Είναι «Η κλωστηρού» το ωραιότερο ρεμπέτικο του Μάρκου Βαμβακάρη; (LiFO)

Είναι «Η κλωστηρού» το ωραιότερο ρεμπέτικο του Μάρκου Βαμβακάρη;

Ένα αριστούργημα του 1934, που μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε καλύτερα

Έχω την εντύπωση πως «Η κλωστηρού», το ανεπανάληπτο ρεμπέτικο του Μάρκου Βαμβακάρη (1905-1972) από το 1934, άργησε να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό. Εγώ, ας πούμε, το άκουσα για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’80, καθώς είχε συμπεριληφθεί στο μνημειώδες κουτί 5 βινυλίων «Μάρκος Βαμβακάρης – Αυθεντικές Εκτελέσεις», που είχε κυκλοφορήσει το 1987 από την EMI/ His Master’s Voice – ενώ αργότερα το απολαύσαμε και σε ακόμη καλύτερες αποτυπώσεις, στα CD τού… και Έλληνα Charles Howard στη βρετανική JSP. Αναφέρομαι στα κουτιά “Rembetika/ Baglamas, Bouzoukis and Bravado/ Greek Music from the Underground” (2006, έκδοση τεσσάρων CD) και “Markos Vamvakaris/ Master of Rembetika/ Complete Recordings 1932-1937 plus Selected Recordings 1938” (2010, έκδοση τεσσάρων CD).

Πότε και από ποιους δισκογραφήθηκε αυτό το τραγούδι για πρώτη φορά;

Είναι γνωστό πως στο τραγούδι παίζει μπουζούκι και τραγουδά ο Μάρκος Βαμβακάρης, ενώ στην κιθάρα τον συνοδεύει ο Κώστας Σκαρβέλης, με την ηχογράφηση να πραγματοποιείται τον Ιούνιο του 1934. Το τραγούδι κυκλοφορεί στη δεύτερη πλευρά ενός δίσκου 78 στροφών σε ετικέτα Columbia (D. G. 2062), με main side το ζεϊμπέκικο «Τα μαγεμένα μάτια σου», ενώ ξανατυπώνεται λίγο αργότερα στην πρώτη πλευρά ενός άλλου δίσκου τής Columbia (D.G. 2115) με flip-side το «Στα σίδερα με βάλανε».

Ο ίδιος ο Μάρκος στα τέλη του ’60 στην «Αυτοβιογραφία» του [Ανεξάρτητη Έκδοση, 1973] με εισαγωγή και παρουσίαση της Αγγέλας Κάιλ θυμόταν ακόμη την «Κλωστηρού». Λέει κάπου στο υποκεφάλαιο «Ο Βοτανικός»:

«Είχαμε δε και εκλεκτά τραγούδια. Ο Καρίπης είχε τα δικά του. Ο Κερομύτης κι αυτός είχε δικά του τρία τέσσερα πέντε κομμάτια και τα ’παιζε. Αυτουνού δεν τα θυμάμαι τώρα. Κι ο Παπαϊωάννου τα δικά του. Εγώ είχα πολλά. Ήταν από την αρχή μέχρι εκείνο τον καιρό, που είχα έτοιμα δηλαδή και έγραφα συνέχεια κιόλας. “Έπρεπε να ’ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας” το πρώτο. “Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί” το δεύτερο, χασάπικο. “Μ’ έκαψες τσαχπίνα μου ωραία” χασάπικο, το τρίτο. “Αντιλαλούν οι φυλακές” ζεϊμπέκικο, είναι το τέταρτο. Η “Κλωστηρού”, χασάπικο. “Εγώ μωρή για το γινάτι σου”, χασάπικο. “Δεν σε θέλω πια, δεν εισ’ ωραία”, χασάπικο.(…) Στο Βοτανικό έμεινα από το 1936 που πήγα μέχρι το 1939 που κηρύχτηκε ο πόλεμος. Εκεί μας βρήκανε και τα αεροπλάνα ακόμα του πολέμου».

Κλωστηρού αποκαλούσαν στη Σύρο την εργάτρια σε νηματουργείο. Ο Μάρκος, όπως ξέρουμε ήδη από την «Αυτοβιογραφία» του, είχε από πολύ μικρός επαφή μ’ αυτούς τους χώρους δουλειάς.

«Έφτασε και το 1912. Τότες, επήραν τον πατέρα μου στρατιώτη. Με παίρνει εμένα η μάνα και πάμε να πιάσουμε δουλειά σ’ ένα κλωστήριο του Δεληγιάννη. Έγκυος ήταν η μάνα, με τον κοιλιά δυο μέτρα. Άρχισε τη δουλειά στο βαφείο του κλωστηρίου και γω έκανα πακέτα τα νήματα. Η μάνα μου έπαιρνε τρισήμισι δραχμές την ημέρα και γω τρισήμισι δραχμές τη βδομάδα. Μ’ αυτά ζούσαμε στο σπίτι. Σε λίγους μήνες η μάνα γέννησε ένα κοριτσάκι. Εκεί στα κλωστήρια του Δεληγιάννη έκανα πακετάκια από κούκλες και ήταν πολλές νέες κοπέλες εργάτριες. Τις πείραζα, τις τσίμπαγα, τις εχάιδευα, τις έπιανα, έτσι χίλια δυο να πούμε. Κανά φιλάκι, κανά ξέρω γω τι, κι αυτές με φιλάγανε».

image

Η Γκαίηλ Χολστ στο γνωστό βιβλίο της «Δρόμος για το Ρεμπέτικο» [Denise Harvey, 1977] δίνει μια άλλη, δική της, εικόνα εκείνης της φάσης:

«Όταν έγινε οκτώ χρονών, ο Μάρκος αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο και να δουλέψει με τη μάνα του σ’ εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, ενώ ο πατέρας του ήταν στρατιώτης. Σιχαινόταν το εργοστάσιο και τις πλάκες που του έκαναν οι εργάτριες για τα μεγάλα του πόδια. Όταν βαρέθηκε να φτιάχνει χαρτοκιβώτια, το ’σκασε κι αλήτευε στους δρόμους».

Ο Μάνος Ελευθερίου στο δική του μελέτη «Μαύρα Μάτια/ Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920» [Μεταίχμιο, 2013] γράφει για τις άθλιες συνθήκες εργασίας και υγιεινής στα νηματουργεία της Σύρου σημειώνοντας πως… «απ’ αυτή τη θητεία του στα εργοστάσια του Δηλιγιάννη και του Μουτζουρόπουλου εμπνεύστηκε (ο Μάρκος) το τραγούδι του “Κλωστηρού”. Το επί­θετο “κλωστηρού”, μέχρι το 1960 τουλάχιστον, ήταν για τις “καθωσπρέπει κυρίες” επίθετο άκρως υποτιμητικό και η εσχάτη ύβρις για κάποιαν άλλη γυναίκα της Ερμούπολης».

image

Για να υπογραμμίσει ο Νέαρχος Γεωργιάδης στην προσέγγισή του «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα/ Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω» [Σύγχρονη Εποχή, 2007] σε σχέση πάντα με την «Κλωστηρού»:
«Ανάμεσα στις εργάτριες που έπαιζαν ερωτικά μαζί του, ξεχώριζε μια κλωστηρού κρητικής καταγωγής που ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτική, τολμηρή και ερωτικά ενεργή. Του εκδήλωνε την επιθυμία της πότε να μεγαλώσει ο μικρός Μάρκος για να έρθει σε ερωτική επαφή μαζί της – “να τον κάνει άντρα της” όπως έλεγε.(…) Πρόκειται βέβαια για ένα τραγούδι υμνητικό της βιομηχανικής εργάτριας του κλωστηρίου, αλλά είναι συνάμα και τραγούδι ερωτικό, πράγμα όχι παράξενο, αφού το ερωτικό στοιχείο συνδυάζεται κατά κανόνα με το θέμα του επαγγέλματος, στα λαϊκά τραγούδια, κι έτσι το συνολικό αποτέλεσμα γίνεται πιο τρυφερό, πιο ελκυστικό και καθολικότερου ενδιαφέροντος. Το τραγούδι αυτό είναι το πλουσιότερο σε χρώματα τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη».

Αυτές τις παιδικές αναμνήσεις έχει συγκρατήσει ο Μάρκος μιαν 20ετία αργότερα, το 1934, μετατρέποντάς τες σε τραγούδι:

Πότε με(ς) τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθουμαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σα βάλεις αδερφούλα
πώς ήθελα να σ’ έβρισκα (σε) μέρος που να ’χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πώς μ’ αρέσεις
με την καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις δέσει
μπλε όταν φορέσεις πώς μ’ αρέσεις
και την καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις δέσει

Πότε με τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθουμαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδερφούλα
πώς ήθελα να σ’ έβρισκα (σε) μέρος που να ’χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
και την καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις δέσει
μπλε όταν φορέσεις πώς μ’ αρέσεις
και την καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις δέσει

«Η κλωστηρού» ήταν χασάπικο σε δρόμο νιαβέντ (ή νιχαβέντ), που συμπίπτει μ’ έναν ειδικό τύπο τού βυζαντινό ήχου «πλάγιος του τετάρτου», ή με την μινόρε δυτική κλίμακα, που έχει όμως οξυμένη την τέταρτη βαθμίδα. Για τον Γεωργιάδη, ο Σκαρβέλης υπήρξε από τους ανθρώπους που καθόρισαν το ύφος-Βαμβακάρη, δείχνοντάς του κατά βάση τους δρόμους (τα μακάμια). Γράφει, σχετικά, στο βιβλίο του «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα»:

«Ο συνθέτης που περισσότερο από όλους τους άλλους επέδρασε πάνω στον Μάρκο Βαμβακάρη και τον επηρέασε στην τραγουδοποιία του, ήταν ο Κωνσταντινουπολίτης Κώστας Σκαρβέλης. Ο Σκαρβέλης, που έφτασε στην Αθήνα μετά το 1922, ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του βυζαντινού, κωνσταντινουπολίτικου χασάπικου. Τα χασάπικά του, με κυριότερους ερμηνευτές τον Γιώργο Κάβουρα, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Νταλγκά, τον Ρούκουνα και τον ίδιο τον Μάρκο Βαμβακάρη, ήταν υποδειγματικά. Γραμμένα σε μια ποικιλία από ρυθμικές αγωγές και μελωδίες, φαίνεται να μεταφέρουν όλη την κληρονομιά αυτού του ρυθμού κι αυτού του χορού από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα. Ο Βαμβακάρης εξέφρασε αρκετές φορές τον θαυμασμό του για τον Κώστα Σκαρβέλη που τον θεωρούσε τον καλύτερο, πριν απ’ αυτόν, λαϊκό συνθέτη της ελληνικής δισκογραφίας. Επιπλέον ο Σκαρβέλης, που ήταν άριστος κιθαρίστας, συμμετείχε σε πολλές ηχογραφήσεις τραγουδιών του Μάρκου. Αρκετά τραγούδια του Βαμβακάρη, όχι μόνο χασάπικα αλλά και ζεϊμπέκικα, φέρουν τα ίχνη των μελωδιών, αλλά και των θεμάτων του Κώστα Σκαρβέλη».

Όπως έλεγε και ο Μάρκος στην «Αυτοβιογραφία» του, σχετικά με τα τεχνικά θέματα:
«Τα περισσότερα χασάπικά μου ήταν νιαβέντι. Είναι ο δρόμος που εταίριαζε με το λαιμό μου, και το ’βγαζα δηλαδή εγώ όταν ετραγούδαγα. Οι άλλοι, μπορεί τώρα αυτό το κομμάτι να το ’δινα εδώ και να το ’λεγε από άλλο δρόμο. Αντί από νιαβέντι να το ’λεγε από ρε μινόρε, να το ’λεγε από φα μινόρε, από ντο μινόρε. Η φωνή η δικιά μου είναι από ρε να τραγουδήσω. Όταν πρωτοβγήκα όλα μου τα κομμάτια τα τραγούδαγα από ρε μινόρε τα χασάπικα, ρε ματζόρε τα ζεμπέκικα».

«Η κλωστηρού» πέρα από τα λόγια του Μάρκου, που είναι όπως πάντα συγκλονιστικά μέσα στην απλότητα και τη στιβαρότητά τους, και πέρα από τη γενική δομή του τραγουδιού, που είναι αυτό το τεράστιο που είναι, έχει κι άλλα προτερήματα.

Πρώτα-πρώτα την ερμηνεία, που δεν μπορεί να γίνει πειστικότερη, βασισμένη σ’ αυτήν την one-of-a-kind φωνή, μα ακόμη κι εκείνη την τόσο καθοριστική παρουσία του Κώστα Σκαρβέλη στην κιθάρα, που όταν γίνεται πιο αισθητή (στο 2:08) υψώνει το τραγούδι στα ουράνια. Όταν μάλιστα προς το τέλος, μετά το 2:44 και έως το 3:20 –σ’ αυτά τα απίστευτα 36 δευτερόλεπτα– τα δύο όργανα (μπουζούκι και κιθάρα) συνυπάρχουν δις, το αποτέλεσμα είναι ανατριχιαστικό.

Ένα οργανικό ντεμαράζ, απ’ αυτά που θα συνταράζουν στον αιώνα τον άπαντα…

Πηγή: LiFO - https://www.lifo.gr/articles/music_articles/248465/einai-i-klostiroy-to-oraiotero-rempetiko-toy-markoy-vamvakari

Πάρα πολύ ωραίο, ναι, εγώ θα απέφευγα πάντως βαρύγδουπες εκφράσεις του τύπου “το ωραιότερο”. Δεν μου ξέφυγε όμως αυτό που λέει ο συντάκτης, ότι το κομμάτι “είναι νιχαβέντ, που συμπίπτει με έναν ειδικό τύπο πλαγίου του τετάρτου”, γνωρίζοντας μάλιστα ότι το νιχαβέντ είναι μινοροειδές. Ας μη σχολιάσω παραπάνω, π.χ. για οξυμένες τέταρτες κττ…

3 Likes

ε καλά τώρα, τί να περιμένει κανείς από τα λαιφστάιλ περιοδικά…

Α, λαϊφστάηλ είναι; δεν το ήξερα…

Υπερβάλλετε, Νίκο & Νίκο. Ένα λάθος (ή και περισσότερα), πόσο μάλλον ένα σημείο διαφωνίας (ή και περισσότερα) μπορούν να βρεθούν σε πολλλά κείμενα. Και φυσικά υπολογίζονται, τίποτε δε χαρίζεται σε όποιον μιλάει δημόσια. Αλλά εν προκειμένω, δε βρίσκω να δικαιολογείται τέτοια αντιπεμετώπιση:

-ε καλά τώρα, τί να περιμένει κανείς από τα λαιφστάιλ περιοδικά…
-Α, λαϊφστάηλ είναι; δεν το ήξερα…

Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο υπερβαίνει κατά πολύ ό,τι θα περιμέναμε από λαϊφστάιλ περιοδικά. Εγώ τουλάχιστον, από λαϊφστάιλ περιοδικό δεν περιμένω τέτοια τεκμηρίωση:

Μπορεί σ’ εσάς τους δύο, ή και σε άλλους φορουμίτες, κάτι τέτοιο να μην κάνει ιδιαίτερη εντύπωση: εντάξει, Αυτοβιογραφία Μάρκου, Γκέιλ Χολστ, Γεωργιάδης, από πιο πρόσφατα δισκάκια Χάουαρντ…τα στοιχειώδη. Αλλά επισημαίνω ότι το άρθρο δεν εμφανίστηκε σ’ ένα ρεμπέτικο φόρουμ ή ξερωγώ συνέδριο, αλλά στη Lifo.

Ο τύπος ξέρει για τι πράγμα μιλάει, το έχει ψάξει. Μπορεί να μην ξέρει τα πάντα, αλλά απέχει πολύ από το «άκουσα χτες ένα κομμάτι του 1934 και τα σπάει», που θα ήταν μάλλον πιο αναμενόμενο από όποιον διαβάσει πρώτα τα σχόλια 3 και 4 και μετά το άρθρο.

Προσωπικά δεν έχω ζήσει κάποιον τόσο θυελλώδη έρωτα με το συγκεκριμένο κομμάτι. Μέχρι στιγμής, μάλλον το βαριόμουν. Κάποιος όμως με λίγο διαφορετικά γούστα έρχεται να μου επισημάνει «είδες τι τρελό κάνει στο τάδε και τάδε δευτερόλεπτο;». Και έχει δίκιο, η ηχογράφηση έχει σπουδαίες λεπτομέρειες που δεν είχα προσέξει ενώ θα μπορούσα. Αυτός, που τις πρόσεξε επειδή του αρέσει όλο μαζί το κομμάτι, τις προσφέρει και σ’ εμένα που τις εκτιμώ εξίσου όσο κι αν εξακολουθώ να μην τρελαίνομαι με το κομμάτι.

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, νομίζω ότι στο 2:08 που, κατά τον συντάκτη, η καθοριστική παρουσία του Σκαρβέλη στην κιθάρα γίνεται πιο αισθητή και υψώνει το τραγούδι στα ουράνια, στην πραγματικότητα το μπουζούκι είναι που ανεβάζει γκάζια. Όσο για την αμέσως ακόλουθη φράση,

…δεν καταλαβαίνω τι εννοεί «συνυπάρχουν δις» (μήπως ότι παίζουν οργανικά και τα δύο θέματα του κομματιού;)…

Κάτι άλλο:

Φυσικά, Νίκο. Το αυτονόητο λες. Λάβε όμως υπόψη σου ότι η βαρ΄ύγδουπη έκφραση υπάρχει μόνο στον τίτλο, που σημαίνει δύο πράγματα:

α) Γενικά στους τίλους άρθρων ισχύουν κάποιες συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και το να είναι πιασάρικοι. Όσο δίκαιη κι αν είναι η ένστασή σου, η συνήθεια αυτή έχει περάσει ακόμη και στους τίτλους αμιγώς επιστημονικών άρθρων, πόσο μάλλον εδώ.

β) Υπάρχει πιθανότητα ο τίτλος να μην είναι του συντάκτη αλλά του υπεύθυνου ύλης (επίσης καθιερωμένη σύμβαση στον Τύπο).


Να πούμε ότι το όνομα του συντάκτη, Φώντας Τρούσας, χάθηκε από την αναδημοσίευση.

2 Likes

να σου πω κι εγώ είχα την περιέργεια να δω τον συντάκτη (που κακώς έλειπε από την αναδημοσίευση), αλλά ούτε κλικ δεν με ενδιαφέρε να κάνω στο άρθρο. από το δισκορυχείο δεν είναι αυτός;
όντως έχει καλή τεκμηρίωση στο άρθρο, αλλά δεν αποφεύγει αυτές τις δημοσιογραφίστικες κατατάξεις και τις μουσικολογικές αναλύσεις που προφανώς δεν κατέχει.
ξέρω, ακούγομαι πολύ ξινός. ίσως να μην είμαι τόσο ξινός στην πραγματικότητα, απλά να έχω αλλεργία στα περιοδικά/σελίδες τέτοιου τύπου.

2 Likes

Δικαιολογείται όμως το άρθρο, από τον έξυπνο τίτλο, που είναι ερώτηση.
Ρωτάει και παραθέτει τα επιχειρήματα του.
Τα πιο πολλά που λέει για να ενισχύσει την θέση του, είναι υποκειμενικά.
Δε βρίσκω όμως πως πολλές από τις πληροφορίες που δίνει, ως χρήσιμες για την απόδειξη του ερωτήματος.
Επίσης ρε παιδιά, νιώθει κάποιος ότι υμνεί τη βιομηχανική εργάτρια ο Μάρκος?

Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
Το λυγερό σου το κορμί κάθομαι και θαυμάζω
Που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
Αχ, μαυρομάτα μου, τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδελφούλα
Πως ήθελα να σ’ έβρισκα μέρος που να ‘χει ζούλα
Μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
Και τη καρδιά μου, κλωστηρού μου, έχεις δέσει

Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
Το λυγερό σου το κορμί κάθομαι και θαυμάζω
Που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
Αχ, μαυρομάτα μου, τσαχπίνα κλωστηρού μου

Ξινός-ξεξινός, όπως ο φίλος ο Νίκος, συνήθως τέτοια άρθρα δεν μπαίνω στον κόπο να τα ανοίξω, παρα μόνο επειδή τα ανεβάζουν εδώ.
Έχω την αίσθηση ότι τα ανεβάζουν λόγω που ο κόσμος έχει ρομάντζο με τους ρεμπέτες.
Βέβαια καλό κανουν!

θα γελάσετε, αλλά εγώ επειδή δεν καταλάβαινα τι έλεγε τόσα χρόνια, άκουγα -και τραγούδαγα, όταν μου ζητούσαν να το πω-
“με ροζ γουνάκι, ζούλα”

από τον Τρούσσα έμαθα μπόλικα στα 15 μου, από το “ΤΖΑΖ & JAZZ”

2 Likes

μα φυσικά, αν ήτανε λευκό θα ήτανε αρεοπαγίτης…
σοβαρά τώρα, κι εγώ έχω διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα άρθρα στο δισκορυχείο.

1 Like

Ε λοιπόν. Εγώ δεν τον ήξερα, αλλά το ότι έχει θητεύσει και σε άλλες μουσικές, πιο προς την κατεύθυνση της δυτικής «δημοφιλούς» λεγόμενης μουσικής, το υπέθεσα από το στιλ γραφής του:

Αυτό, μόλις το διάβασα, είπα μέσα μου «ο τύπος είναι ροκάς». Ντάξει, μπορεί να μην είναι ροκάς, να είναι τζαζίστας (ή μπορεί ΚΑΙ ροκάς), πάντως ένας αμιγής λαϊκός ή ρεμπέτης ή παραδοσιακός κάπως αλλιώς θα το έλεγε.

Ο “φίλος” σας πάντως για τζαζ και ροκ κάνει, απ’ ό,τί φαντάζομαι, για πλάγιο του τετάρτου όμως ή για αλλοιώσεις βάσεων / κορυφών τετραχόρδων, όχι. Και επειδή δεν φοβάμαι μπας και κατηγορηθώ για κακός (αφού ήδη είμαι), κάτι μου λέει ότι ο τρόπος γραφής του θέλει να περάσει μήνυμα του τύπου - “Βλέπετε; Όλα τα ξέρω!” και όχι του τύπου “Βρε μήπως η Κλωστηρού είναι το καλύτερο του Μάρκου;”.

Εντάξει. Συνελήφθη να κάνει λάθη μιλώντας για δρόμους. Συμφωνήσαμε όλοι ότι αυτό το λάθος το χρεώνεται χωρίς ελαφρύνσεις. Έκανε επίσης αυτό το φάουλ με τον υπερθετικό, για το οποίο προσωπικά θα ήμουν πολύ λιγότερο αυστηρός, όπως εξήγησα.

Από κει και πέρα:

α) Μιλάει για ρεμπέτικα. Ο καθένας έχει δικαίωμα να μιλήσει για ρεμπέτικα, δεν πρόκειται για ειδικό προνόμιο για το οποίο πρέπει να περάσεις εξετάσεις.

β) Αν έπρεπε να περάσεις εξετάσεις και αυτό το άρθρο ήταν το γραπτό του, είναι ένα κείμενο άνω του αξιοπρεπούς, παρ’ ότι έχει κάποια λάθη. Απλώς, αν δεν είχε τα λάθη θα ήταν ακόμη καλύτερο!

γ) Είτε μιλάς για ρεμπέτικα είτε για οτιδήποτε άλλο, είναι αυτονόητο ότι κρίνεσαι. Και μπορεί να τύχει να πέσεις σε κριτή που από μόνος του αυτοχαρακτηρίζεται «κακός»ή «ξινός». Και οι κακοί και οι ξινοί έχουν κάθε δικαίωμα να κρίνουν, όχι μόνο οι τέλειοι ή ο Πάπας. (Αλλά και η κρίση τους κρίνεται - αντίθετα από του Πάπα.)
Αυτό που δεν επιτρέπεται είναι η μεροληψία. Κανείς δεν μπορεί να λάβει υπόψη του μόνο το Α λάθος και όχι το Β πλεονέκτημα του κειμένου.

δ) Στο ότι εγώ, συνολικά, το κρίνω θετικά δεν έχει παίξει κανένα ρόλο (ούτε υπέρ ούτε κατά) το πόσο καλά γράφει για άλλες μουσικές. Ιδίως που δεν έχω ιδέα για τον άνθρωπο και για τα άλλα γραφτά του.

3 Likes