Κάποιο ψυχρό απόγευμα, εκεί στα Τριάντα-Τρία
για μπίρες και λουκάνικο πάω ως τη Γερμανία
Τρακάρω έναν φωνακλά μ’ ένα μικρό μουστάκι
κι αμέσως τον κατάλαβα: ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν
Μ’ “Αδόλφος” μου συστήθηκε, κι είπε μην αμφιβάλλω
πως ήταν ο πρωθυπουργός και πρόσωπο μεγάλο
Κι εγώ σκουπίζω τα γυαλιά και τα ξαναφοράω
τον κοίταξα καλά-καλά, κι από τα γέλια σκάω
Μου λέει “Κουνάβη, ξακουστέ, γιατί δε με πιστεύεις;
Είμαι στ’ αλήθεια αρχηγός και μη με κοροϊδεύεις!
Για να πειστείς ότι εγώ διατάζω εδώ πάνω
ζήτα ό,τι θέλεις και θα δεις, εγώ θα σου το κάνω”
Και λέω “βρ’ Αδόλφε, αδερφέ, για νά ‘χουμ’ απαρτία
τρέχα να φέρεις το λουλά απ’ την καγκελαρία
Θέλω να μπούμε στη βουλή, κι εγώ να σε διατάζω
να μου πατάς τον αργιλέ κι εγώ να μαστουριάζω”
Κι ανάμεσα στο Ράιχσταγκ, στις στρογγυλές καμάρες
ανάψαμε τον αργιλέ σα νά ‘τανε λαμπάδες
Μα πέσανε δυο κάρβουνα προς την τραπεζαρία
και κάηκε και μια βουλή, και τ’ άλλα είν’ Ιστορία