Συζήτηση για το λήμμα ΣΒΑΡΝΙΖΩ

Στο λήμμα αυτό η πρώτη απορία μου αφορά το ερμήνευμα.

«Αρχικά», λέει, σημαίνει περιέρχομαι κλπ. «Μεταφορικά» σημαίνει, λέει, «τιμωρώ, σκοτώνω». Ωστόσο, περιερχόμενος κι εγώ τα λεξικά, μετά την πρώτη σημασία βρίσκω μια δεύτερη, τη συνηθισμένη που ξέρουμε («ρίχνω κάποιον ή κάτι κάτω και τον σέρνω»), ενώ την αναφερόμενη «μεταφορική» σημασία πουθενά δεν τη βρίσκω…

Η δεύτερη απορία/προβληματισμός μου αφορά το σχόλιο του λήμματος: «Ακούγεται στο τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας του ρεμπέτικου:

“Μάγκας στην τρίχα ήμουνα” που ερμήνευσε μεταγενέστερα ο Μπάτης.

“…κι ο Μαύρος ο παλικαράς
όλους θα τους σβαρνίσει…”»

Μάταια αναζήτησα να ακούσω αυτό το τραγούδι που έλεγε ο Μπάτης… Ένα τραγούδι που τιτλοφορείται έτσι το έχει ο Σχορέλης (Δ΄ τόμος, σελ. 345-6) σε μια ενότητα που τη λέει «Τραγούδια αγνώστων συνθετών- Αυτοσχεδιασμοί». Για το τραγούδι αυτό γράφει ότι «το τραγουδούσαν κυρίως στους τεκέδες, είτε ολόκληρο είτε μερικά από τα τετράστιχά του». Ωστόσο, ούτε και εδώ περιέχεται το δίστιχο του λήμματος του ΡΤ. Στη διπλανή όμως σελίδα στον Σχορέλη (σελ. 347) υπάρχει πάνω πάνω μόνο του και ορφανό το τετράστιχο:

Μάγκας τον μάγκα αγαπά
ντερβίσης τον ντερβίση
κι ο Μαύρος ο παλληκαράς
όλους θα τους σβαρνίσει

Κάτι βρήκαμε εδώ… Κοιτάζω μετά και στο Γλωσσάρι (συμπλήρωμα) του ίδιου τόμου του Σχορέλη και το μυστήριο σα να λύνεται.

Λήμμα «σβαρνάω»: παίρνω όλους μπροστά, τιμωρώ, σκοτώνω (μτφ.)

Οπότε, στο σημείο αυτό, και εάν όντως τα αναφερόμενα στο λήμμα έχουν παρθεί από τον Σχορέλη, έχω μείνει με την απορία: πού το τραγούδησε μεταγενέστερα αυτό το δίστιχο ο Μπάτης;

Για να συνεχίσω με το δίστιχο αυτό καθαυτό, δηλ. με το παραπάνω τετράστιχο όπου περιέχεται, παρατηρώ ότι το όλο στιχουργικό μοτίβο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό που βρήκα σε παράσταση Καραγκιόζη:

ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ

Μάγκας τον μάγκα αγαπά, ντερβίσης τον ντερβίση
κι ο Σταύρος ο παλικαράς, όλους θα τους σβαρνίσει.

Και βέβαια σε όλους μας πιστεύω ότι ανακαλεί και το:

Πούστης τον πούστη αγαπά , πουτάνα την πουτάνα ,
κι ο Γιώργης ο κολομπαράς τούς παίρνει όλους σβάρνα .

Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, εκείνο το «σβαρνίσει» κάθε άλλο παρά, έστω και μεταφορικά, μπορεί να σημαίνει «τιμωρήσει/σκοτώσει». Εγώ καταλαβαίνω ότι θέλει να πει: θα τους πάρει κι αυτούς “σβάρνα”, θα τους «κανονίσει» με την ερωτικοκακόσημη έννοια.

Τι λέτε;

Άνθιμε, δεν κάνεις ένα κόπο, όποτε ανοίγεις τέτοια θέματα (και οι άλλοι βέβαια), να παραθέτεις και το ακριβές λήμμα;

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα το κάνω εγώ αντί να ζητάω.

σβάρνα (η)

φρ. «παίρνω σβάρνα»

Γυρίζω με τη σειρά, δεν αφήνω χώρο που να μην τον επισκεφτώ.

Κατ’ επέκταση, «παρασύρω», «χτυπώ».

Από το τραγούδι:

“Ένας διαβάτης” (1949)

Στ.: Τζουανάκος, μουσ.: Κοφινιώτης

Ερμηνεία: Τζουανάκος

"…με πνίγει απόψε η ερημιά

και παίρνω σβάρνα τα καπηλειά…"

[ΕΤΥΜ. < σλαβ. barna].

σβαρνίζω, σβαρνώ (ρ.)

Αρχικά σημαίνει περιέρχομαι με σβάρνα (πλατιά και βαριά σανίδα δεμένη κατάλληλα με σκοινιά από άλογο ή βόδι) το χωράφι συμπληρώνοντας το έργο της άροσης. Μεταφορικά τιμωρώ, σκοτώνω.

Ακούγεται στο τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας του ρεμπέτικου:

“Μάγκας στην τρίχα ήμουνα” που ερμήνευσε μεταγενέστερα ο Μπάτης.

"…κι ο Μαύρος ο παλικαράς

όλους θα τους σβαρνίσει…

Έβαλα και τα δύο γιατί είναι συμπληρωματικά, και:

  • σχετικά με όσα γράφει ο Άνθιμος, νομίζω ότι το ορθό θα ήταν αν αναφερθεί απλώς το σκόρπιο δίστιχο (χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένο τραγούδι)
  • βρίσκω ότι οι ετυμολογικές πληροφορίες είναι σκορπισμένες και θα έπρεπε να ενοποιηθούν στο ένα από τα δύο (μάλλον στη «σβάρνα», και στο «σβαρνίζω» να μπει μια παραπομπή)
  • βρίσκω σημαντικό που αναφέρεται τι είναι η σβάρνα, μόνο που θα ήθελα να μάθω αν το αλβ. barna σημαίνει το ίδιο (τον βωλόσυρο)

Παρά ταύτα:

Δεν πείθομαι. Εγώ καταλαβαίνω ότι λέει «θα τους πάρει όλους σβάρνα», «θα τους πάρει όλους μπάλα», «θα τους περάσει τον ένα πίσω από τον άλλο». Και τι θα τους κάνει τον ένα πίσω από τον άλλο; Οκέι, θα τους σκοτώσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αυτή είναι η έννοια του ρήματος. Αυτό είναι απλώς το νόημα της συγκεκριμένης φράσης. Αν πούμε «πήρα σβάρνα όλους τους φίλους / όλες τις γκόμενες / όλα τα καπηλειά / όλες τις εκκλησιές / όλα τα νησιά», κάθε φορά άλλο πράγμα εννοούμε, αλλά η σημασία του «παίρνω σβάρνα» παραμένει σταθερή.

1 Like

Συμφωνώ κι εγώ ότι δεν είναι δυνατόν, όσο «μεταφορικά» και να συμβαίνει, το ρήμα σβαρνίζω να σημαίνει και τιμωρώ, σκοτώνω. Αλλά, Άνθιμε, σε ποια σελίδα αρχίζει το «γλωσσάρι» του Δ΄ τόμου του Σχορέλη; Δεν το βρίσκω.

Είναι στις σελίδες 15-16

1 Like

Το σκόρπιο δίστιχο, χωρίς την ενσωμάτωσή του στο τετράστιχο από το οποίο αποσπάστηκε, δεν μας λέει τίποτε και δεν μπορεί, θεωρώ, να υποστηρίξει τη «μεταφορική» έννοια «τιμωρώ/σκοτώνω», που μου φαίνεται τελικά ότι αποτελεί ατεκμηρίωτη επινόηση του Σχορέλη.

Το τετράστιχο ακριβώς μας αποκαλύπτει τις ομοιότητες με τα ανάλογα που προανέφερα και κάθε άλλο παρά σε «σκοτωμό» παραπέμπει. Το μοτίβο και το ρήμα που χρησιμοποιείται («μάγκας τον μάγκα αγαπά/ πούστης τον πούστη αγαπά») όπως ανέφερα με παραπέμπει αλλού…

Όπως και νάχει, το σβαρνίζω, πέραν του «παίρνω σβάρνα», όπως το ξέρουμε, δεν τεκμηριώνεται ότι μεταφορικά εδώ σημαίνει και «τιμωρώ/σκοτώνω» (και επειδή είναι ανεύρετη λεξικογραφικά αυτή η χρήση και επειδή στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα δεν μας παραπέμπει σε κάτι τέτοιο).

Το ίδιο λέμε. Δίστιχο = 2Χ15συλλ. Του Σχορέλη που παραθέτεις είναι τυπωμένο σαν τετράστιχο, αλλά πάλι δίστιχο είναι, και όλο μαζί το εννοούσα.

Το «σβαρνίζω» πέρα από την έννοια «παρασύρω στο διάβα μου και ρίχνω κάτι κάτω/ ρίχνω κάποιον κάτω και τον σέρνω με δύναμη κ.λπ.» το συναντάμε και στο θέατρο Σκιών όπου ο Βεληγκέκας «σβαρνίζει», “σκοτώνει στο ξύλο” τον Καραγκιόζη ενίοτε και τον Χατζατζάρη.
Το συναντάμε και στις ειδήσεις από τα αστυνομικά δελτία, σε τίτλους π.χ. «Την σβάρνισε [:την σκότωσε, αφού την έσυρε κάτω και την ξυλοκόπησε] και ζητάει και συγγνώμη», «Σβάρνισε τη μηχανή μου»
και έχει επίσης την έννοια που αναφέρει ο Άνθιμος:
παίρνει “σβάρνα”, «κανονίζει», με την ερωτικοκακόσημη έννοια.

Άλλο σκοτώνω στο ξύλο και άλλο σκοτώνω. Έχουμε παραδείγματα, και από Καραγκιόζη και από αστυνομικά δελτία; Στο συγκεκριμένο δελτίο, το σβάρνισμα της γυναίκας - θύματος μάλλον συνδέεται με το σύρσιμο κάτω.

Πρόταση:

“Σβαρνίζω”

παρασύρω στο διάβα μου και ρίχνω κάτι κάτω,
ρίχνω κάποιον κάτω και τον σέρνω με δύναμη,
«σκοτώνω στο ξύλο»,
«κανονίζω» με την ερωτικοκακόσχημη έννοια.

«Ακούγεται στο τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας του ρεμπέτικου:

“Μάγκας στην τρίχα ήμουνα”, με τον Μπάτη

“…κι ο Μαύρος ο παλικαράς
όλους θα τους σβαρνίσει…”»

Και στο θέατρο Σκιών:

«…μάγκας τον μάγκα αγαπά, ντερβίσης τον ντερβίση
κι ο Σταύρος ο παλικαράς, όλους θα τους σβαρνίσει…»

Για το “σκοτώνω στο ξύλο” διατηρώ πολλές επιφυλάξεις

το “ερωτικοκακόσχημη” πρέπει να γίνει “ερωτικοκακόσημη”

Συμφωνώ με τον Άνθιμο για το «σκοτώνω στο ξύλο» και έχω αντίρρηση και για το «ρίχνω κάποιον κάτω και τον σέρνω με δύναμη». Δεν μπορεί να συνδεθεί αυτό με την ιδιότητα της σβάρνας, που επιδρά σε όλους τους σβώλους χώματος που βρίσκει στο δρόμο της θρυμματίζοντάς τους, ενώ αυτοί μένουν παντελώς ακίνητοι κατά το πέρασμά της από πάνω τους. Δεν μπορώ π.χ. να φανταστώ λογομαχία όπου κάποιος εκτοξεύει απειλή του τύπου «Θα σε σβαρνίσω ρε, θα σε ρίξω χάμω, θα σε δέσω και θα σε τραβάω». Σβαρνίζω σημαίνει χρησιμοποιώ σβάρνα, όχι μετατρέπω κάποιον σε σβάρνα.

Αντιγράφω από το ΜΗΛΝΕΓ (Μεγάλο Ηλεκτρονικό Λεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας Πατάκη)

σβαρνίζω

[ΑΟΡ σβάρνισα, ΜΠΘ ΕΝΣΤ σβαρνίζομαι και σβαρνιέμαι, ΜΠΘ ΑΟΡ σβαρνίστηκα, ΜΠΘ ΠΡΚ (μτχ. σβαρνισμένος)]

1)ΜΤΒ (+αιτ.)
α.(για πρόσωπο)
Χρησιμοποιώντας τη σβάρνα, συντρίβω τους βόλους του χωραφιού μετά το όργωμα, ισιώνοντας έτσι το χώμα του
(ΣΥΝ βολοκοπώ)

β.(για ζώο ή τρακτέρ)
Τραβώντας τη σβάρνα συντρίβω τους βόλους του χωραφιού μετά το όργωμα, ώστε να ισιώσει η επιφάνειά του
γ.(για σβάρνα ή ομοειδές εργαλείο)
Καθώς έλκεται από ζώο ή τρακτέρ, συντρίβει τους βόλους χωραφιού, ώστε να ισιώσει η επιφάνειά του
γ.(κατ’ επέκτ.) (για άλλους χώρους)
Ισοπεδώνω, κάνω ομαλή την επιφάνεια κάποιου χώρου

2)ΜΤΒ (+αιτ.)
α.
Παρασύρω κπν ή κτ εδώ κι εκεί, συνήθως ρίχνοντάς το(ν) κάτω
β.
Πιάνω, αρπάζω κπν ή κτ και το(ν) ρίχνω κάτω ή το(ν) ρίχνω και το(ν) τραβάω
(πρβ. σέρνω, σύρω)
γ.σβαρνίζω τα πόδια μου [πόδι] (σχετικά με τα πόδια)
Σέρνω τα πόδια μου
δ.
Πιάνω και μεταφέρω κτ είτε με τα χέρια μου είτε με άλλον τρόπο (πχ. με ζώα) σέρνοντάς το
ε.<προφ.> (για τροχό αυτοκινήτου)
Σπινιάροντας πετάω κτ που βρίσκεται στην επιφάνεια του εδάφους

3)ΜΤΒ (+αιτ. και πρόθ. σε {+αιτ.}) (μτφ.)
Τραβάω, οδηγώ κπν ή κτ προς μια κατεύθυνση

4)(στη μπθ.φ. ως μέσο αυτοπαθές)
α.(+πρόθ. προς, σε {+αιτ.})
Παρασύρομαι, οδηγούμαι κάπου, σε μια κατάσταση, σε μια ενέργεια, απόφαση κτλ., σε μια επιλογή ή παραπλανώμαι προς κάποια κατεύθυνση, πίστη
β.
Κυλιέμαι

[ΕΤΥΜ^ σβαρνώ < μσν. σβαρνῶ < σβάρν(α) + -ῶ^ Το σβαρνίζω < μσν. σβαρν(ώ) + -ίζω με μεταπλασμό κατά τα ρ. σε -ίζω με βάση τον αορ.].

Με διορθώσεις:

  1. παρασύρω στο διάβα μου και ρίχνω κάτι κάτω,
  2. ρίχνω κάποιον κάτω και τον σέρνω με δύναμη,
  3. «κανονίζω» με την ερωτικοκακόσημη έννοια.

Θα παρακαλούσα όποιος διαφοροποιείται, να προσθέτει και πρόταση ολοκληρωμένη.
Δεν φαντάζεστε πόσο θα βοηθούσε!

1 Like

Η δική μου πρόταση: Απάλειψη του λήμματος.
Αιτιολόγηση: απ’ ό,τι φαίνεται, η μοναδική αναφορά στο ρήμα σβαρνίζω βρίσκεται στον Σχορέλη, τόμος Δ΄, Συμπλήρωμα, διορθώσεις, Τραγούδια αγνώστων συνθετών – Αυτοσχεδιασμοί, ως ένα «ορφανό» και σκόρπιο τετράστιχο όπως έχει ήδη επισημάνει ο Άνθιμος, χωρίς να αναφέρεται τίτλος ή οτιδήποτε άλλο. Δεν νομίζω πως τέτοια πραγματικά απειροελάχιστη παρουσία στο corpus του ρεμπέτικου, δικαιολογεί σχετικό λήμμα στο γλωσσάρι μας. Όποιος διαβάσει τον Σχορέλη, πέσει πάνω στη λέξη και δεν καταλαβαίνει τί ακριβώς θέλει να πει, δεν έχει παρά να ανατρέξει στο γλωσσάρι του τόμου. Το ότι εμείς δεν συμφωνούμε με την ερμηνεία που δίνεται στη λέξη εκεί, δεν θα αλλάξει κάτι, σε ό,τι αφορά στην πληροφόρηση του αναγνώστη του τετράστιχου.

2 Likes

Θα συμφωνήσω με τον Νίκο τον Πολίτη για την απάλειψη του λήμματος από το γλωσσάρι.
Νίκο ήθελα να σε ρωτήσω γι αυτό:

Δεν έχεις ακούσει την έκφραση “θα σε πάρω σβάρνα ή θα σας πάρουμε σβάρνα?”
Προσωπικά το θεωρώ κοινή έκφραση και σε ευρεία χρήση.

Φυσικά και την έχω ακούσει. Σημαίνει «θα σε παραμερίσω, θα σε πετάξω πέρα, θα σε κάνω σκόνη, θα σε πατάξω». Ως εκεί. «Θα σε δέσω και θα σε τραβάω» όχι, δεν έχω ποτέ ακούσει αυτή τη σημασία. Και ας το λένε τα λεξικά…

1 Like

Συμφωνώ με αυτό που λες Νίκο και επίσης θυμάμαι και την γιαγιά μου που όταν έτρεχα στο σπίτι μου έλεγε να προσέξω να μην την σβαρνίσω, δηλαδή να μην την πετάξω κάτω. Σίγουρα όχι να την δέσω και να την τραβάω. Και για μένα η σημασία της λέξης όπως την έμαθα και την χρησιμοποιούσα ήταν “θα σε σαρώσω”. Ποτέ δεν το άκουσα με την “ερωτικοκακόσημη” έννοια.

2 Likes

Εεε, αυτό Λουκά μου, δεν το άκουσες για λόγους ευνοήτους…

1 Like

Ρε παιδιά, συγγνώμη, είναι σίγουρο ότι υπάρχει ερωτικοκακόσημη έννοια; (τι όρος κι αυτός…)

Δέχομαι ότι ο Μήτσος ο κολομπαράς τους έπαιρνε όλους σβάρνα, και ότι αυτό όλο μαζί σήμαινε ότι τους πηδούσε όλους. Αυτό όμως επ’ ουδενί δε σημαίνει ότι η έννοια της σεξουαλικής συνεύρεσης εκφράστηκε μέσω του «παίρνω σβάρνα». Αν σε πεζό προφορικό λόγο έλεγε κάποιος «ποιος, ο Μήτσος ο κολομπαράς; ουου! αυτός, όλους αβέρτα!» ή «όλους αράδα!», έτσι χωρίς καθόλου ρήμα, θα συμπεραίναμε ότι οι λέξεις αβέρτα ή αράδα έχουν ερωτικοκακόσημη έννοια;

Κατά τη γνώμη μου η μεν ερωτικοτέτοια έννοια δε δηλώνεται καθόλου, προκειμένου να υπογραμμιστεί μέσω του υπονοούμενου, το δε «παίρνει σβάρνα» σημαίνει απλώς πως ό,τι κι αν κάνει, το κάνει μαζικά, συλλήβδην και αδιακρίτως.

4 Likes

Στην περίπτωσή μας εξακολουθώ να θεωρώ ότι σβουρνίζω= “κανονίζω” (με την κακόσημη έννοια, ας παραλειφθεί το ερωτικο-)

Συμφωνώ όμως να παραλειφθεί το εν λόγω λήμμα (για την ακρίβεια να αφαιρεθεί από το ΡΓ, διότι προϋπήρχε εκεί) και επίσης προτείνω να αφαιρεθούν και όσα άλλα λήμματα τυχόν υπάρχουν, για τα οποία παραπέμπουμε σε τραγούδια/στιχάκια που “τα τραγουδούσαν στους τεκέδες”, που “τα έλεγε αργότερα ο Μπάτης ή ο τάδε”, αδέσποτα ή “αδέσποτα” κλπ και προτείνω το μόνο κριτήριο να είναι εάν μία λέξη/όρος συναντιέται σε δισκογραφημένο ρεμπέτικο τραγούδι (με εξαίρεση ίσως τραγούδια που συντέθηκαν επί Κατοχής κλπ και δεν δισκογραφήθηκαν ούτε αργότερα, βλ. Νταλάρας κλπ)