Βάτους κι αγκάθια πάτησα

Το δημοτικό τραγούδι '‘Βάτους κι αγκάθια πάτησα’’ έχει την δική του ιστορία καθώς φαίνεται:

Το τραγούδι αναφέρεται στον πόνο ενός άντρα για την αγαπημένη του και για τις δυσκολίες που πέρασε για να την αποκτήσει. Παρόλα αυτά το συνοικέσιο ‘‘χάλασε’’ και έτσι ο άτυχος άνδρας μας εξιστορεί τον πόνο του. Αυτά μας τα εξιστορούν μέσα από τις φωνές τους οι παραδοσιακοί μας τραγουδιστές αλλά το κομμάτι φαίνεται να έχει και άλλους στοίχους επιπλέον που εξιστορούν την οργή του άνδρα για το κακό και την ντροπή που του προκάλεσε αυτή η απώλεια και την πρόθεσή του να την σκοτώσει για να μην την δει με άλλο άντρα. Τους συγκεκριμένους στίχους ενώ τους βρήκα γραμμένους και τους άκουσα και από παππούδες στην περιοχή μου οι οποίοι μου είπαν ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι παιζόντουσαν στα πανηγύρια. Παρόλα αυτά τους ‘‘επίμαχους’’ στίχους δεν μπορώ να τους βρω μελοποιημένους σε καμία από τις δισκογραφικές εκδοχές του κομματιού. Ίσως γιατί ο δισκογραφικός χρόνος να εξαφάνισε τους στίχους ή το ίδιο το νόημά τους…δεν ξέρω.

Το κομμάτι λοιπόν αναφέρεται στην Βασιλική Κων. Δημοπούλου από το Τρίκορφο Ναυπακτίας που την ήθελε κάποιος Ιωάννης Πολύζος αλλά το συνοικέσιο δεν πέτυχε γιατί ο πατέρας του Δημήτριος Πολύζος δεν ήθελε την όμορφη κοπέλα λόγω της φτωχικής της οικογένειας. Μετά έγινε νέο συνοικέσιο με κάποιον Μιλτιάδη Μπούρο απο την Στάμνα Μεσολογγίου. Ο Μπούρος θεώρησε σωστό πριν γίνει το συνοικέσιο να ρωτήσει τον Πολύζο εαν αγαπάει ακόμα την Βασίλω και αφού πήρε την συγκατάθεση και του ‘‘πρώην’’ προχώρησε στους αρραβώνες με προίκα μερικά γιδοπρόβατα. Παρόλα αυτά μετά απο λίγο καιρό οι γονείς της Βασίλως άλλαξαν γνώμη, χωρίς να ξέρει κανείς τον λόγο, και ακύρωσαν τον αρραβώνα. Ο Μπούρος που είχε αγαπήσει την Βασίλω δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο της διάλυσης του αρραβώνα και αποφάσισε ή να την κλέψει ή να την σκοτώσει. Αν συμπεριλάβουμε και την κοινωνική κατακραυγή και πίεση που δέχτηκε ο Μπούρος μετά απο αυτή την ξαφνική απόφαση τότε μπορεί ίσως να κατανοήσουμε τις προθέσεις του. Οι Δημοπουλαίοι φύλαγαν την Βασίλω σαν κόρη οφθαλμού αλλά παρόλα αυτά την 1 Μαρτη το 1925 ο Μπούρος πέτυχε την Βασίλω μαζί με την θεία της στην περιοχή Τρόχη στο Ξηρόρεμα καθώς γύριζαν απο τη Γυρβουλιά που είχαν πάει να πάρουν γάλα. Ο Μπούρος της είπε να έρθει μαζί του αλλιώς θα την σκότωνε, η Βασίλω ξεκίνησε να πάει μαζί του αλλά τότε η Θειά της της φώναξε οτι θα τους ντροπιάσει και γύρισε πάλι πίσω, τότε ο Μπούρος της έριξε με το όπλο και την σκότωσε. Την άλλη μέρα παραδόθηκε στης αρχές φυλακίστηκε και λέγεται ότι έγραψε το εν λόγω κομμάτι:

Βάτους κι αγκάθια πάτησα, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν Βασίλω, όσο να σʼαγαπήσωʼ
Και τώρα που σʼαγάπησα, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν Βασίλω, μου λένε να σʼαφήσω.
Μου λένε να σʼαφήσω και να σε παρατήσω.
Φέτος τα στάρια χάλασαν, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν, Βασίλω και τι ψωμί θα φάμε
στο δρόμο που θα πάμε.
Φέτος τʼαμπέλια χάλασαν, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν, Βασίλω, και τι κρασί θα πιούμε
Όταν στεφανωθούμε;
Κάλλιο να΄ιδώ το αίμα σου, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν, Βασίλω, στη γη να κοκκινίζει,
Παρά να δω τα μάτια σου, άλλως να τα φιλήσει.
Στη Πάτρα πάω κι έρχομαι, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν, Βασίλω, τι θέλεις να σου στείλω;
Στείλε μου χτένι και γυαλί, Βασίλω μου,
Αμάν αμάν, Βασίλω, και μια πυκνή τσατσάρα.
Το χτένι να χτενίζεσαι και το γυαλί να βλέπεις,
Κι αυτήν την πυκνοτσάτσαρα
Αμάν αμάν, Βασίλω μου, να στρώνεις τα μαλλιά σου.

Η τοποθεσία που λέγεται ότι έγινε το περιστατικό: dsc_0128.jpg


υγ: Η ιστορία της Βασίλως είναι παρμένη από το βιβλίο του Ιερώνυμου Δελημάρη και η εικόνα απο το site: http://trikorfonews.wordpress.com/2011/01/08/ένα-δημοτικό-τραγούδι-απ’-το-χωριό-μα/

Βλαδίμηρε, η προσωπική μου ανάγνωση αυτής της ιστορίας είναι η εξής:

Όλα αυτά και συνέβησαν αλλά και δεν συνέβησαν. Η προφορική παράδοση δε λέει ψέματα, αλλά δεν είναι και εγκυκλοπαίδεια να εμμένει στην αυστηρή κυριολεξία των λέξεων και των γεγονότων.

Πρώτα απ’ όλα δεν έχουμε ένα τραγούδι, αλλά ένα άθροισμα από τέσσερα διαφορετικά στιχουργήματα, τρία ανεξάρτητα δίστιχα συν τέσσερις στίχους στο τέλος που δε χωρίζονται σε δίστιχα.

Το πρώτο δίστιχο,

Βάτους κι αγκάθια πάτησα όσο να σ’ αγαπήσω
και τώρα που σ’ αγάπησα μου λένε να σ’ αφήσω

κυκλοφορεί σε διάφορα μέρη ενταγμένο σε διάφορους σκοπούς, χορούς, τοπικά μουσικά ύφη, και συνδυάζεται με ποικίλα άλλα δίστιχα για να βγει κάθε φορά «ένα τραγούδι». Π.χ. εδώ ως βορειοθρακιώτικο.

Το τρίτο,

Κάλλιο να δω το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει
παρά να δω τα χείλη μου [ΧΧΧ] να τα φιλήσει,

ομοίως. Δεν έχω πρόχειρη e-παραπομπή, αλλά το ξέρω ως τμήμα της «Μανιώς», τραγουδιού από κάπου στη Μακεδονία:

[i]'Πόψε μας κλέψαν τη Μανιώ τρεις Τουρκαρβανιτάδες,
την πήραν και την πήγανε στους τουρκομαχαλάδες.

Μανιώ μας, δώσ’ μας φίλημα, δώσ’ μας και μαύρα μάτια,
[[/i]στίχος που ξεχνάω][i]

Κάλλια να δω το αίμα μου τη γη να κοκκινήσει
παρά να δω τα χείλη μου Τούρκος να τα φιλήσει.

Μανιώ μου, το φεσάκι σου μην το πολυστραβώνεις,
το καριοφίλι άναψε κι ως το πρωί γλιτώνεις[/i].

Ενδιαμέσως υπάρχει το δεύτερο δίστιχο, για τις χαμένες σοδειές. Αυτό μοιάζει να το έβγαλε κάποιος που βρισκόταν όντως σε πραγματικές συνθήκες σιτοδείας. Εδώ δε βλέπω -ούτε ο Δελημάρης αναφέρει- τη σχέση με τα υπόλοιπα και με την ιστορία.
Μπορεί κάλλιστα να είναι και κάτι τελείως άσχετο, ένα δίστιχο παλιότερο ή σκαρωμένο επί τούτο που κάποιος κάποτε τραγούδησε στον ίδιο σκοπό με τα υπόλοιπα. (Τα δίστιχα που τραγουδιούνται στον ίδιο σκοπό δεν έχουν υποχρεωτικά νοηματική συνάφεια μεταξύ τους).

Και τέλος έχουμε τους τέσσερις στίχους με την παραγγελιά για τα ψώνια. Λογικά πρέπει να έχουν κάποιο παραπάνω νόημα εκτός από το προφανές -κανείς δεν κάνει τη λίστα των ψώνιων τραγούδι!-, κάποιο συμβολισμό, πιθανώς σχετικά με την αγάπη ή την ξενιτιά ή ποιος ξέρει τι. Δεν προκύπτει ποιο μπορεί να είναι αυτό το νόημα αν δε δούμε τους στίχους μέσα στο αρχικό τους συμφραζόμενο, το οποίο ολοφάνερα δεν είναι αυτό. Από την άλλη, μέσα στο συγκεκριμένο συμφραζόμενο δε βλέπω τη σχέση με την υπόλοιπη ιστορία.

Τελικά κανένα από τα τέσσερα τμήματα του τραγουδιού δεν έχει σχέση με τα υπόλοιπα, πλην του πρώτου με το τρίτο.

Οπότε:

Φυσικά και το τραγούδι το τραγούδησε ο Μπούρας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το αμφισβητήσουμε. Όμως, πρώτον: δεν είναι ακριβές ότι το «έγραψε», γιατί αυτά τα τραγούδια δε «γράφονται». Το γράψιμο υπονοεί μια σταθερή μορφή που δεν υπάρχει στο δημοτικό τραγούδι. Φυσικά δεν αναφέρομαι στο αν ο άνθρωπος χρησιμοποίησε χαρτί και μολύβι ή μόνο τη φωνή του και τη μνήμη του, δεν είναι εκεί το ζήτημα. Δεύτερον, ο Μπούρας χρησιμοποίησε πρώτη ύλη που προϋπήρχε. Κάποιο απ’ όλα τα δίστιχα μπορεί να το έβγαλε ο ίδιος, αλλά αυτό δεν είναι υποχρεωτικό. Τρίτον, λογικά δείχνει απίθανο να το τραγούδησε στη συγκεκριμένη μορφή, γιατί η ακολουθία των τμημάτων είναι ασυνάρτητη. Κάποτε κάτι τραγούδησε, κάποτε άλλοτε κάποιος άλλος τραγούδησε κάτι άλλο, ένας τρίτος τραγούδησε σπαράγματα από όλα αυτά μαζί, και ο συνδυασμός των σπαραγμάτων έτυχε κάπως να καθιερωθεί ως «ένα» τραγούδι.

Με άλλα λόγια, ο Μπούρας δημιούργησε κάποτε την προσωπική του εκδοχή του τραγουδιού, η οποία όμως δεν ήταν ούτε 100% πρωτότυπη -ήταν πρωτότυπος συνδυασμός- ούτε 100% αυτή που παραδίδεται σήμερα.

Ωραία τα αντίστοιχα παραδείγματά σου! Αν τα είχα υπόψιν μου δεν θα έπεφτα σε αυτό το γρήγορο συμπέρασμα. Λογικά θα υπάρχουν και άλλα που θα ταιριάζουν μουσικολογικά και στιχουργικά.

Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη φορά που γνωστό περιστατικό στέκεται αφορμή για τραγούδι. Αυτό ήταν ο κανόνας, όχι η εξαίρεση για τη δημιουργία δημοτικών τραγουδιών. Προϋπόθεση βέβαια, το περιστατικό να έκανε αίσθηση όταν συνέβη, και βέβαια ο εκ προμελέτης φόνος νέας και όμορφης κοπέλας είναι αρκετά δυνατή προϋπόθεση.

Για τους συγκεκριμένους στίχους, όπως λέει και ο Περικλής, αν κάποιος το ψάξει, θα βρεί τέτοιους ή παρόμοιους κατά εκατοντάδες στην προφορική “βάση δεδομένων” απ’ όπου αντλείται υλικό για νέα δημοτικά τραγούδια. Ο συμφυρμός είναι φαινόμενο συνηθέστατο στα λαϊκά τραγούδια, όταν αυτά δεν έχουν διαδοθεί μέσα από τον γραπτό πολιτισμό όπως η φυλλάδα ή ο δίσκος γραμμοφώνου, καθώς επίσης και η παράθεση στο ίδιο τραγούδι στίχων που δεν έχουν καμμία νοηματική διασύνδεση μεταξύ τους. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, οι στίχοι καθόλου ντροπή δεν δείχνουν, ή έστω υπονοούν, για τον φονιά, παρά μόνο την αποφασιστικότητά του. Ένας λόγος παραπάνω να υποθέσουμε ότι αντλήθηκαν από έτοιμη πρώτη ύλη.

Στο θέμα τώρα της μουσικής, τα πράγματα διαφέρουν κάπως: εδώ η “βάση δεδομένων” δεν είναι τόσο πλούσια όσο εκείνη των στίχων. Εντελώς καινούργιες μουσικές δεν γράφονται τόσο συχνά και έχουμε πάρα πολλές περιπτώσεις όπου σε προϋπάρχουσα μελωδία ταιριάζεται νέος στίχος. Πάντως, δεν έχω ακούσει άλλη μελωδία που να θυμίζει το σκοπό του συγκεκριμένου καλαματιανού. Πιθανόν να υπήρχε ήδη η μελωδία, για άλλο τραγούδι που ξεχάστηκε και δεν πρόλαβε να γραμμοφωνηθεί.

Μπούρος και οχι Μπούρας ειναι το επίθετο της φάρας απο την προεπαναστατική περίοδο που υπάρχουν πληροφορίες μέχρι και σήμερα στους επιγόνους.

Κύριε Πολίτη. Γιατί τον συγκεκριμένο σκοπό τον χαραχτηρίζετε καλαματιανό και οχι συρτό;

Γιατί υπάρχουν δύο συρτοί: ένας σε τεσσάρι, τονισμένο στο 1 και στο 3 και ένας σε εφτάρι, τονισμένο 3 – 2 – 2. Ο δεύτερος λέγεται και Καλαματιανός, αφού το πιό διαδεδομένο τέτοιο κομμάτι είναι το “Μαντήλι καλαματιανό”.

Εδώ που τα λέμε ρε παιδιά, για ποιον σκοπό μιλάμε; Κι εγώ σαν συρτό (δίσημο) τον είχα στο μυαλό μου, αλλά ψάχνοντας λίγο στο ΥΤ τον βρίσκω σε πολλές εκτελέσεις ως 7σημο, π.χ. εδώ. Αν αυτό δεν προέρχεται από κάποια τοπική παράδοση με δικές της ιδιαιτερότητες, τότε λογικά είναι καλαματιανός.

Γενική συμβουλή: Ποτέ μην ονομάζετε μια δημοτική μελωδία από τα λόγια του τραγουδιού. Δεν υπάρχει ούτε ένα δημοτικό στιχούργημα, μα ούτε ένα, που να μην έχει τραγουδηθεί τουλάχιστον και σ’ ένα δεύτερο σκοπό (αν όχι σε εκατοντάδες).

Ένα πραγματικό γεγονός που έγινε τραγούδι με το όνομα “Βασιλαρχόντισσα” εγώ ξέρω αυτό:

Είναι σίγουρο; Από που προκύπτει αυτό με τόση βεβαιότητα;

Για τα δίστιχα, από το γεγονός ότι δεν αποτελούν τραγούδια αλλά κινητά δομικά στοιχεία τραγουδιών. Δηλαδή το δίστιχο Α θα το ακούσεις σήμερα μαζί με τα Β, Γ, Δ και αύριο μαζί με τα Χ,Ψ, Ω, είτε στον ίδιο τόπο είτε σε άλλον.

Για τα πολύστιχα, που το καθένα τους είναι ολοκληρωμένο αύταρκες στιχούργημα, από το γεγονός ότι οι Κρητικοί τα τραγουδάνε σε κρητικές μελωδίες, οι Θρακιώτες σε θρακιώτικες κ.ο.κ… (Μερικές φορές στο ίδιο μέρος το ίδιο στιχούργημα μπορεί να λέγεται σε δύο ή περισσότερες μελωδίες, αλλά αυτό είναι μάλλον σπάνιο. Πολύ συχνότερο είναι στο ίδιο μέρος διαφορετικά στιχουργήματα να λέγονται στον ίδιο σκοπό.)

Ε, τώρα, αν σε κάποιο μέρος υπάρχει και κάποιο πολύστιχο τραγούδι που είναι αποκλειστικά τοπικό και άρα δεν έχει αλλού παραλλαγές με άλλο σκοπό, γράψε λάθος. Θα συμβεί κι αυτό, αλλά είναι η εξαίρεση. Και θα συμβεί κυρίως με πρόσφατες συνθέσεις, γιατί οι παλιότερες είτε άρεσαν, διαδόθηκαν και προσαρμόστηκαν στη μουσική κάθε περιοχής, είτε δεν άρεσαν και χάθηκαν. Να άρεσε αρκετά ώστε να διαιωνιστεί αλλά παράλληλα να μην ταξίδεψε έξω από την αρχική του κοιτίδα, σπάνιο.
Το ριζίτικο «Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη» υποθέτω ότι δεν έχει θρακιώτικη ή ηπειρώτικη παραλλαγή. Αλλά γράφτηκε σχεδόν χτες.

Πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση, κι ας μοιάζει αυτονόητη. Σκοπίμως υπογραμμίζω τη δεύτερη φράση:

Σ’ εποχές που το τραγούδι (και μάλιστα η δημιουργία τραγουδιών) ήταν διαδεδομένος τρόπος έκφρασης, και άρα η σχετική ικανότητα ήταν ανεπτυγμένη σε πολύ κόσμο, ο καθένας θα μπορούσε να βγάλει και τραγούδια για πράγματα που απασχολούσαν τον ίδιο και όχι όλη την κοινωνία. Και αν οι στίχοι του ήταν καλοφτιαγμένοι και ζουμεροί, θα έμεναν στη συλλογική μνήμη, όπως όντως έχουν μείνει χιλιάδες τέτοιοι στίχοι.
Όμως μόνο τα τραγούδια που το γεγονός τους είχε γενικότερη απήχηση μαρτυρούν με διαφάνεια σε τι αναφέρονται: τυπική περίπτωση βέβαια τα ιστορικά (τραγούδια για μάχες κλπ.), αλλά επίσης και οι ρίμες: Δώδεκα χρονών κορίτσι, και τόσα ανάλογα.
Όποιος έκανε τραγούδι τον προσωπικό του έρωτα, τον προσωπικό του καημό κλπ., άφησε στις περισσότερες περιπτώσεις ένα τραγούδι που πλέον αναφέρεται γενικά στον έρωτα ή τον κάθε άλλο καημό, που ο καθένας μπορεί να το προσαρμόσει -ακόμη και απαράλλακτο- στη δική του περίπτωση, αλλά που δε μας δείχνει ποιο συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός έδωσε την αφορμή της σύνθεσης.

Δύο παρατηρήσεις.

  1. Το χωριό λέγεται Σταμνά και όχι Στάμνα (ανήκει στο δήμο μου) και
  2. σήμερα υπάρχει το όνομα Μπούρας. Για το Μπούρος δεν ξέρω κάτι.

Έχει όντως συμβεί αυτό το γεγονός, έχει καταγραφεί επίσημα, έχει γίνει μάλιστα προϊόν μελέτης της εγκληματικότητας, διαχρονικά.
Σταμνά λέγεται, πράγματι, το χωριό και Μπούρος ο δράστης.

Όπως πολλά από τα δημοτικά μας τραγούδια, έτσι κι αυτό πατά στη λαϊκή “βάση δεδομένων”, χρησιμοποιεί δίστιχα τα οποία η συλλογική λαϊκή μνήμη έχει συγκρατήσει και τα αξιοποιεί με παραλλαγές.