Ρεμπέτικη φρασεολογία και άγνωστες λέξεις

Αλλη μια λέξη…

“Μπεζεστένι” τι θα πει;

“Μπεζεστένι” ήταν η σκεπασμένη αγορά για προϊόντα αξίας.
Αρχικά, μπεζεστένι ήταν η αγορά υφασμάτων.
Ο όρος προέρχεται από την περσική λέξη «bez» που σημαίνει βαμβακερό ή λινό ύφασμα και «bezzaz» που είναι ο έμπορος υφασμάτων.
Η λέξη απαντά και στα τουρκικά.
Επειδή όμως στο μπεζεστένι πωλούνταν εκτός από υφάσματα και άλλα πολύτιμα εισαγόμενα ή και ντόπια εμπορεύματα, όπως κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, μπεζεστένι ήταν και ο χώρος φύλαξης και αποθήκευσης πολύτιμων λίθων και ειδών από κεχριμπάρι ή άλλων σημαντικών εμπορευμάτων.

Απ΄ο,τι βλέπω εχουν συγκεντρωθεί πολλές λέξεις και φράσεις ιδιωματικές που συνανταμε στα ρεμπέτικα τραγούδια.
Υπαρχει τρόπος να μπουν με αλφαβητική σειρα, σαν γλωσσάρι;
Πολλοί γνωστοί μου διαβάζουν τη συγκεκριμένη στήλη και πράγματι έχει τη μεγαλύτερη αναγνωστικότητα.:slight_smile:

“Μπιρ Αλλάχ”.
Τι να σημαίνει η πρωτη λέξη;

Αλλάχ, μπιρ μπιρ Αλλάχ : ένας είναι ο θεός, ο Αλλάχ (:wink:

“Μπιρ Αλλάχ” σημαίνει “ζήτω ο Αλλάχ” ή “δόξα στον Αλλάχ”.

bir σύμφωνα με το λεξικό μου σημαίνει ένας, μία.

Διορθώνω κι εγώ, λοιπόν.

(Την ερμηνεία “δόξα στον Αλλάχ” ή “ζήτω ο Αλλάχ” την έχω βρει σε γλωσσάρι λογοτεχνικού βιβλίου, αλλά και στη “Ρεμπέτικη Ανθολογία” του Σχορέλη).

Ίσος χρειάζεται θεολογική ερμηνεία. Έρευνα, που βασίζεται η μεταφορά > ένας > δόξα…

από έναν Τούρκο ξέρω ότι στο τραγούδι αυτό σημαίνει “μόνο ένας θεός υπάρχει” ή Αλλάχ είναι ο μόναδικός". Δεν ξέρω βέβαια την τουρκική ορθογραφία, όταν εμείς γράφουμε για παράδειγμα για τον
Pir Sultan Abdal η λέξη μιλάει για έναν θρησκευτικό αρχιγό. Νίκο, για τις σημειώσεις μου θα ήθελα να σε ρωτήσω αν η ελληνική λέξη “μπιρ” είναι ίδια με τη λέξη “pir”?

Μάρθα, δεν ξέρω τουρκικά. Στο λεξικό μου βρήκα τη λέξη bir ως “ένας, μία” και με εντυπωσιακά πολλά παραδείγματα χρήσεως της λέξης σε εκφράσεις και στερεότυπα. Υπάρχει και η λέξη pir που αποδίδεται ως “γέροντας” αλλά και “ιδρυτής δερβίσικου τάγματος” (μήπως αυτός που αναφέρεις;). Δεν έχω ακόμα βρή άκρη για τους κανόνες προφοράς του b- και του p-, για παράδειγμα η λέξη biber (πιπέρι), προφανώς δάνειο από τα ελληνικά, θα περίμενα να προφέρεται “πιπέρ” αλλά μου λένε Τούρκοι ότι “μπιμπέρ” προφέρεται. Και στο γνωστό ανέκδοτο με τον Πόντιο, στην ερώτηση του σερβιτόρου “τι θα πάρετε” απαντάει ο Πόντιος “πύρα”. Στην έκπληξη του σερβιτόρου “μα ακόμα δεν πήρατε κάτι” ο Πόντιος διευκρινίζει “Έ, (μ)πύρα θα πάρω, σε λέγω!”. Στα ελληνικά δεν υπάρχει λέξη “μπιρ” ή “πιρ”, ως ξένη λέξη τη βλέπουμε.

Και κάτι ακόμα: όταν ο Σταμούλης λέει “όταν θα πή το Μπιρ Αλλάχ”, έχει προηγουμένως αναφέρει “σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί” δηλαδή αναφέρεται σαφώς στην αναφώνηση που γίνεται από τον μιναρέ.

ταιριάζει…ευχαριστώ πολύ

Μερικές ακόμα λέξεις για παρατηρήσεις και διορθώσεις.

Δραγουμάνος: ο διερμηνέας, ο μεταφραστής (άτομο συνήθως μη τουρκικής καταγωγής που ζούσε στην αυλή του Σουλτάνου.

Για(ν)γκίνι: καταστροφή, μεγάλη φωτιά, θεομηνία, αλλά και μεγάλο πάθος.

Τουμπεκί: φύλλο καπνού ψιλοκομμένο.
Επειδή όσοι απολάμβαναν το κάπνισμα δε γινόταν έτσι κι αλλιώς να μιλήσουν, η φράση: «κάνε τουμπεκί» σήμαινε «κάνε ησυχία». «μη μιλάς».

Ματσαράγκα: απάτη, κατεργαριά, λοβιτούρα.
Ματσαράγκας: ο απατεώνας.

Μαγκιόρος: μερακλής, εξαιρετικός, ξεχωριστός.

Μαρ(γ)ιόλος: πονηρός, απατεώνας, καταφερτζής, παιχνιδιάρης
Μαρ(γ)ιολιά: πονηριά, τέχνασμα

Γιούσερ: είδος μαύρου κοραλλιού, φυτού που αναπτύσσεται στο βάθος της θάλασσας, με το οποίο κατασκευάζονται είδη διακόσμησης.

Βλάμης και βλάμισσα: αδελφοποιτός, κάποιος που θεωρούμε άξιο για αδελφό μας, στενό φίλο, γενναίος, λεβέντης, ασίκης.

Και μια ερώτηση.
Τι σημαίνει “σπαχάνι”;

Το σπαχάνι είναι σπέσιαλ τύπος πέρσικου τουμπεκίου με άρωμα δυόσμου

O πατέρας
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος

“Ηφέρνανε κάθε τόσο στη Λέσχη των Κυνηγών όπου ο πατέρας μου ήτανε μπουφετζής, ένα μεγάλο σακκί φίνου Περσικού Τουμπεκιού, του οποίου τα φύλλα μυριστικά και αφράτα πρέπει να ήτανε το καθένα 60 εκατοστά. Τα φύλλα ήτανε όμορφα συγυρισμένα μέσα σε χοντρό βαμβακερό σακκί, το οποίο πάλι ήτανε μέσα σε άλλο από λινάτσα για προφύλαξη. Έπαιρνε ο πατέρας δυο τρία πλατειά φύλλα τουμπεκιού (καπνός ήτανε) τα τύλιγε με προσοχή και τάκοβε σε λουρίδες τεχνικά, άλλες στενώτερες κι άλλες φαρδύτερες ώσαμε ένα χοντρό δάχτυλο. Διατηρούσε το κομμένο τουμπεκί μέσα σ’ ένα συρτάρι κι άπλωνε απάνω του ένα βρεμμένο πανί για να κρατιέται φρέσκο και να μην ξεραίνεται. Όταν ήθελε να φτειάξη το λουλά του ναργκιλέ τοποθετούσε τις λεπτές λουρίδες του τουμπεκιού απάνω στο λουλά ανάλαφρα κι έπειτα τύλιγε το κεφάλι του λουλά με μια πλατειά λουρίδα τουμπεκιού σαν κολλάρο. Με ένα σύρμα σαν βελόνη πλεξίματος τρύπαγε το τουμπεκί για να ελευθερώσει τις τρύπες του λουλά και κατόπιν μπουσκιούρντιζε το τουμπεκί του λουλά ―το ράντιζε― με νερό που τόβαζε στο στόμα του. Kι απάνω στο τουμπεκί ήβαζε τα κάρβουνα.”

[COLOR=blue]http://www.snhell.gr/testimonies/content.asp?id=338&author_id=113[/COLOR]

Με πληροφορούν πως το σπαχάνι είναι παραφθορά της λέξης Ισπαχάν, άρα σπαχάνι είναι ένας τύπος τουμπεκί από την Περσία (Ισπαχάν).

Επίσης, μεταφέρω ένα αίτημα να αναφερθούν στη ρεμπέτικη φρασεολογία και οι “δρόμοι” του ρεμπέτικου.

Παρατηρήσεις στο τελευταίο μήνυμα της Ελένης:

Η αρχική σημασία της λέξης γιαγκίνι (προφέρεται πραγματικά γιανγκίνι) είναι ακριβώς πυρκαϊά. Καταστροφή, θεομηνία, μεγάλο πάθος έρχονται ως δευτερογενείς ερμηνείες.

Τουμπεκί (ταμπάκο αν θέλετε) είναι γενικά ο καπνός. Όχι ψιλοκομμένος αλλά, όπως παραθέτει ο Ζαμπέλης, ολόκληρο το φύλλο. Στον τεκέ, το τσιράκι του τεκετζή ανελάμβανε, καθισμένος στη γωνιά του, να τον ψιλοκόψει (αφού προηγουμένως τον είχε πλύνει κάπου έξω) και δεχόταν και παρατηρήσεις όταν τόλμαγε (ως μη όφειλε) να πάρει μέρος στη συζήτηση των θαμώνων: «εσύ, τουμπεκί ψιλοκομμένο…»

Η αρχική σημασία του «μαγκιώρος» είναι «μεγάλος, δυνατός» (majoro). Οι ναυτικοί, μαγκιώρα λένε την κυρίως άγκυρα του σκάφους και «σάλπα – φούντα» τη μικρή, βοηθητική, που εύκολα σαλπάρεται (σηκώνεται) και φουντάρεται (ρίχνεται). Μαγκιώρο είναι και το πρυμνιό πανί, όταν έχουμε μόνο δύο πανιά, ως μεγαλύτερο από το φλόκο.

Μαργιολιά αρχικά σημαίνει μαγεία και η μαργιόλα είναι η μάγισσα. Συχνά βλέπουμε αυτή τη σημασία της λέξης σε στίχους ρεμπέτικων (και άλλων).

Το σπαχάνι είναι καπνός περσικός, όπως και ο Δανός λέει. Ισπαχάν ή Ισφαχάν είναι άλλη ονομασία της Περσίας. Τη μυρωδιά του την αγνοώ.

Εννοώ βεβαίως το πρώτο από τα δύο τελευταία μηνύματα της Ελένης.

[Θα παρακαλέσω τον Πάνο ή όποιον άλλον μπορεί, απλά να διαγράψει το post , αν δεν επιδέχεται συμμαζέματος…] :230:

Δρόμος “Χιτζάζ” (πλάγιος Β΄)

Σχηματίζεται ως εξής:
Παίρνουμε σαν βάση (τονική) την 5η βαθμίδα μιας Μινόρε (ελάσσονος) κλίμακας και σχηματίζουμε μια νέα κλίμακα με τις ίδιες ακριβώς αλλοιώσεις που έχει η αρχική μας Μινόρε.
Π.χ. παίρνουμε την κλίμακα ΛΑ Μινόρε (αρμονική) που έχει υψωμένη την 7η βαθμίδα, ανιούσα και κατιούσα.
Την 5η της ΛΑ, δηλαδή τη ΜΙ, την παίρνουμε σαν βάση και σχηματίζουμε έτσι τη ΜΙ Χιτζάζ.

Σχηματίζεται με την εξής σειρά:
Ημιτόνιο - 3ημιτόνιο - Ημιτόνιο - Τόνος - Ημιτόνιο - Τόνος - Τόνος.

Ελένη, ο ήχος πλάγιος Β’ είναι διαφορετική μουσική οντότητα από τον φουκαρά τον “Χιτζάζ”. Τα έχουμε πει και παλιότερα. Διαδίδεται ακόμη - μεταξύ άλλων - ότι “Ραστ” = πλάγιος Δ’ και άλλα τέτοια. Αυτές οι αντιστοιχίες είναι παραπλανητικές και να με συγχωρείς για την έκφραση. Δεν είναι τυχαίο ότι τις ξεκίνησε ο αγαπητός πλην άσχετος από μουσική Ηλίας Πετρόπουλος.

Κυκλοφορούν πλέον πολλά και καλά βιβλία για τα θεωρητικά της ΒΜ, αν και φοβούμαι ότι θα αποδειχθούν άχρηστα χωρίς τις απαραίτητες ηχητικές εμπειρίες που προσφέρει μια τάξη διδασκαλίας. Οποιος θέλει να αποκτήσει πραγματική εικόνα των ήχων της ΒΜ καλό είναι να πάει λίγους μήνες σε δάσκαλο. Νομίζω πως έτσι θα γίνει πολύ πλούσιο το αυτί του και θα αντιληφθεί διαφορές και συγγένειες των σύγχρονων λαϊκών δρόμων με τους ήχους της ΒΜ.

Απαντα τα υπόλοιπα στο posting σου, έτσι γρήγορα όπως τα διάβασα, είναι σωστά και κατανοητά.
Γιατί ζητάς να στο διαγράψουν οι διαχειριστές;

Μα κι εγώ άσχετη με τη μουσική είμαι.

Αλλά, για να μην παραπλανούμε κανένα, ας τονίσω πως ο Πλάγιος Β΄δεν ταυτίζεται με τον Χιτζάζ, απλά αντιστοιχεί σ΄αυτόν.

Εξάλλου, κι ο Χιτζάζ, όπως και οι άλλοι “δρόμοι”, μεταφέρεται όπως τον αποδίδουμε, στη συγκερασμένη εκδοχή του.