"Η Εβραιοπούλα"

Η δημοσίευση του άρθρου του Ν. Γεωργιάδη με τον εύστοχο τίτλο [b] “Ο βιασμός μιας ανυπεράσπιστης Εβραιοπούλας”[/b]στην “ΚΛΙΚΑ” γεννά αρκετά ερωτήματα για τη σύγχρονη έρευνα γύρω από το λαϊκό μας τραγούδι και για τους ερευνητές / μελετητές του.

Κατ’ αρχήν, το τραγούδι αυτό απαντάται σε αρκετές παραλλαγές.

Α. Της Κρήτης.

Μια Κυριακήν ημέραν, Δευτέραν το ταχύ
σηκώνομαι κι υπάγω κάτω στην Εβραϊκήν.
Βρίσκω μια Εβριοπούλαν οποιά κτενίζετο
μ’ ένα χρυσό κτενάκι και διαστολίζετο.
Πριχού να της μιλήσω, πριχού να της ειπώ
γυρίζει και μου λέγει: καλώς τον αγαπώ,
καλώς τα δυο μου μάτια οπού τα πιθυμώ.
Λέγω της Εβριοπούλας: να γίνεις Χριστιανή,
να λούνεσαι Σαββάτο, ν’ αλλάζεις Κυριακή
και να μεταλαμβάνεις Πάσχα και Λαμπηρή.
Της μάνας της τα λέγει, να δει τι θα της πει:
-Μάνα, Ρωμιός μου λέγει να γίνω Χριστιανή,
να λούνωμαι Σαββάτο, ν’ αλλάζω Κυριακή
και να μεταλαμβάνω Πάσχα και Λαμπηρή.
-Κάλλια σε φάγει κόρη του Τούρκου το σπαθί
παρά τον λόγο που 'πες, να μην τον ξαναπείς.

Β. Της Σμύρνης.

Ένα Σάββατο βράδυ, μια Κυριακή ταχύ
πήγα να σεργιανίσω εις την Εβραϊκήν
κι ευρίσκω μια Βριοπούλα μόνη και μοναχήν.
Την λέγω: Έλα, κόρη, να γένεις Χριστιανή,
να λούεσαι Σάββατο, ν’ αλλάζεις Κυριακή.
-Μάνα, Γραικός με λέγει να γένω Χριστιανή,
να λούομαι Σάββατο, ν’ αλλάζω Κυριακή.
-Κάλλιο να σε διω, κόρη μ’, στου Τούρκου το σπαθί,
παρά αυτό που λέγεις, να γένεις Χριστιανή
να λούεσαι Σάββατο, ν’ αλλάζεις Κυριακή.

Γ. Της Κων/πολης.

Ένα Σαββάτο βράδυ, μια Κυριακή πρωί
βγήκα να σεργιανίζω μεσ’ στην Οβριακή.
Βλέπω μια Εβραιοπούλα οπού χτενίζοντο
μ’ ένα αργυρό καθρέφτη και φακιολίζοντο.
Γυρίζω, τριγυρίζω να της το πω στ’ αυτί:
-Μωρή Εβραιοπούλα, να γένεις Χριστιανή,
να λούεσαι Σαββάτο, ν’ αλλάζεις Κεριακή
και να μεταλαβαίνεις Χριστού και τη Λαμπρή.
-Στασ’ να το πω στη μάνα μ’ να δω τι θα με πει.
Μάνα, Ρωμιός με θέλει, να γένω Χριστιανή.
-Καλλιό 'χω, θυγατέρα μου, σε τούρκικο σπαθί,
παρά Ρωμιό να πάρεις, να γένεις Χριστιανή!
-Καρτέρα με, Ρωμιέ μου, να πα να στολιστώ,
να βάλω τα χρυσά μου, να σε στεφανωθώ.

Δ. Μια παραλλαγή Απολλωνιάδος και Προύσης σε μουσική καταγραφή του Γ. Παχτίκου.

Ένα Σαββάτο βράδυ, μια Κυριακή πρωί
Βγήκα να σεργιανίσω μες στην Οβραϊκή
Βλέπω μια Εβραιοπούλα, όπου χτενίζετο
και μʼ αργυρό καθρέφτη εφακιολίζετο.
Γυρίζω τριγυρίζω να της το πω στʼ αυτί

  • Μωρή Εβραιοπούλα να γένεις Χριστιανή
    να λούεσαι Σαββάτο, νʼ αλλάζεις Κεριακή
    και να μεταλαβαίνεις Χριστούγεννα, Λαμπρή
    – Στασʼ να το πω στη μάνα μʼ να δω τι θα με πει
    – Μάνα, Ρωμιός με θέλει να γένω Χριστιανή
    – Κάλλιο ʽχω θυγατέρα μου σε τούρκικο σπαθί
    παρά Ρωμιό να πάρεις, να γένεις Χριστιανή
    – Καρτέρα με Ρωμιέ μου να παʼ να στολιστώ
    να βάλω τα χρυσά μου, να σε στεφανωθώ.

Ε. Όπως πέρασε στη δισκογραφία από τον Τούντα με τον Παπασιδέρη, το 1929.

Ένα Σαββάτο βράδυ,
αμάν για το θεό,
μια Κυριακή πρωί,
βγήκα να σεργιανίσω,
μες την Οβριακή.
Βλέπω μια Εβραιοπούλα,
αμάν για το θεό
και ελουζότανε,
με διαμαντένιο χτένι,
εχτενιζότανε.
Της λέω Εβραιοπούλα,
αμάν για το θεό,
γίνεσαι χριστιανή,
να λούζεσαι Σαββάτο,
ν’αλλάζεις Κυριακή
και να μεταλαβαίνεις
Χριστού και την Λαμπρή.

-Γεια σου Ιάκωβε από τα Μέγαρα.

Στ. Μια ακόμα παραλλαγή αυτού του τραγουδιού, από το Στ. Παντελίδη, το 1934, με τη Ρ. Αμπατζή.

Όλο το κόσμο γύρισα,
είδα όμορφα κορίτσια,
μα εσύ Εβραιοπούλα
μου πήρες την καρδούλα,
γιατί έχεις σκέρτσα και καπρίτσια.
Μα εσύ Εβραιοπούλα
είσαι πιο νοστιμούλα,
γιατί έχεις σκέρτσα και καπρίτσια.
Γιαλέλ, γιασελάμ,αμάν ταχίλε, αμάν γιασίτι
Αχ εβραιοπούλα μου,
μου πήρες την καρδιά,
τεκέρο πιένα μούτσο ((te quiero piena moucho)
κέρο με μάνκες,(quiero me manques)
ωχ, αμάν,
Εβραιοπούλα δεν αντέχω πια.
Αμάν Εβραιοπούλα μου,
τέτοια ομορφιά δεν είδα,
με πλήγωσες ξανθούλα μου,
βαθειά μες την καρδούλα,
αμάν γλυκιά Εβραιοπούλα.

Επίσης, υπάρχει και μια ισπανοεβραϊκή εκδοχή αυτού του τραγουδιού, με τίτλο: “Nos seas capritsioza” (“Μην είσαι παράξενη”), το οποίο πραγματεύεται τον έρωτα κάποιου για μια μελαχρινή και όχι ξανθή, όπως στο ελληνικό τραγούδι, Εβραιοπούλα.

Το θέμα του τραγουδιού αυτού, δηλαδή το ειδύλλιο μεταξύ αλλοεθνών και αλλοθρήσκων, είναι αρκετά συνηθισμένο και απαντά σε πολλά τραγούδια και σε πολλά μέρη της χώρας μας, τα οποία ατυχώς χαρακτηρίστηκαν ως “δημοτικά”, ενώ περιέχουν στοιχεία τα οποία θα τα κατέτασσαν στα “αστικά λαϊκά” ( ή απλά “λαϊκά”, για όσους δεν πολυσυμποθούν τον όρο “αστικά”).

Όσον αφορά την άποψη του Π.Κ. πως η “Εβραιοπούλα” θεωρείται ως ορόσημο για το αστικό λαϊκό μας τραγούδι, ο Ν. Γεωργιάδης επιχειρηματολόγησε παραθέτοντας αρκετά στοιχεία.

Επειδή θεωρώ σημαντικό το θέμα αυτό, ανοίγω αυτό το thread για να συζητήσουμε και εδώ τις απόψεις μας.

Υπάρχει ένα αλλά όμως. Κι αυτό είναι το πώς επιχειρηματολόγησε.Με τι στοιχεία; Μερικά δεν είναι καν στοιχεία.Αλλά κατασκευάσματα.
Ο Κουνάδης αρχικά δεν είναι καν αντιεπιστημονικός γιατί δεν κάνει κάτι τι το επιστημονικό. Μια δουλειά με φωτογραφίες περιτίλιγμα και σιντάκια. Ο Γεωργιάδης όμως είναι αντιεπιστημονικός και έχει υπάρξει ξανά στο παρελθόν.
Πώς είναι δυνατόν το τραγούδι "Στον γαραφένιο σου λαιμό" να το έκανε ο Βαμβακάρης “Στον κρουσταλλένιο σου λαιμό/ κάνει ο παπάς τον αγιασμό”. Και να το έκανε όμως. Ας το δεχτούμε. Εμείς που το ξέρουμε; Δεν το ξέρουμε απλά το φανταζόμαστε. Και με φαντασία δεν γράφεις ούτε άρθρο ούτε βιβλίο. Είναι ένα καθόλου ασφαλές συμπέρασμα με ένα επιχείρημα άλμα λογικής.

Προσωπικά μαζεύω τα βιβλιαράκια του Κουνάδη που τα βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πλούσια. Με σπάνιες φωτογραφίες καλές επεξηγήσεις, είναι από τις πιο όμορφες παρουσιάσεις. Ο Κουνάδης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά και η ποιότητα του ήχου είναι επίσης πολύ προσεγμένη.

Από την άλλη, έχω διαβάσει κάποια από τα βιβλία του Ν. Γεωργιάδη και τα βρίσκω επίσης πολύ ενδιαφέροντα. Ο Γεωργιάδης θέλει να συνδέσει την παράδοση των ρεμπέτικων με την ευρύτερη παράδοση ανα τους αιώνες και πιστεύω ότι το πετυχαίνει, άλλες φορές πειστικά, άλλες φορές λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση, τα βιβλία του με έκαναν πλουσιότερο.

Θεωρώ ότι η κριτική που κάνει στον Κουνάδη είναι θεμιτή και έχει πολύ σοβαρά επιχειρήματα σχετικά με την περίφημη ημερομηνία 1851. Αυτό που δεν μπόρεσα να καταλάβω είναι η ένταση της κριτικής. Γιατί; Γιατί εκφράσεις όπως “ρεμπετοκάπηλοι” και άλλα τέτοια;

Μάλλον μου διαφεύγουν κάποια πράγματα.

Με την φαντασια ειναι που γραφεις κυριως βιβλιο nikos forlan!!

Για να σε δώσει ώθηση ναι. Για να γίνεις ο Τριβιζάς ναι. Για να επινοείς προσπαθώντας να τεκμηριώσεις οχι!

Δεν είμαι κατάλληλος για να κρίνω το επίπεδο της έρευνάς του αλλα το ύφος της δημοσίευσης με ενόχλησε αρκετά. Μπορείς να αναφέρεις καινούργια στοιχεία, να αμφισβητήσεις άλλους, γενικά να έχεις άποψη, δεν σημαίνει ότι πρέπει να το κάνεις με μορφή πολέμου.

Ποιο είναι το θέμα μας.
Ένα μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα κυκλοφορεί cd με ρεμπέτικα, συνοδευόμενα από ένα ένθετο βιβλιαράκι με πληροφοριακό υλικό που φέρει τη σφραγίδα ενός πασίγνωστου μελετητή του λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Π.Κ., άρα είναι αυτονόητο πως οι εκφραζόμενες σʼ αυτό απόψεις θεωρούνται από το ευρύ κοινό μη αμφισβητήσιμες και είναι αναμενόμενο, μάλλον δεδομένο, πως οι απόψεις αυτές θα αναπαραχθούν.
Υπάρχει λοιπόν ένα τεράστιο θέμα ευθύνης, όταν καταλήγεις σε συμπεράσματα όσον αφορά στην εμφάνιση του αστικού λαϊκού τραγουδιού, καθώς μάλιστα έχεις σοβαρές διαθέσιμες πηγές και ντοκουμέντα στη διάθεσή σου και στη βάση ότι δεν αποσκοπείς στην «αρπαχτή» και στον εύκολο εντυπωσιασμό του κοινού, γιατί δεν τα έχεις ανάγκη, έτσι δεν είναι ;

Μπαίνουν εδώ τα εξής ερωτήματα:
Ποια η διάκριση μεταξύ δημοτικού και (αστικού) λαϊκού τραγουδιού;
Πότε εμφανίζεται το (αστικό) λαϊκό τραγούδι στη χώρα μας ;
Ποιες πηγές διαθέτουμε για το (αστικό) λαϊκό τραγούδι, ώστε με διασταύρωση και με έρευνα να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα ;
Επειδή κυρίως ξένοι ερυενητές κατέγραψαν τα τραγούδια αυτά, μήπως πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στο πώς μεταφράστηκε στη γλώσσα μας ο χαρακτηρισμός που τους έδωσαν ;
Τι άλλα στοιχεία, ιστορικά, κοινωνικά κ.λπ. έχουμε στη διάθεσή μας ;

Ερωτήματα τα οποία έχουν ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε στη συνέχεια της κουβέντας μας.

Όσον αφορά στην επίδραση της ανώνυμης προφορικής δημιουργίας στο έργο του Μάρκου, Μπάτη, Τσιτσάνη, Χατζηχρήστου κ.λπ. αυτή είναι δεδομένη.
Τα λαϊκά δίστιχα, όπως είχαν καταγραφεί από το 14ο αιώνα κιόλας σε λαϊκές φυλλάδες, ημερολόγια τοίχου κ.λπ. αποτέλεσαν σίγουρα τη δεξαμενή από την οποία άντλησαν τα θέματά τους, εξάλλου μερικοί από αυτούς το παραδέχονταν και το θεωρούσαν και φυσικό και αυτονόητο.

Όσο για τις κρίσεις μας για τους ρεμπετολόγους ( προσωπικά δεν με χαλάει ο όρος αυτός ), νομίζω πως η πορεία του καθενός και κυρίως το ήθος και η συνέπειά τους ή όχι, με το πέρασμα του καιρού φαίνεται, δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε περισσότερο.

Σίγουρα η χρονολογία 1850 δεν μπορεί να έχει σχέση με την αρχή του αστικού λαικού τραγουδιού.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η κριτική του Νέαρχου Γεωργιάδη και η επιχειρηματολογία του είναι εύστοχη.
Δεν νομίζω όμως ο Παν. Κουνάδης, να γράφει για το ρεμπέτικο υπολογίζοντας εμπορικά την ευρύτερη αποδοχή του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Κακά τα ψέματα, το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τον μέσο αναγνώστη, είναι η χρονολογική οριοθέτηση του αστικού λαικού τραγουδιού. Και όχι μόνο!
Νομίζω επίσης, ότι ο ίδιος ο Κουνάδης (αν δεν κάνω λάθος στο πρώτο τόμο), μιλάει για “ταξίδι” στο χώρο του τραγουδιού και ΟΧΙ για επιστημονική μελέτη και έρευνα, όπου απαιτούνται άλλες προυποθέσεις…Θα ήθελα να πω στους φίλους συζητητές, να μην βιαστούμε να καταλήξουμε στους βαρείς χαρακτηρισμούς “Ρεμπετοκάπηλος”, “Έμπορας”, με όλα τα συναφή παράγωγα.
Ο Παν. Κουνάδης (πέρα από το ότι διαφωνώ σε αρκετά βασικά σημεία σ’ αυτά που λέει), πρέπει να παραδεχτούμε, ότι του αναλογεί πολύ μεγάλη προσφορά στο ρεμπέτικο τραγούδι. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη τεράστια συλλογή των τραγουδιών που “εξ’ αιτίας του” κατέχουμε και μεις!
Να σας θυμήσω τις βιογραφίες του --που είναι περιεκτικότατες, καθώς και τα βιβλία που έχει κυκλοφορήσει σχετικά με τις φωνογραφικές εταιρείες, τον Μίνωα Μάτσα κλπ. Να θυμήσω επίσης τη σειρά των τηλεοπτικών εκπομπών για το ρεμπέτικο, που επιμελήθηκε (πριν 17 χρόνια), όπου με επιτυχία απέδωσε το ύφος και το ήθος της ρεμπέτικης εποχής.
Ας μην βιαστούμε λοιπόν να γίνουμε άμεσα ή έμμεσα αφοριστικοί!..

Εμενα παλι,γιατι δεν μου βγαινει απ το μυαλο, οτι τετοιες κοκορομαχιες και μαλιστα μονοπλευρες, εχουν πολυ παλιες προσωπικες ριζες, οντας Π.Κ. και Ν.Γ. ηταν “φιλοι” εδω και πανω απο μισο αιωνα, ασχολουμενοι και οι δυο σαν φοιτητες στην ιδια παρεα μαζι με αλλους με το ρεμπετικο, τρεχοντας να μαθουν πισω απ τον Μαρκο και τους αλλους…

Έχει πλάκα διότι στην Ελλάδα μιλάμε για το ρεμπέτικο ασταμάτητα, χωρίς να μιλάμε για τη μουσική.
Λογικό είναι να αξιοποιήσουμε τα γραπτά του 16ου πχ αιώνα, ή τις γκραβούρες του 1796, για να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, αλλά δεν νομίζω ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή αποτελέσματα. Κι αυτό γιατί λείπει ο ήχος.

Συμφωνώ απόλυτα με την πρώτη παράγραφο του #7 (της Ελένης). Όσο εμπορική (και όχι επιστημονική) και να είναι η παραγωγή του ΔΟΛ / Τα Νέα (κάτι που βεβαίως κάνει μπάμ από χιλιόμετρα), δεν παύει να υφίσταται πλήρης η ευθύνη του ερευνητή και συντάκτη των κειμένων για την ορθότητα των όσων παραθέτει.

Η διάκριση μεταξύ “δημοτικού” και αστικού τραγουδιού είναι πολύ δύσκολη: Η γλώσσα του πρώτου είναι αποκλειστικά η διαμορφούμενη από αιώνες “καθομιλουμένη” του αμόρφωτου λαού, φυσικά με τις εξελίξεις της στο χρόνο, που μας βοηθούν να χρονολογήσουμε χοντρικά, τουλάχιστον, κάποιες παραλλαγές. Όμως και τα αστικά, δεν είναι πάντα γραμμένα στην καθαρεύουσα, υπάρχουν και τραγούδια σε τρέχουσα λαϊκή γλώσσα, όπως ακριβώς η εβραιοπούλα (τυχόν καθαρευουσιάνικες φόρμες σε κάποιες παραλλαγές, όπως τελικό νι, υπάγω αντί πηγαίνω κλπ. μπορούν να αποδοθούν σε “καλλωπισμό” του καταγραφέα της εποχής. Η αναφορά και μόνη σε μεγάλες πόλεις και ειδικά στην Κων/λη δεν αρκεί, όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο Ν. Γεωργιάδης στο άρθρο του στην Κλίκα, για να προσδιοριστεί ένα τραγούδι ως αστικό. Μόνο όταν αναφέρονται συγκεκριμένα τοπωνύμια της πόλης, λιγότερο γνωστά στον αταξίδευτο λαϊκό ποιητή του ευρύτερου ελληνόφωνου χώρου, έχουμε κάποιαν ένδειξη αστικής αρχικής προέλευσης αλλά και πάλι, μπορεί να παρελήφθη κείμενο αρχικά γραμμένο εκτός Κων/λης (Σμύρνης, Ιωαννίνων κλπ.) και να προστέθηκαν τοπωνύμια, Κων/λίτικες εκφράσεις κλπ. από κάποιον αστό. Έτσι λοιπόν, μόνο η έρευνα και η διασταύρωση διαφορετικών παραλλαγών μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα, όχι όμως πάντοτε απόλυτα.

Για την εμφάνιση του αστικού λαϊκού τραγουδιού ο Ν. Γ. έχει γράψει το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του “Από το Βυζάντιο στον Μάρκο Βαμβακάρη”, όπου τοποθετεί τις απαρχές σε εποχές πολύ πολύ προγενέστερες από το 19ον αιώνα, και μάλιστα αρκετά πειστικά. Οι ξένοι ερευνητές χρησιμοποίησαν, οι μεν Γαλλόφωνοι τον προσδιορισμό “Chansons populaires”, οι Γερμανόφωνοι το “Volkslieder”. Και τα δύο σημαίνουν “λαϊκά τραγούδια” αλλά οι αντίστοιχες συλλογές περιλαμβάνουν τόσο “δημώδη” (με αμόρφωτους δημιουργούς της ελληνικής υπαίθρου) όσο και αστικά τραγούδια (ενίοτε λόγια και όχι λαϊκά) χωρίς να κάνουν κάποιο διαχωρισμό. Εμείς δώσαμε σε όλα τον προσδιορισμό Δημώδες ή Δημοτικό, και πάλι χωρίς να διακρίνουμε μεταξύ “αγροτικών” και αστικών. Και βεβαίως, υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία που βρίσκεται περίπου ανάμεσα στα δύο αυτά είδη, εκείνα που “εμείς” τα ονομάζουμε μάγκικα, μόρτικα κλπ. και που προέρχονται από αμόρφωτους μέν, αλλά όχι απαραίτητα κατοίκους της “υπαίθρου”, φυλακισμένους ή μη.

Υ. Γ. Μακάρι να ήταν το “ορόσημο 1851” η μοναδική περίπτωση προχειρολογίας στην έκδοση των “Νέων”…

Γεια σας,

Δεν θα μπω στο ζήτημα της διαμάχης ανάμεσα στο Γεωργιάδη/Κουνάδη. Απλώς ήθελα να δώσω μερικά στοιχεία ακόμα για τις ισπανο-εβραϊκές διασκευές των λαϊκων αστικών τραγουδιών, που μια από αυτές είναι το "No seas capritsioza”. Ένα είναι το άρθρο του Βολιότη-Καπετανάκη για ένα βίβλίο του Αλμπέρτο Ναρ:

http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=29.04.2001,id=78761020

Το άλλο είναι από το blog του Λέων Ναρ (εγγονός του Αλμπέρτου;):

http://leonnar.wordpress.com/page/2/

Όσο για το βιβλίο του Γεωργιάδη “Από το Βυζάντιο στο Μάρκο Βαμβακάρη” ο Stathis Gauntlett έχει μερικές ενδιαφέρουσες απόψεις που θα τις μεταφέρω μόλις βρω το σχετικό άρθρο…η ουσία της ένστασής του είναι ότι είναι αρκετά δύσκολο να ανιχνεύσουμε τις ρίζεις του ρεμπέτικου στο μεσαίωνα, με τα λίγα στοιχεία που διαθέτουμε.

Εύα