Το καπηλειό του Μητσάκη στα αρχαία

μητσάκης

#1

ʽΕπεσα, καθυστερημένα, στο διαδίκτυο σε μια ενδιαφέρουσα μετάφραση του «Καπηλειού» του Μητσάκη στα αρχαία, καμωμένη από τον φιλόλογο Ηλία Δ. Κουρτεσίδη. Διόρθωσα κάποια λαθάκια στο νεοελληνικό κείμενο και κυρίως τον πρώτο στίχο, που ήταν «Η μέρα είναι βροχερή», με ανάλογη μετάφραση στα αρχαία («Ομβρώδης η ημέρα εστί»): εδώ την αντικατέστησα στα αρχαία με δική μου, ελπίζω να στέκει…

Βρίσκω πρωτότυπο το εγχείρημα και πολύ πετυχημένη τη μεταγραφή στα αρχαία, καθώς ο Κουρτεσίδης φρόντισε να διασωθεί το μέτρο κι ο ρυθμός και τραγουδιέται μια χαρά!

Το καπηλειό

Η νύχτα είναι παγερή
Και λίγο ψιχαλίζει
Κι απ΄ την απέναντι γωνιά
Το καπηλειό φωτίζει

Κι ένας απένταρος μπεκρής
Έξω απ το ταβερνάκι
Συλλογισμένος κάθεται
Στο χαμηλό πορτάκι

Θέλει να μπει κι αυτός εκεί
Ν΄ αρχίσει και να πίνει
Μα είναι φτωχό το καπηλειό
Και βερεσέ δεν δίνει.

ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Κρυώδης αύτη η νύξ εστί
Ηρέμα τε ψακάζει,
Το καπηλείον δ΄ εκ μυχού
Του άντικρυς αυγάζει.

Οινόφλυξ τις δ΄ ανάργυρος
Έξω του καπηλείου
Κάθηται σύννους έμπροσθεν
Του χθαμαλού θυρίου.

Βούλεται γ΄ εισελθείν καυτός

  • οινοποσίας δείται -
    το καπηλείον δ΄ όν πτωχόν
    πίστωμα ου ποιείται.

#2

Έχει πολλή πλάκα (για μια μειοψηφία ατόμων με διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ) να διαβάζεις στίχους στ’ αρχαία με νεοελληνική μετρική!


(koutroufi) #3

Ωραίο!
Γκουγκλίζοντας βρίσκεται μεταφορά σε αρχαιοπρεπή γλώσσα του κλέφτικου “Του Κίτσου η μάνα κάθονταν” από τον Δ. Καμπούρογλου το 1870. Βρίσκεται στη συλλογή [=1&&stored_cclquery=creator%3D%28%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CF%85%2C+%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82+%CE%93%CF%81.%2C%29&skin=&rss=0&show_form=&export_method=none&display_mode=detail&ioffset=1&offset=6&number=1&keep_number=10&old_offset=1&search_help=detail"]“Εικόναι. Σατυρικαί Διατριβαί” και υπάρχει στην anemi](http://anemi.lib.uoc.gr/search/?dtab=m&search_type=simple&search_help=&display_mode=overview&wf_step=init&show_hidden=0&number=10&keep_number=10&cclterm1=&cclterm2=&cclterm3=&cclterm4=&cclterm5=&cclterm6=&cclterm7=&cclterm8=&cclfield1=&cclfield2=&cclfield3=&cclfield4=&cclfield5=&cclfield6=&cclfield7=&cclfield8=&cclop1=&cclop2=&cclop3=&cclop4=&cclop5=&cclop6=&cclop7=&isp=&display_help=0&offset=1&search_coll[metadata).
Οι πρώτοι στίχοι:
Του Κίτσου η μάνα κάθουνταν στην άκρη στο ποτάμι
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε κλπ
Μετάφραση:
Του Κίσσου η μήτηρ ‘κάθητο επ’ όχθης ποταμίου,
ήριζε τοίνυν μετ’ αυτού και το ελιθοβόλει κλπ κλπ.


#4

ποταμοίο. Είναι ένας πολύ-πολύ αρχαίος τύπος γενικής, τον βρίσκουμε στον Όμηρο και σε τέτοια κείμενα.

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 22:22 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 22:15 —

Μπα!! Το βρήκα στο πδφ και πράγματι ποταμίου λέει. Είχα μια πολύ παλιά σκονισμένη ανάμνηση ότι το είχα δει να το παραθέτει κάποιος και να λέει ποταμοίο.

Τέλος πάντων…


(alexcr) #5

ωραιο!
θα δοκιμασει καποιος ταλαντουχος να το μελοποιησει?


#6

Ήδη το έχει μελοποιήσει ο ταλαντούχος Μητσάκης (στη δημοτική)!


#7

Να προσθέσω, επίσης, ότι έχει υπάρξει και αντίστροφο, επίσης ενδιαφέρον, εγχείρημα: να μεταφραστούν/συμπληρωθούν σπαράγματα της Σαπφούς σε ρεμπέτικο ύφος και ήθος. Ο Ροβήρος Μανθούλης, σε κείμενό του («Scolia rebetika»), στο αφιέρωμα Ελληνικά Χρονικά/Chroniques Grecques: Les chants des Rebetes, Παρίσι, 1991, μεταξύ άλλων καταθέτει τη δική του πρόταση, επί του πώς θα μπορούσαν να αποδοθούν ή/και συμπληρωθούν αποσπάσματα, όπως τα παρακάτω, σε ρεμπέτικο στιλ :

θέλω τί τ’ εἴπην, ἀλλά με κωλύει
αἴδως …
αἰ δ’ ἦχες ἔσλων ἴμερον ἢ κάλων
καὶ μή τί τ’ εἴπην γλῶσσ’ ἐκύκα κάκον,
αἴδως †κέν σε οὐκ† ἦχεν ὄππα-
τ’ ἀλλ’ ἔλεγες †περὶ τὼ δικαίω†

ΑΛΚΑΙΟΣ
Κάτι λόγια θέλω να σου πω
αλλά κωλύομαι, Σαπφώ
Ντρέπομαι και δεν τολμάω
τη χυλόπιτα να φάω

ΣΑΠΦΩ
Αν είσʼ εντάξει κι αν είσαι μερακλής
αν τίμια γουστάρεις να μου ξηγηθείς
και δε σκοπεύεις όπως εχτές
να ξεστομίσεις ένα κάρο προστυχιές
τότε δεν θα ʽσουνα ο ντροπαλός Αλκαίος
κι ό,τι θα ʽλεγες, θα το ʽλεγες δικαίως

πόλλα καὶ τόδʼ ἔειπέ μοι·
ὤιμʼ ὠς δεῖνα πεπόνθαμεν,
Ψάπφʼ, ἦ μάν σʼ ἀέκοισʼ ἀπυλιμπάνω.

Αμάν, κακό που πάθαμε…
Ήμαρτον, ήμαρτον Σαπφώ
δεν είμαιʼ εγώ, στʼ ορκίζομαι
που θέλω να σʼ αφήσω.
Πονάω και οδύρομαι
που θα σʼ εγκαταλείψω.