τους μουσικούς να παίζουν μεν τον ίδιο ρυθμό αλλά με διαφορετικούς τονισμούς ο καθένας, δημιουργώντας έτσι μια εντύπωση ύπαρξης πολλαπλών ρυθμών (πολυρυθμία). Όσο για τον Ψαραντώνη, έμπαινε κι έβγαινε στον αυτοσχεδιασμό σε απροσδόκητα σημεία και με μελωδικές φράσεις ακόμα πιο περίεργα τονισμένες, με τρόπο όμως που μόνο ένας δεξιοτέχνης μπορεί να βγάλει εις πέρας.

Δεν θα σταθώ περισσότερο στην πολυρυθμία, ίσως κάποια στιγμή να ανοίξω ένα θέμα στον κατάλληλο χώρο μόνο και μόνο για να πάψει να θεωρείται εξεζητημένη ενώ πραγματικά δεν είναι. Αντιθέτως, είναι πολύ πιο φυσική η ύπαρξη της πολυρυθμίας απʼ ό,τι ο βιομηχανικός ρυθμός των 4/4, για παράδειγμα.

Για να κλείσω τα περί της συναυλίας του 2007, να προσθέσω μόνο πως το κοινό εκείνης της βραδιάς ήταν πολύ «συνεργάσιμο». Σεβόταν τις ήσυχες στιγμές, συμμετείχε στις εξάρσεις της λύρας, χειροκροτούσε με θέρμη τα κομμάτια, ανταποκρινόταν στα «σημάδια» που τους έκανε ο Ψαραντώνης, τραγουδούσε πολλούς στίχους και δεν έκανε φασαρία ή βαβούρα κατά τη διάρκεια των μεγαλύτερων, χρονικά, κομματιών. Όπως θα δείτε και παρακάτω, όπου θα περιγράψω τη συναυλία του ʼ08, το κοινό μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο, σε όλους είναι άλλωστε γνωστό, στην έκβαση μιας συναυλίας.

Έχοντας την ανάμνηση της περασμένης συναυλίας πήγα ξανά στην Αίγλη περιμένοντας να δω κάτι ανάλογο με αυτό που είχα ζήσει και τότε. Για κάποιο λόγο όμως το πρώτο μισό της συναυλίας ήταν αρκετά «πεσμένο» σε σχέση με αυτό που ανέμενα. Σε καμία περίπτωση δεν θα την περιέγραφα ως άσχημη βραδιά, απλώς άρχισε κάπως κρύα και για πολλή ώρα συνέχισε έτσι χωρίς να έχει τις ιδιαίτερες στιγμές που ψάχνω ως ακροατής. Μαζί με τον Ψαραντώνη ήταν ο αδερφός του Γιάννης, άλλος ένας στο λαούτο καθώς και ένας ακόμα στα κρουστά. Θέλετε δεν είχαν πολλή όρεξη, θέλετε δεν παίζουν μαζί τόσο συχνά σε μουσικές σκηνές, πάντως δεν βγάζαν και πολλή θέρμη στο παίξιμό τους εκείνη τη βραδιά. Ο δε κόσμος ήταν επεικώς απαράδεκτος, κάτι που συνέβαλε περαιτέρω στην «άσχημη εκκίνηση». Πολλή βαβούρα, λειψό χειροκρότημα και γενικά αδιαφορία σε σημείο που να απορεί κανείς γιατί μπήκαν στον κόπο να δώσουν το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 20-25 ευρώ του εισιτηρίου.
Φαινόταν δηλαδή ότι ο Ψαραντώνης προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε αλλά με αυτές τις συνθήκες δεν γινόταν κάτι παραπάνω.

Ώσπου έρχεται η ώρα του διαλείμματος. Σημειωτέον, το ίδιο βράδυ εμφανιζόταν ο Nick Cave στη Μονή Λαζαριστών. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να λέμε με την παρέα μου μήπως έπρεπε να είχαμε πάει εκεί μιας και στην Αίγλη δεν βλέπαμε ως εκείνη τη στιγμή κάτι σπουδαίο. Καλό μεν αλλά όχι σπουδαίο. Άλλωστε ο Nick Cave δεν έρχεται και κάθε χρόνο στην Ελλάδα.

Τελοσπάντων, το διάλειμμα τελειώνει, ο Ψαραντώνης επιστρέφει και αρχίζει κάπως καλύτερα. Δεν περνάνε ένα-δυο τραγούδια και στο μαγαζί μπαίνει μια παρέα από την οποία ξεχώριζε ένας μουστακαλής με γνώριμη φάτσα. Ένας ψίθυρος απλώθηκε στα πρώτα τραπέζια και γρήγορα καταλάβαμε πως τη συναυλία είχε έρθει να παρακολουθήσει ο Nick Cave. Μόλις τελειώνει το κομμάτι που έπαιζαν οι μουσικοί, βγαίνει ο Ψαραντώνης στο μικρόφωνο και λέει επί λέξει: «Κυρίες και κύριοι, έχουμε την τιμή να έχουμε κοντά μας τον Nικ Κέηβ, το μεγαλύτερο χαρντ ροκ όλων των εποχών». Από 'κείνη τη στιγμή και μετά η συναυλία πήρε άλλη τροπή. Λίγο η χαρά του Ψαραντώνη που ήρθε να τον δει ο «φίλος» του και πιο πολύ ο κόσμος που επιτέλους ξύπνησε και άρχισε να συμμετέχει, η βραδιά κύλησε με πολλή ενέργεια και καταπληκτικά παιξίματα.

Εδώ όμως είναι και μια ένστασή μου. Έπρεπε δηλαδή να έρθει ο Nick Cave για να αρχίσει ο κόσμος να «τροφοδοτεί» τους μουσικούς; Εκτός αυτού, η συμμετοχή του κόσμου μου φάνηκε κάπως επίπλαστη. Στην ουσία δεν επευφημούσαν τόσο τον Ψαραντώνη, άσχετα με το αν αυτός έτσι το εκλάμβανε, όσο προσπαθούσαν να δείξουν στον ροκά Cave πώς γλεντάνε οι Έλληνες και τι σπάνιους καλλιτέχνες έχουμε. Όντως, σαν Έλληνες μπορούμε να ψυχαγωγηθούμε με ωραίο τρόπο και ο Ψαραντώνης είναι σπάνιος μουσικός και ίσως από τους σημαντικότερους εν ζωή Έλληνες καλλιτέχνες, ωστόσο μια διάθεση «Ελληναρά» υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα.

Το δικό μου συμπέρασμα: είναι πολύ δύσκολο να αποκομίσει κανείς πλήρη εικόνα ενός καλλιτέχνη, ειδικά αυτή του Ψαραντώνη, έστω και αν τον έχει δει 5-6 φορές ή και παραπάνω καμιά φορά. Σημασία έχουν και οι συνθήκες, ο κόσμος, η διάθεση των μουσικών και φυσικά ο χώρος. Αλλιώς είναι στην Αίγλη, αλλιώς σε φεστιβάλ του εξωτερικού και αλλιώς στα Ανώγεια της Κρήτης. Και μια τελευταία ένσταση, φιλικά πάντα, έχει να κάνει με την επιλογή των κομματιών. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι ο Ψαραντώνης κάνει τα χατήρια του κοινού. Προσωπική μου εντύπωση είναι πως ό,τι διαλέγει να παίξει ο Ψαραντώνης αρέσει πρωτίστως σε αυτόν. Ακόμα και κομμάτια γνωστά, όπως η Τίγρη, δείχνει να του αρέσουν και να τα εκτιμά με γνήσιο τρόπο, γιʼ αυτό και τα παίζει. Τα υποστηρίζει άλλωστε με την ερμηνεία του, που πάντα είναι φορτισμένη σε αυτά τα κομμάτια και όχι διεκπεραιωτική.

Κοίταγα αυτό το βίντεο απο τα 1986, με Ψαραντώνη και Ψαρογιώργη https://www.youtube.com/watch?v=KHgr96HoOos
Δυο πράγματα με κάνουν να το μοιράζομαι. Ένα οι φωνητικές του δυνατότητες (έχει ωραία φωνή, τώρα στα μεγάλα του δεν του φαίνεται) και δεύτερο το λαούτο. Είναι λαούτο που σπανίζει. Λίγες φορές πλέον παίζουν έτσι-δεν έχω βρεθεί σε γλέντι στην Κρήτη, άρα ίσως να μην ξέρω καλά- με ταξίμια και με μελωδική γραμμή σε συνδυασμό με συνοδεία. Επίσης η κίνηση με τον μπερντέ στην διάρκεια του ταξιμιού…αυτό είναι παράδοση!!!

Μπα… Για το λαούτο είμαι ακριβώς της αντίθετης γνώμης. Αυτό ΔΕΝ είναι παράδοση, είναι μοντερνιά. Θεμιτό βέβαια για ένα νέο μουσικό που σήμερα όλοι ξέρουμε πού έχει φτάσει.

Ο Ψαρογιώργης το 1986 ακόμα το 'ψαχνε. Τώρα το 'χει βρει.

Δεν ξέρω σε βάθος τα της Κρητικής μουσικής παράδοσης και δεν ξέρω αν είναι μοντερνιά το λαούτο ως σολιστικό όργανο.
Προσωπικά μου αρέσουν πολύ το “αμέτε με στην εκκλησιά” και το “πες μου και γιάντα τη χτυπάς” του μακαρίτη Νίκου Μανιά. Δεν ξέρω πότε ηχογραφήθηκαν αλλά μάλλον πριν το 1980.

Δεν εννοώ το σολιστικό - μελωδικό παίξιμο, αλλίμονο! Αυτό φυσικά και υπήρχε. Εννοώ το ύφος του ταξιμιού, και κυρίως το κόλπο με τον μπερντέ.

Γιάννη, νομίζω ότι δεν μπήκε θέμα λαούτου σε ρόλο σολιστικό ως κάτι μοντέρνο, που δεν συνηθιζόταν παλαιότερα. Συνηθιζόταν, αλλά όχι τόσο συχνά. Ο Nikos Forlan είδε για στοιχείο διατήρησης της παράδοσης μία μετακίνηση μπερντέ κατά τη διάρκεια του παιξίματος (δεν είδα το βίντεο) και ο Πέπε, ακριβώς αυτό θεώρησε “μοντερνιά”: το να ενοχλείται ο καλλιτέχνης από κάποιο λανθασμένα μετακινημένο μπερντέ και να το δείχνει, διορθώνοντας καταμεσίς στο παίξιμο. Αν δεν κατάλαβα σωστά, ας με διορθώσουν οι ήδη γράψαντες. Αν όχι, θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Περικλή: είκοσι, τριάντα χρόνια πριν, κανενός λαουτιέρη το μυαλό δεν θα ενοχλούνταν τόσο από την παραφωνία ενός μορίου, ώστε να διακόψει το παίξιμο.

Ο Ψαρογιώργης έχει έναν έξτρα μπερντέ σε κάποιο σημείο της ταστιέρας του. Παίζει ταξίμι (αλλά πρέπει να ακούσεις το ταξίμι για να καταλάβεις το θέμα και τις απόψεις), χρησιμοποιώντας τον, και μετά σε κάποια φάση, πριν μπει στο κομμάτι (όπου δε θα τον χρειαστεί άλλο), τον κολλάει με τον διπλανό του.

Η εισαγωγή ειδικά είναι λαούτο παιγμένο σαν σάζι, που για το 86 πρέπει να ήταν αρκετά ψαγμένη επιλογή, αν και τώρα το τούρκικο στυλ στα παραδοσιακά πλέον έχει γίνει κλισέ.

Κ.Νίκο είχα και αυτό που γράφετε στο μυαλό μου, μαζί με το ταξίμι.
Εμένα μου άρεσαν (υποκειμενικά), αλλά οι γνώσεις μου και τα ακούσματα μου, στην παραδοσιακή μουσική είναι λίγες, στα κριτικά δε ακόμα πιο λίγες…

Το είδα το βίντεο, αν και ο τρόπος του Ψαραντώνη το ξέρω ότι δεν μου ταιριάζει. Αλλά και το ταξίμι δεν ήταν από εκείνα που με συγκινούν ιδιαίτερα. Υποκειμενικά βέβαια, πάντα. Πράγματι, δεν διέκοψε το παίξιμο ο Ψαρογιώργης, αφού ολοκλήρωσε το ταξίμι και στην “παύση” πριν το κυρίως κομμάτι έσυρε το μπερντέ στην “κανονική του” θέση.

Στις 08/02/2016 πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης ένα αφιέρωμα στον Μάρκο Βαμβακάρη, με αφορμή της επετείου για τη συμπλήρωση 42 χρόνων από τον θάνατο του. Πήραν μέρος κυρίως ντόπιοι μουσικοί. Από τη βραδιά αυτή, σύμφωνα με τους παρευρισκόμενους, ξεχώρισε η παρακάτω σκηνή. Να πούμε εδώ ότι τυχαίνει την ίδια ημερομηνία, αλλά εν έτη 1980, να πεθαίνει και ο αδερφός του Ψαραντώνη, Νίκος Ξυλούρης.

//youtu.be/QUgtWaA3Jec

Η σκηνή ξεχώρισε λόγω του τραγουδιού (επειδή τραγούδησε Βαμβακάρη), γιατι απο ερμηνεία μια απο τα ίδια.
Καθόλου καλό για μένα.

Αυτός είν’ ο Ψαραντώνης και σ’ όποιον αρέσει!.. (εμένα, καθόλου)

το νόημα της συμπερίληψης Μάρκου στο ρεπερτόριο θα ήθελα να μου εξηγήσει, αν μιλάγαμε μαζί.

Μα ήταν βραδιά Βαμβακάρη.

Θα μπορούσες ίσως Νίκο να ρώταγες για το νόημα της συμπερίληψης Ψαραντώνη στο καστ του αφιερώματος στον Μάρκο. Αν το ρώταγες, δε θα ήξερα να σου απαντήσω αν ο Ψαραντώνης ήταν όντως στο επίσημο καστ (που θα ηταν όντως περίεργη επιλογή) ή αν ανέβηκε από το κοινό στη σκηνή για ένα τραγούδι (που είναι κάτι αρκετά φυσιολογικό, κίνηση που συνήθως δε γίνεται με ακραιφνώς μουσικό σκοπό αλλά μάλλον για να τιμήσει κάποιος κάποιον).