Τυποποιημένοι μανέδες

Στην δική μου έρευνα για τον Αμανέ προτίμησα το «ανατολικός» απ’ το «αλα τούρκα», επειδή δεν μπόρεσα μεν να βρώ και να ακούσω αμανεδοειδή ηχογραφήματα από την Περσία ή τις αραβικές χώρες ή κάπου κοντά, όμως δεν θα μπορούσα με τίποτα να αποκλείσω την ύπαρξη ομοειδούς μουσικού είδους στις περιοχές αυτές.

Δεδομένου ότι η μουσική δομή του ελληνικού μανέ έχει άμεση σχέση με τη στιχουργική του δομή, δηλ. το 15σύλλαβο ιαμβικό ομοιοκατάληκτο δίστιχο, κανένα δείγμα από αλλόγλωσσους λαούς δε θα μπορούσα να το χρησιμοπιήσω για να βγάλω συμπεράσματα. Δηλαδή, και τούρκικα ν’ ακούσω, από τη στιγμή που δεν καταλαβαίνω γρυ, δεν μπορώ να ξέρω αν υπάρχουν αναλογίες, ομοιότητες, διαφορές. Το μελωδικό άκουσμα από μόνο του δεν αρκεί.

Παρά ταύτα το «αλά τούρκα» το δέχομαι. Το άλλο όμως; Αλά γκρέκα δεν πάει, γιατί ελληνικά είναι έτσι κι αλλιώς, δεν είναι «σαν» ελληνικά. Αλά φράγκα; Έντονες μεν οι δυτικές επιρροές, αλλά αυτό το πράγμα αυτούσιο, π.χ. το Σμυρναίικο Μινόρε ή ο Φα Ματζόρε μανές, ποτέ δε θα μπορούσε να έχει συντεθεί μέσα σε μια ακραιφνώς δυτική κουλτούρα. Το «σμυρναίικο» ίσως τελικά είναι το πιο έγκυρο, αφού η Σμύρνη ήταν ο κατεξοχήν τόπος όπου έλαβαν χώρα τέτοιες ανατολικοδυτικές μουσικές επιμιξίες, αλλά πρέπει να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω μανέδες βγήκαν όντως από τη Σμύρνη, και οι άλλοι όχι.

Μια και ως φαίνεται λεγόταν σε Κων/πολη, Θράκη, Πόντο και Ήπειρο, και δεδομένου ότι το συναντάμε σε τίτλο δίσκου, καλό θα ήταν να μπει λήμμα “βερεμλής” στο ρεμπέτικο γλωσσάρι, με πηγή το γνωστό Λεξικό του Κουκκίδη:

βερέμης, ό=φθισικός, (vefemli).

βερέμι, τό=(Κρ.), φθίσις, (verem).

βερεμιάζω=γίνομαι φθισικός, (veremlemek)

βερεμιάρης, δ = φθισικός, καχεκτικός. μεμψίμοιρος, μελαγχολικός, (veremli)

βερεμλής, δ= (Κ . Θ ρ. Π . Η .), φθισικός, (veremli).

(Κων/νου Κουκκίδη, «Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής γλώσσης», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τόμος 24, 1959)

1 «Μου αρέσει»

Μάλλον ψιλοπανελλήνια λεγόταν. Ο «Βερέμης» είναι γνωστό δημοτικό τραγούδι (μια κοπέλα παραπονιέται ότι την πάντρεψαν μ’ έναν άρρωστο που δεν κάνει τίποτα, αυτή τον φροντίζει σαν μωρό κι αυτός γκρινιάζει κι από πάνω) από αυτά που απαντούν σε παραλλαγές λίγο πολύ παντού. Τώρα που έψαχνα να βεβαιωθώ ότι η λέξη σημαίνει φθισικός βρήκα πολλές αναφορές σε 7νησιακά γλωσσάρια. Και βέβαια έχει γίνει και επώνυμο.

Ίσως η σημασία να μην είναι παντού «φθισικός» αλλά και γενικότερα «κακής υγείας».

Ωστόσο τονίζω ότι στον τίτλο του συγκεκριμένου μανέ δεν έχουμε την ελληνική (τούρκικης προέλευσης) λέξη αλλά την ίδια την τουρκική, σαν να έλεγε ξερωγώ «Sick man’s μανές» έτσι φόρα παρτίδα και με λατινικά γράμματα.

Για τον “βερεμλή” έγραφα, και όχι για τον “βερέμη”…

Από τη στιγμή που εδώ δεν έχουμε ούτε τον βερεμλή, νομίζω ότι δεν έχει τόση σημασία η διαφορά.

Πρόχειρη παραπομπή όμως δεν έχω. Αφήνω εδώ μια σημείωση, μήπως μελλοντικά χρειαστεί συγκριτική ακρόαση διάφορων σαμπάχ μανέδων γενικώς, για να δούμε αναλυτικότερα τι συμβαίνει ως προς το ζήτημα της τυποποίησης…

Μια συμπλήρωση για το Σμυρναίικο μινόρε (το οποίο κυρίως εξετάζεται στα μνμ #1 και #3 του παρόντος):

Το ξέρω ότι η αναζήτηση ηχογραφήσεων πρέπει να ξαναγίνει από την αρχή, γιατί ήταν ο πρώτος από τους μανέδες αυτής της μακράς σειράς και δεν είχα ακόμη βρει και οργανώσει τις πηγές μου. Αλλα΄τώρα βρήκα τυχαία μία που, αν τη γύρευα επίτηδες, δε θα την έβρισκα ποτέ:

Τίτλος «Γιαντίμ αμάν, μανές», Νταλγκάς 1929, στίχος: Σκέψου σκληρά πως χάνεται ψυχή που σε λατρεύει, κι ενόσω ζεις το κρίμα της πάντα θα σε παιδεύει. Δίσκος Odeon Γερμανίας GA-1484 (αρ.μ. Go-1416). Συνοδεύει ο Αντώνης Αμίραλης (Παπατζής ) με την αρμόνικά του και κιθάρα. Βάση Σίλαμπς:

Για τις άλλες πηγές επιφυλάσσομαι…

Ναι, στην ίδια οικογένεια είναι. Αλλά και όλοι, ουσιαστικά, οι μανέδες με τίτλο “μινόρε μανές” στον ίδιο μελωδικό τύπο πατάνε, όπως βεβαίως και το “μινόρε του τεκέ” του Χαλικιά.

Το τραγούδι, ως δομή, μοιάζει με άλλα που έχουν θεματολογία τον Αλή Πασά και καλύπτονται από τον τίτλο Γιαννιώτικο. Στο αρχείο Κουνάδη έχει αρκετές σχετικές ηχογραφήσεις και έχει και σχόλιο του Α. Καλυβιώτη για τη δομή του.

Πράγματι, εκεί λέει:

Μέχρι το 1922, το συναντάμε ηχογραφημένο στην Μικρά Ασία με τους τίτλους “Γιαννιώτικο” (ή “Γιαννιότικο”) και “Γιαννιώτικος μανές”. Πρέπει να διευκρινισθεί όμως ότι το τραγούδι δεν έχει την χαρακτηριστική δομή του αμανέ. Ίσως το αποκάλεσαν έτσι, λόγω του αργού ρυθμού που έχει η βασική μελωδία του. (κλικ)

Ας κρατήσουμε λοιπόν κι αυτή την πληροφορία: ότι υπάρχει ένας γιαννιώτικος σκοπός (ή τύπος σκοπού;) που λεγόταν μανές χωρίς να είναι μανές με την κυρίως σημασία.

https://vmrebetiko.gr/item/?id=5075

Η ίδια ηχογράφηση σε πολύ πιο καθαρή κόπια.

  1. Χαρμπιέ μανές

Ο τίτλος αυτός εντοπίζεται σε μία μοναδική ηχογράφηση: Χαρμπιέ μανές, Νταλγκάς 1929 ή 1930, στίχος: Να πω πως είμαι ευτυχής ψέμα θα πω μεγάλο, / σαν το δικό μου βάσανο κανείς δεν έχει άλλο. Δίσκος ODEON Ελλάδος GA-1533. Τον έχουν και οι τέσσερις πηγές (ο Μανιάτης και η βάση του Σίλαμπς δίνουν χρονολογία 1929, το φυλλάδιο του Σίλαμπς δε δίνει καμία και οι Ρεμπέτικοι Διάλογοι δίνουν 1930). Ακούμε στο Σίλαμπς ή στο ΥΤ.

Χιτζάζ μανές κλασικού ανατολίτικου τυπου, με συνοδεία λύρας (Λάμπρος) που εναλλάσσεται με τη φωνή χωρίς ποτέ να συνυπάρχουν. Μοιάζει να πρόκειται για τυποποιημένη σύνθεση: και οι δύο ερμηνευτές μοιάζουν πολύ αποφασισμένοι για το τι ακριβώς θα πουν, χωρίς ούτε μία νότα έκπληξη, ενώ εντοπίζονται και κοινά μελωδικά σημεία ανάμεσα σττην πρώτη και την τρίτη ενότητα (να πω πως είμαι ευτυχής - σαν το δικό μου βάσανο) και κυρίως στα μελισματικά αμάν μετά το «ευτυχής» (α’ ενότητα) και στο τέλος της β’ ενότητας, που ξεκινάνε από τη μέση της κλίμακας, τινάζονται μέχρι την κορυφή, κατρακυλάνε στα γρήγορα μέχρι τη βάση και ξανανεβαίνουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει, με τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο ο οποίος συνιστά μάλλον και το σήμα κατατεθέν αυτού του μανέ. Τέλος, το εξαιρετικά σύντομο ταξίμι ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη ενότητα δείχνει κι αυτό να ήταν κανονισμένο από πριν, έτσι ώστε και πολύ χρόνο να μη δαπανά, και να καθιστά σαφή τη σήμανση ότι τέλειωσε μια ενότητα και πάμε στην επόμενη (αλλιώς θα συναντώνταν δύο παρατεταμένα αμάν και δε θα ήταν σαφή τα όρια των ενοτήτων), και να απηχεί με τις λίγες αλλά καίριες νότες του τη σύνοψη όσων προηγήθηκαν.

Παρά ταύτα, η βέβαιη απόδειξη ότι πρόκειται για συγκεκριμένη σύνθεση, που θα ήταν να ξανασυναντήσουμε την ίδια μελωδία και σ’ άλλες ηχογραφήσεις, δεν υπάρχει προς το παρόν. Ούτε και θα είναι εύκολο να εντοπιστεί, αν υπάρχει κάπου, αφού δε θα έχει τον ίδιο τίτλο. Για την περίπτωση που όντως υπάρχει κάτι τέτοιο κάπου, κρυμμένο πίσω από έναν αόριστο τίτλο όπως «χιτζάζ μανές» ή οποιονδήποτε άλλο, σημειώνω εδώ ότι, πέρα από τα γρήγορα μελίσματα των αμάν που προανέφερα, η κύρια έκταση του μανέ είναι μια πέμπτη όλη κι όλη: πρώτη ενότητα - 4χ χιτζάζ με έναρξη και έμφαση στην 4η, δεύτερη ενότητα - ουσιαστικά όλη πάνω στην 5η κάθεται, τρίτη ενότητα - περίπου επανάληψη της πρώτης.

Αυτό το “Χαρμπιέ” τι είναι , ξέρουμε;
Αν αφορά τη συνοικία της Κων/πολης Harbiye, μήπως να έμπαινε στο Γλωσσάρι;

Α!! Φανταζόμουν ότι στα τούρκικα γράφεται έτσι (άρα Χαρμπιγιέ, πολύ σχολαστικά), αλλά δεν ήξερα ότι είναι όνομα συνοικίας. Αυτό θα είναι, αφού έχουμε και τον Μπέγιογλου (=Πέραν) και τον Γαλατά μανέ.

Καμιά ιδέα και για τον Κουβαγιώτικο/Κουμπαγιώτικο, τον Βαγγελικό και τον Πεστιμο; (Στην κορυφή του νήματος έχει ευρετήριο.)

Επ’ ευκαιρία, ο Πεστιμο μανές έχει αφήσει αναπάντητες απορίες. Μήπως έκτοτε βρέθηκε κανείς που ξέρει να μας τις λύσει;

«Κουμπαγιώτες»: κάτοικοι της κωμόπολης Κούμπαο ή Κούμβαο (Kumbag), παράλιου χωριού της Τουρκίας της επαρχίας Ραιδεστού στην περιοχή του Μαρμαρά.

Μωρέ μπράβο! Ο αιτών λαμβάνει λοιπόν, και μάλιστα άμεσα! Μπράβο Άνθιμε, ευχαριστούμε. Είμαι βέβαιος ότι δεν είχα ξανακούσει αυτό το τοπωνύμιο (αν και στις αναζητήσεις όταν έγραφα γι’ αυτό τον μανέ είχα βρει κάπου επώνυμο Κουμβ(π?)αγιώτης). Ξέρεις και αν αυτό το χωριό ή κωμόπολη είχε (και) Έλληνες; Και επίσης, αν η τούρκικη ορθογραφία έχει το γνωστό σημαδάκι πάνω στο g ;

Διαβάζουμε ότι στα 1877 στο Κούμβαον υπήρχαν 2.500 Έλληνες, “ουδεμία δε άλλη εθνικότητης”
https://books.google.gr/books?id=mOpFtghjWF0C&pg=RA1-PA194&dq=Κούμβαον+Ραιδεστού&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwi8nvbD3Iv3AhUJ8LsIHQtlCoMQ6AF6BAgEEAI#v=onepage&q=Κούμβαον%20Ραιδεστού&f=false

Στα δε 1897 αριθμεί 3000 ομογενείς ενώ “παράγει λαμπρόν οίνον και κρόμμυα”:
http://medusa.libver.gr/jspui/bitstream/123456789/5193/5/THRAKH%20KAI%20SARANTA%20EKKLHSIES.pdf

Α, μάλιστα. Kumbağ (προφέρεται με αδιόρατο γ, ίσως σήμερα χωρίς καθόλου γ, Κουμπα, όθεν και η ορθογραφία «-αϊώτικος» χωρίς γ), ελληνιστί Κουμπο (λέει η Βίκη) ή Χρυσάμπελος, πρώην ελληνικό ψαροχώρι. Δε βάζω τόνους γιατί δεν ξέρω πού να του βάλω.

Για τα περίπυστα κρεμμύδια ούτε λέξη η Βίκη.

Ξανά ευχαριστούμε Άνθιμε.

Λιγό εκτός θέματος, αλλά στην τούρκικη κοινή γνώμη η συνοικία Harbiye και οι γύρω γειτονιές εκπροσωπούσαν κάποτε το δυτικό, το πλούσιο και το μην μουσουλμανικό, όπως και το πιο γνωστό Beyoglu (Πέρα). Αυτό φαίνεται στο γνωστό μυθιστόρημα Fatih-Harbiye:

Blockquote

The problem of “East - West” can be defined as one of the most important issues of modern Turkish literature. Peyami Safa’s novel Fatih - Harbiye, published in 1931, is one of the most famous and characteristic examples among the novels dealing with this subject.
The novel, which puts the tram that goes between “Harbiye”, one of the Westernized, “modern” districts of Istanbul, and “Fatih”, one of the traditional, Eastern districts, is the subject of the novel, which is about Neriman from Fatih vacillating between these two cultures.

In this respect, Fatih - Harbiye is a good starting point for those who want to understand the “East - West” theme socially, culturally or literary. Because Peyami Safa deals with this subject without hiding too much and without dealing with other subjects throughout his novel of about one hundred pages.

Εδώ ένα ενδιαφέρον άρθρο για τις παλιές χριστιανικές συνοικίες της Πόλης:

1 «Μου αρέσει»