Προτάσεις για νέα λήμματα: ζεφκλής, Μορτάκια, Φασουλάς, Τσαρμάδου

ζεφκλής= μερακλής, γλεντζές, καλαίσθητος, απολαυστικός.

ζέφκι= απόλαυση, κέφι, αναγάλιασμα, καλαισθησία, γούστο, μεράκι.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Αθηναίος σεβνταλής» (1931)

Στ., μουσ. : Δραγάτσης

Ερμην.: Κασιμάτης

«…είμαι ντερτλής, είμαι ζεφκλής…»

[ΕΤΥΜΟΛ.< τουρκ. zevk].

Από το ίδιο τραγούδι:
Μορτακιώτισσα , κάτοικος της συνοικίας Μορτάκια [ή Λυγαριά ή Πτωχοδοχείον]

Συνοικία της Σμύρνης, δημιουργήθηκε αρχικά σε έκταση που παραχωρήθηκε από ιδιώτη, το 1838, ως λοιμοκαθαρτήριο, για στέγαση και θεραπεία ασθενών από πανώλη. Τους μετέφεραν εκεί οι Μόρτηδες (γνωστοί και στην Ελλάδα) όσοι δηλαδή είχαν επιβιώσει από τη επιδημία αυτή.
Μετά την επιδημία, εγκαταστάθηκαν εκεί άπορες χριστιανικές και εβραϊκές οικογένειες. μετά το 1845 και πυρόπληκτοι από τις γύρω περιοχές, με αποτέλεσμα, στα τέλη του 19ου αιώνα να έχει 2.500 κατοίκους.
Η ονομασία της συνοικίας παρέμεινε, παρά την αλλαγή του πληθυσμού και των συνθηκών ζωής.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Αθηναίος σεβνταλής» (1931)

Στ., μουσ. : Δραγάτσης

Ερμην.: Κασιμάτης

«…σπάω σεβντά με τις Σμυρνιές
τις Μορτακιώτισσες που λες…»

Και στο παραδοσιακό:
“…πήρε φωτιά το Κορδελιό
καίγονται τα Μορτάκια…”

"…και με τις Τσαρμαδιώτισσες
και με τις Φασουλιώτισσες…"

Ο Φασουλάς είναι επίσης συνοικία της Σμύρνης, βόρεια του Φραγκομαχαλά, αμιγώς ελληνική, φημισμένη και για τους νταήδες / παλικαράδες/ καβγατζήδες της και για τα πολυάριθμα μαγαζιά μεγάλης ποικιλίας τροφίμων που διέθετε.

Τσαρμάδου, επίσης συνοικία της Σμύρνης, γνωστή για τους τεχνίτες της, κυρίως μηχανουργούς και ως αγορά εργαλείων.

2 «Μου αρέσει»

Το σπάω πλάκα, πότε θα έρθει;

Μια που μιλάμε για “ζεφκλή”, στην ετυμολογία να προστεθεί: zevkehli: μερακλής/καλοπερασάκιας

1 «Μου αρέσει»

Ή και ενδοελληνικώς, κατευθείαν από το ζέφκι.

Μήπως το «σπάω» από μόνο του; Υπάρχει μια ειδική χρήση του ρήματος, σύμφωνα με την οποία σπάμε όχι μόνο πλάκα (που δεν ξέρω αν απαντά στα τραγούδια) αλλά και κέφι, νταλκαδάκι, σεβντά κλπ. Αν τα λημματογραφήσουμε όλα αυτά, αύριο θα εμφανιστεί κάποιο καινούργιο παρόμοιο που μας είχε διαφύγει, και δε θα ‘χει τελειωμό το πράγμα. Ενώ σ’ όλες αυτές τις εκφράσεις το ουσιαστικό σημαίνει αυτό που σημαίνει πάντα. Μόνο το ρήμα αλλάζει σημασία. Άρα μάλλον η έκφραση είναι «σπάω ___» γενικώς.