“Transporting the notes:”urbanization and westernization inthe music of the northeastern Aegean islands in thenineteenth and the twentieth century

Μία ενδιαφέρουσα εργασία της Ρενάτας Δαλιανούδη. Το άρθρο είναι προσβάσιμο (ελπίζω!) από εδώ:



Σε όσα λέει για τα τοπικά όργανα, έχω κάποιες παρατηρήσεις:

As we go back in time, we find the ziyia signifying the pairing of two musical
instruments. A widespread pairing consisted of a wind instrument with percussion, for
example, a tsabouna (the insular bagpipe) or touloumi (a rural slang word for windbag/
bagpipe) paired with a daouli (big drum) or a toubi (small drum)

Όπως έχει πει πιο πριν, το πεδίο της είναι Η Χίος, η Λήμνος, η Μυτιλήνη, οι Οινούσες, τα Ψαρά, ο Άη Στράτης, η Σάμος, οι Φούρνοι, η Ικαρία και η Θύμαινα. Σ’ αυτά τα μέρη τα τσαμπουνοτούμπακα δεν είναι widespread, είναι αποκλειστικότητα της Χίου.

To judge by older stories told by natives of Lesbos and Samos instead of tsabuna, we
came across gaida (the type of bagpipe found in mainland locations in Eurasia)
(Figure 5), an indication of the geographical unity of the islands with the Asian

Στη Σάμο ποτέ. Στη Μυτιλήνη (σε ένα χωριό), ναι.

[Στην Ικαρία] Over the years, the bagpipe was used by the elder generations of farmers, while the younger generations expressed themselves with the klarinο [clarinet in Greek]

Κλαρίνο στην Ικαρία; Δε νομίζω. Στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο, ναι. Αλλά κι εκεί δεν αντικατέστησε την τσαμπούνα (ιδίως στη Μυτιλήνη που δεν είχε τσαμπούνες), άλλη δουλειά έκανε.

Another old combination of ziyia was the pairing of lyra (Figure 8) and tsabouna,
the well-known lyrotsabouno, which, like the tsabouna with the toubi, was more
commonly found among farmers and was associated with the entertainments practised by shepherds.

Σε κανένα από αυτά τα νησιά, εκτός αν κάποτε συνέβη ευκαιριακά στην Ικαρία ή (τουλάχιστον πριν 100 χρόνια, που είχαν ακόμη λύρες) στη Σάμο. Τα λυροτσάμπουνα είναι Κάρπαθο, Πάτμο, Λέρο. Παλιά παλιά, και σ’ άλλα Δωδεκάνησα.

The souravli or pidavli, a type of reed pipe played in Ikaria, or flute was also a very common wind instrument in rural areas, alternating with the tsabouna.

Λίγο την ορολογία! Reed σημαίνει (μεταξύ άλλων) καλάμι και pipe σημαίνει αυλός, αλλά reed pipe δε σημαίνει καλαμένιος αυλός όπως το σουραύλι, σημαίνει αυλός με γλωσσίδι. Το σουραύλι / πιδαύλι δεν είναι reed pipe.

Since the early twentieth century, the island type of lyra has been steadily displaced
by the violin to the extent that it is almost no longer found in musical groups, unlike in
other Aegean Sea locations: the Cyclades, the Dodecanese and Crete.75

Κυκλάδες;; Ούτε ένα νησί στις Κυκλάδες δεν έχει ντόπια συνεχιζόμενη παράδοση λύρας. Το 75 στο τέλος είναι παραπομπή στον Ανωγειανάκη, 1991 (Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα, χωρίς σελίδα!). Ακόμη κι αν το 1991 ο Ανωγειανάκης είχε γράψει, για δικούς του λόγους, ότι στις Κυκλάδες παίζουν λύρα (που δε νομίζω να το έγραψε, αλλά και πώς να το τσεκάρω χωρίς σελίδα;), ρίξε μια ματιά γύρω σου: ποιον Κυκλαδίτη είδες να παίζει λύρα στο νησί, σε σιντί, στην τηλεόραση, στο ίντερνετ; Δε μιλάμε για καμιά απομονωμένη και άγνωστη περιοχή.

Additionally, in private parties that take place even nowadays in cafés and houses,
other string instruments such as tabouras, saz(i), tzivouri, all belonging to the lute
family, also featured independently of the kompania. These occurred separately or in
free combinations

Βασικά πάει να μας πει ότι σε παρέες, που γίνονταν τότε και γίνονται και τώρα ακόμη, τότε έπαιζαν αυτά τα όργανα. Αλλά είναι κακά διατυπωμένο: θα νομίσει κανείς ότι και σήμερα οι παρέες παίζουν τζιβούρι.

Τζιβούρι ένας έπαιξε, και τον φωτογράφισαν γύρω στο 1900-λίγα, και η φωτογραφία μαζί με τη λεζάντα που λέει «τζιβούρι» είναι στο εξώφυλο του δίσκου-βιβλίου «Η Σάμος στις 78 στροφές».

1 «Μου αρέσει»

Figure 5. gaida.68

Αυτό δεν είναι γκάιντα. Παρόλο που το «68» είναι παραπομπή σε υποσημείωση και εκεί έχει ένα λινκ και το λινκ είναι λάθος, ωστόσο κατάλαβα τι είναι. Είναι η «γκάιντα» του Ταρταλή. Ο Ταρταλής ήταν Σαμιώτης τσαμπουνιέρης. Κάποτε κάποιος τού χάρισε μια γκάιντα από Θράκη; από Βουλγαρία; που τον εντυπωσίασε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να την παίξει, και αποφάσισε να την φέρει στα μέτρα ενός που ξέρει τσαμπούνα. Έτσι έφτιαξε μια προσωπική υβριδική πατέντα. Μετά από την πρώτη, που προερχόταν από τροποποιημένη γκάιντα, άρχισε να φτιάχνει και δικές του. Το ονόμαζε γκάιντα, και έτσι (χωρίς διευκρινίσεις) έχει καταχωρηθεί και σε κάτι καταγραφές του Αρχείου Μουσικού Πολιτισμού Β. Αιγαίου. Η πατέντα του Ταρταλή έμεινε εντελώς χωρίς συνέχεια.

I carried out fieldwork research and a study of the music- and dancing tradition in
the bigger islands; Lesbos, Limnos, Chios, Samos and Ikaria, in collaboration with the
Centre for Aegean Folklore and Musicological Studies, for over 9 years (2009–2018)

Εννέα χρόνια σ’ αυτά τα νησιά, και κάνεις αυτά τα λάθη;

  • Τσαμπουνοτούμπακα widespread? Άντε να δεχτώ ότι είδες στην Ικαρία τον Μήτσο τον Σπανό να παίζει τσαμπούνα με τουμπάκι και δε σου είπε (αν δεν τον ρώτησες) ότι δεν είναι τοπικό αλλά δικό του που το βρήκε από τους Κυκλαδίτες. Στα άλλα νησιά;
  • Κλαρίνο στην Ικαρία;
  • Λυροτσάμπουνα οπουδήποτε;
  • Γκάιντα στη Σάμο; Στα συγκεκριμένα χρόνια οι τσαμπουνιέρηδες της Σάμου ήταν γύρω στα έξι άτομα, κι ένας από αυτούς (και μάλιστα ο μόνος κάπως δραστήριος) ο Ταρταλής. Δεν τον βρήκες, δε σου είπε τι φάση είναι η «γκάιντα» του;

Δε γίνεται να μην έχεις κάποια εποπτεία της τρέχουσας πραγματικότητας.

Εντωμεταξύ, διαβάζω σ’ ένα βιογραφικό της Ρ. Δαλιανούδη:

Έχει συγγράψει συνολικά 4 μεταδιδακτορικές μονογραφίες: […] 3. Το βιολί και το λαγούτο ως παραδοσιακή ζυγιά στη Δυτική Κρήτη. Κουρδίσματα-Ρεπερτόριο-Τεχνικές, Παγκρήτιος Σύλλογος, Ηράκλειο 2004. 4.Το βιολί και η κιθάρα ως παραδοσιακή ζυγιά στην Ανατολική Κρήτη. Κουρδίσματα-Ρεπερτόριο-Τεχνικές, Παγκρήτιος Σύλλογος, Ηράκλειο 2004.

Μπορεί να ‘χει γράψει κι άλλα, γιατί φαίνεται παλιό το βιογραφικό, αλλά για τα συγκεκριμένα δύο μην τρελαθούμε: δύο σύντομα βιβλιαράκια, 50 σελίδες το καθένα μαζί με πίνακες κλπ. αν αφαιρέσουμε τους χαιρετισμούς στην αρχή, όσες πληροφορίες ισχύουν εξίσου και στα δύο είναι κόπι-πέιστ (εννοώ κυριολεκτικά: δεν έκατσε να τα ξαναδιατυπώσει, υπάρχουν παράγραφοι ολόιδιες μεταξύ των δύο), και ο εκδότης δεν είναι «Παγκρήτιος Σύλλογος» έτσι γενικά, είναι «Παγκρήτιος Σύλλογος καλλιτεχνών κρητικής μουσικής». Δεν είναι κακά βιβλία, αν και έχουν κάποια λαθάκια (π.χ. μια βιβλιογραφικής προέλευσης πληροφορία για τις τεχνικές του δοξαριού, που την έχει καταλάβει άλλ’ αντ’ άλλων επειδή δεν παίζει βιολί η ίδια), για έκδοση του συλλόγου Κρητικών μουσικών μια χαρά είναι, αλλά δεν είναι αυτό που φαντάζεται κανείς ακούγοντας «μεταδιδακτορικές μονογραφίες». Οκέι, αφού πιάνουν ένα στενό θέμα είναι μονογραφίες, και αφού ήταν ήδη διδάκτωρ είναι μεταδιδακτορικές.


1 «Μου αρέσει»

Να σημειώσω ότι η Δρ της Εθνομουσικολογίας κυρία Ρ. Δαλιανούδη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

(και στα Ιωάννινα νομίζω…)

Εδώ είναι η σελίδα της κυρίας στο academia.edu:

Διαβάζοντας τα σχόλια σου έχω την εντύπωση ότι η Δαλιανούδη “has spread herself a bit too thin” όπως θα έλεγαν οι Άγγλοι…δηλαδή προσπαθεί να καλύπτει πολλά αντικείμενα στις εργαγσίες της, χωρίς ίσως να εμβαθύνει επαρκώς. Βέβαια, εγώ δεν έχω τις γνώσεις να κρίνω το έργο της, γι’ αυτό εκτιμάω τις παρατηρήσεις σου. Όμως, θα περίμενε κανείς να υπάρχει “peer review” σ’ ένα επιστημονικό περιοδικό όπως το Journal of Ethnological Studies, για να μην περάσουν τέτοιες ανακρίβειες.

1 «Μου αρέσει»

Για να είμαι ειλικρινής, δεν το τελείωσα το άρθρο. Οι πληροφορίες για τα όργανα είναι προεισαγωγικές, μετά μπαίνει το κυρίως εθνομουσικολογικό μέρος (δυτικοποίηση κλπ.). Εκεί μπορεί να είναι μια χαρά - ένα σφάλμα στο αν παίζουν τσαμπουνοτούμπακα στο Α νησί ή λυροτσάμπουνα στο Β δεν αποκλείει μια πιο αίσια συνέχεια και ολοκλήρωση του άρθρου.

Υπάρχει, πώς δεν υπάρχει;
The journal publishes original, high quality, peer-reviewed research

Peer review policy

Taylor & Francis is committed to peer-review integrity and upholding the highest standards of review. Once your paper has been assessed for suitability by the editor, it will then be double blind peer reviewed by independent, anonymous expert referees.


Τώρα, εάν διαφύγει και κάτι ψιλό, τι να γίνει; Ανθρώπινο…

Κανένας peer δεν μπορεί να είναι παντογνώστης. Να ελέγξει τη μεθοδολογία, τη βιβλιογραφία, τέτοια πράγματα ναι. Αλλά το να ξέρει κάθε όργανο και κάθε οργανοπαίχτη κάθε νησιού δεν μπορούμε να του το απαιτήσουμε. Νομίζω ότι η πρώτη ύλη, τα πραγματολογικά δεδομένα, είναι ευθύνη του συντάκτη. Όχι πως έχω διαβάσει πουθενά κάτι τέτοιο, αλλά μου φαίνεται λογικό: εσύ έκανες έρευνα εννιά χρόνια σ’ αυτά τα νησιά, εσύ ξέρεις τι γίνεται.

Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός τέτοιων άρθρων δεν είναι να μας πληροφορήσουν για το τι γίνεται σε συγκεκριμένους τόπους, αλλά να δείξουν μια οπτική πάνω στα καθέκαστα που να μπορεί να είναι διαφωτιστική και για όποιον δε γνωρίζει τα καθέκαστα και δεν τον ενδιαφέρουν καν. Εδώ π.χ. το θέμα είναι η αστικοποίηση και δυτικοποίηση (πρόκειται για όρους με συγκεκριμένο περιεχόμενο) της μουσικής. Το ότι μιλάμε για τη μουσική των τάδε νησιών και όχι των δείνα είναι μικρής σημασίας, έχει σχεδόν αξία απλού παραδείγματος. Ο σκοπός είναι να δει τη συλλογιστική πορεία κάποιος που μπορεί να έχει ασχοληθεί με άλλα καθέκαστα, και να δοκιμάσει αν μπορεί να την εφαρμόσει στα δικά του, αν είναι γενικότερης εφαρμογής, αν χρειάζεται τροποποιήσεις και διορθώσεις, αν μπορεί να συνδυαστεί με την οπτική που προτείνει κάποιος άλλος σε άλλο πέιπερ κλπ.

Αυτός λοιπόν ο «κάποιος» δε θα πάθει τίποτα από την ανακρίβεια σχετικά με κάποιο πραγματολογικό στοιχείο.

Ο peer δε θα εντοπίσει καν την ανακρίβεια.

Αν προσπαθούμε να είμαστε ακριβείς σε τέτοια ζητήματα, είναι απλώς και μόνο για να είμαστε ακριβείς, όχι για να μη μας τσακώσουν.

Μήπως πρέπει να είναι κάποιος πολύ καλά πληροφορημένος (σαν εσένα, ας πούμε!) για να πιάσει τις όποιες ανακρίβειες στο άρθρο, σχετικά με το τι γίνεται σε κάθε νησί; Εγώ το βρήκα καλογραμμένο και ενδιαφέρον από την άποψη του γενικού θέματος.

Εγώ, έτυχε. Και το βασικό κίνητρο που ξεκίνησα να διαβάζω το άρθρο ήταν ακριβώς αυτό, ότι αφορούσε τα νησιά που έτυχε να μ’ ενδιαφέρουν κι εμένα. Αν έγραφε για κάποια περιοχή άγνωστη και αδιάφορη σ’ εμένα, τότε πρώτον μπορεί να μην το διάβαζα καν, δεύτερον, αν το διάβαζα και είχε ανακρίβειες στα πραγματολογικά δε θα τις έπιανα.

Αν είχε όμως, κάποιος δε θα υπήρχε που να τις εντοπίσει; Πάντα κάποιος ξέρει κάτι καλύτερα από μας. Αλλά το θέμα δεν είναι αν αυτός θα τύχει να μας διαβάσει και εκτεθούμε -μπορεί και να μην τύχει- αλλά να έχουμε οι ίδιοι επίγνωση του τι ξέρουμε και τι αγνοούμε.

Αμ, τότε δεν θα συνέτρεχε λόγος να υπάρχει στα μεν papers “κρίση ομοτίμων”, στις δε πτυχιακές/μεταπτυχιακές/διπλωματικές/διδακτορικές εργασίες επιβλέποντες/ειδικές ad hoc επιστημονικές επιτροπές…

Έχουν δει τα ματάκια μου πολλά “κουκουνάρια” σε ακαδημαϊκές εργασίες. Η ευθύνη ανήκει στους εκάστοτε επιβλέποντες. Αλλά όταν βλέπεις π.χ. σε ρεμπετολογική ακαδημαϊκή εργασία Επιτροπή, της οποίας κανένα μέλος δεν σχετίζεται με τη ρεμπετολογία, "κουμπώνεσαι’ αμέσως και περιμένεις πότε θα βρέξει “κουκουνάρια”…

Ναι οκέι, δε λέω, εύλογα όλα αυτά. Αλλά πρακτικά πες μου πώς να γίνει: ο άλλος κάνει 9 χρόνια επιτόπια έρευνα στη Μυτιλήνη, την Ικαρία κλπ. Πού θα του βρεις peer που να ξέρει την εκεί πραγματικότητα καλύτερα από τον ίδιον;