Ποντιακό Repertoire

Μάρθα, σε πρώτη ευκαιρία θα μιλήσω με τον Ali Fuat Aydin που μου το έστειλε. Η εντύπωσή μου είναι ότι, όσο περίεργο και αν φαίνεται, οι δύο / τρείς χορευτές είναι μάλλον επηρρεασμένοι από τον ελληνικό ζεϊμπέκικο του 20ού αιώνα (όχι βέβαια αυτόν που χορεύεται στα σκυλάδικα και τις ντισκοτέκ σήμερα) παρά από τις δικές τους αυστηρές ζεϊμπέκικες παραδόσεις. Όσα βίντεο έχω δεί με καρατσεκαρισμένα γνήσιες εκτελέσεις του χορού από Τούρκους (όχι τις χορογραφημένες, φυσικά) έχουν διαφορετικό ύφος, πολύ πιο αργό, συγκρατημένα “αντρικό” και ατομοκεντρικό, σε σημείο που οι ζουρνάδες και τα νταούλια να «σταματάνε» το ρυθμό όταν ο χορευτής «το ζητάει» με το χορό του. Πρέπει να τα δής και εσύ αυτά τα βίντεο. Έλα στην Ύδρα τον Οκτώβριο, σίγουρα ο Ali Fuat θα έχει αρκετά στο laptop του.

Νίκο πραγματικά πολύ ενδιαφέρον το βίντεο! Μήπως πρόκειται γιά επαγγελματίες πλανόδιους μουσικούς; Δυστυχώς δεν φαίνεται καλά, αλλά έχω την εντύπωση ότι κάποιοι περαστικοί τους πετάνε λεφτά (χαρτούρα)!
Ο χορός μοιάζει πράγματι με το δικό μας ζειμπέκικο αλλά δεν κατάφερα να το μετρήσω σαν τέτοιο. Ο ρυθμός πρέπει να έιναι τετράσημος. Κάνω λάθος;

ΡΕ Μινόρε το πιο πάνω άσμα είναι απτάλικο. Δεν είναι καρσιλαμάς αλλά δεν απαγορεύεται κιόλας να το χορέψεις αντικρυστά, αν σου κάνει κέφι και βρεις συνχορευτή :slight_smile:

Στην εργασία που μας παράθεσε τις προάλλες ο Μυστακίδης, στις σελίδες 27 και 28 ο Γιώργος Ευαγγέλου δίνει τον τονισμό των δυο ρυθμών:

Ο ρυθμός στην αρχή είναι κλασικός εννεάσημος, τονισμένος 2 2 2 3, όπως το «δικό μας» καμηλιέρικο δηλαδή αλλά πιο αργό. Από κάποια στιγμή και μετά, το γυρίζουν πράγματι στο (τετράσημο) τσιφτετέλι και είναι χαρακτηριστικό πώς οι κινήσεις του σώματος των χορευτών αμέσως αλλάζουν και προσαρμόζονται ανάλογα. Τη χαρτούρα εγώ δεν την πρόσεξα. Άρα και αυτό προς συζήτησιν με τον αποστείλαντα, μαζί με το ερώτημα αν συνηθίζεται συχνά, από ζεϊμπέκικο να γυρνάει τσιφτετέλι. Γιατί όχι, όμως; Όλα παίζουν.

Με τη θεωρία της μουσικής είμαι …τσακωμένος. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι το κομμάτι στο βίντεο απέχει παρασάγγας από το ζεϊμπέκικο. Σαν ρυθμός, γιατί σαν χορός έχουν δει πολλά τα ματάκια μας.
Και για την παραπάνω συζήτηση έχω τις διαφωνίες μου. Ναι, μπορεί να μοιάζουν τα ζεϊμπεκικα με τους καρσιλαμάδες, αφού έχουν το ίδιο μέτρημα. Σαν χορός όμως έχουν ακριβώς αυτή τη διαφορά που συζητάμε: Ο ζεϊμπέκικος είναι μοναχικός χορός. Αρα δε χορεύεται ούτα αντικριστός ούτε …πλάτη-πλάτη. Οσο για τα περί γούστου… Αν γουστάρεις λέει να το χορέψεις αντικριστό με παρέα γίνεται. Και το κινητό σου άμα γουστάρεις μπορείς να το πετάξεις στο κεφάλι της πεθεράς σου, αλλά δεν το φτιάξανε γι’ αυτή τη χρήση.

Να συμφιλιωθείς Άρη, καλό θα σου κάνει. Ο ρυθμός 2223 δεν σου κάνει για κλασικός ζεϊμπέκικος, έστω απτάλικος; Για το κινητό βεβαίως έχεις απόλυτο δίκιο.

Υ. Γ. Και τα ψάρια άλλωστε, σε κάποια θεωρία βασίζονται. Αλλοιώς, θα ήταν καταδικασμένα να κινούνται αενάως, σαν το σκυλόψαρο, μη διαθέτοντας βράγχια.

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Λίγες φορές που το έχω ζήσει πραγματικά εκστασιάζεσαι. Χωρίς να το θέλεις τα πόδια σου κινούνται μόνα τους.

Στην Ουγγαρία λένε> “όποιος θέλει να είναι τουλουμτζής πρώτα να κάνει μια μετάβαση στην κόλαση, μετά να βρει το σωστό παίξιμο”. Γιατί η Ελλάδα ισχύει ότι ήταν μια ποινμενική κοινωνία και γι’ αυτό αυτό το όργανο ήρθε τόσο νωρίς στην Ελλάδα όπως έχει αναφέρει ο Νίκος, υπόπτομαι ότι στην αρχή δεν ήταν επαγγελματίες αυτοί που έπαιζαν αυτό το όργανο όπως στις άλλες χώρες, αλλά μάλλον δεν το ξέρουμε ποτέ…

Τώρα στο ζειμπέκικο>
γιατί δυστυχώς δεν μπορώ να πάω στην Υδρα (χρόνια το επιθυμώ) θα ήθελα να ρωτήσω τι ακριβως σημαίνει που ο χορευτής “το ζητάει” να “σταματάνε” οι ζουρνάδες και τα νταούλια το ρυθμό. Πολύ ενδιαφέρομαι να το μάθω!!!

Επίσης τώρα ταιριάζει ένα ζήτημα και που δεν βρήκα απάντηση που με ικανοποιεί μέχρι τώρα>
Εγώ δεν είδα ποτέ μια πηγή που μιλάει καθαρά για το πράγμα που ένας χορευτής Έλληνας πριν το 1922 έχει χορέψει τον ζειμπέκικο ατομικό. Όλες οι πηγες που διάβασα εγώ είναι γραμμένες μετά το 1922 ή ακόμα πάρα πολύ αργότερα σ’ ένα περίοδο που ο ατομικός χορός είχε καθιερωθεί. Γι’ αυτό αναρωτιέμαι αν ίσως είναι ένας μεγάλος μύθος ότι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έχουν χορέψει τον ζειμπέκικο μοναχικά. Αυτό το ζήτημα είναι το μεγάλο αίνιγμα για μένα και θα χαιρόμουνα πολύ να μάθω αν τελικά υπάρχουν σχετικές πηγές (φωτογραφίες ή γραπτές πηγές?

Ουγγαρία – κόλαση: και εδώ έχουμε παρόμοια παράδοση: στην Κρήτη, για να μάθει καλά τη λύρα κάποιος, πρέπει να στηθεί νύχτα σε ένα ερημικό σταυροδρόμι να περιμένει τις νεράϊδες που θα έρθουν (από τον κάτω κόσμο), ακούγοντας τη λύρα του, και θα του μάθουν πώς να παίζει καλύτερα. Γιαυτό έλεγαν για ένα καλό λυράρη –ε, τι θαρρείτε, αυτός τη λύρα την έμαθε στο σταυροδρόμι.

Ο χορευτής του ζεϊμπέκικου φροντίζει, όταν σηκώνει ένα πόδι να το πατήσει κάτω τη στιγμή «της μπότας», δηλαδή σε ένα ισχυρό χτύπημα του μέτρου. Μπορεί όμως να θελήσει να σταθεί στο ένα πόδι για περισσότερη ώρα. Τότε οι μουσικοί κρατάνε το ρυθμό, δεν χτυπάνε μπότα παρακολουθώντας την κίνηση του χορευτή, ώστε τη στιγμή που είναι έτοιμος να ξαναπατήσει στη γή, να χτυπήσουν το ρυθμό και να συνεχίσουν. Άν δεν το δείς, δύσκολα θα το καταλάβεις.

Πραγματικά, ελάχιστες μαρτυρίες έχουμε για τη διάδοση ή όχι του ομαδικού ζεϊμπέκικου. Μας τα έχουν μπερδέψει και οι Τούρκοι με τις χορογραφίες τους, που δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι γνήσιο και τι μαθημένο στο σχολείο. Στη Μυτιλήνη χορεύεται ομαδικός ζεϊμπέκικος, ή κατά ζεύγη, αλλά και εκεί δεν ξέρουμε πότε επεκράτησε.

Η γκάϊντα ήταν το όργανο των βοσκών, του ποιμενικού χώρου γενικά, και η τσαμπούνα συνδέθηκε με τους ψαράδες, καθότι περισσότερο νησιωτική.
Τα τελευταία 5 χρόνια οργανώνονται Συναντήσεις Λαϊκών Πνευστών κάθε φορά σε διαφορετικό Κυκλαδονήσι, πολύτιμες ιδιαίτερα, καθώς σμίγουν το χαρακτηριστικό παίξιμο του κάθε τσαμπουνιέρη, οι διαφορετικές ερμηνείες ρυθμών, η μεγάλη ποικιλία των σκοπών και ρυθμών από τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία του κάθε νησιού, αλλά και παίκτη.
Και βέβαια, και για τη νεότερη γενιά είναι μια ευκαιρία να έρθει κοντά στην παράδοση, μια και στα σημερινά παραδοσιακά γλέντια και στα νησιά, σπάνια πια να ακουστεί η τσαμπούνα.

Ξέρω πως “σκίζω” το τόπικ αλλά ποιά είναι ακριβώς η διαφορά της γκάιντας με την τσαμπούνα. Απ’ ότι είδα σε φωτογραφίες μοιάζουν να είναι ίδια όργανα.

Και πάλι σόρρυ για το όφ (σε άπταιστα e-Ελληνικά))

Η διαφορά είναι στα δυο “μπιμπίκια”, τους αυλούς, που στη γκάϊντα είναι τοποθετημένα μακριά το ένα από το άλλο.
Και στον ασκό με τον οποίο κατασκευάζεται η γκάιντα που είναι μεγαλύτερος από της τσαμπούνας.

φαίνεται ότι τα νησιώτικα ερίφια ήταν πάντα πιο αδύνατα από τα ορεινά! :019:

Ευχαριστώ Ελένη

Νομίζω ότι αυτά που λένε στην Κρήτη δεν σημαίνει το ίδιο σαν στην Ουγγαρία. Κατά τη γνώμη μου στην Κρήτη έχει σχέση με το μύθο (που λέει παντού στον κόσμο ότι η μουσική γεννήθηκε από το νερό) και τι είναι καλή ή ωραία μουσική, ενώ η έκφραση από την Ουγγαρία σημαίνει ότι πρόκειται για ένα όργανο “του διάβολου”, δηλαδή πρέπει να παίζεται με αυτόν τον τρόπο που αρέσει σ’ αυτούς που βρίσκονται στην κόλαση, σ’ αυτούς που δεν είναι “άγιοι”, αλλά γι’ αυτούς που δεν είναι φρόνιμοι, για τους απλούς, για τους φτωχούς.

Νίκο, χαίρομαι γι’ αυτά που έγραψες για τους ζειμπέκηδεσ.

Παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει τον Αύγουστο του 2006 στην Γέργερη Ηρακλείου.
Αφορούσε συνάντηση με παραδοσιακά πνευστά από την Πάρο, την Κάλυμνο, την Κάρπαθο και την Κρήτη. Κυκλοφορεί και σχετικό μουσικό cd από το Δήμο Ρούβα με τίτλο «Τσαμπούνες του Αιγαίου».
Μια σπάνια ίσως δισκογραφική καταγραφή με αυθεντικούς λαϊκούς μουσικούς των παραπάνω περιοχών.

Υ.Γ. Υπάρχει site με περισσότερα και ενδιαφέροντα στοιχεία (ονόματα καλλιτεχνών, τραγούδια κλπ) για τη δουλειά αυτή, αλλά δεν το παρέθεσα γιατί είναι από eshop και δεν γνώριζα αν επιτρέπεται στο φόρουμ.

Υπάρχει και φόρουμ σχετικό με τις τσαμπούνες κλπ. Βάλτε σε ψαχτήρι τις λέξεις αερόφωνα φόρουμ και θα το βρήτε.

Θα συμφωνήσω βέβαια πλήρως σε ό,τι αφορά τις ατέρμονες συζητήσεις, αλλά προηγουμένως πρέπει να βροντοφωνάξουμε ότι όχι, δεν είναι Πυρρίχιος η Σέρα, τόσο πολύ ώστε να το καταλάβουν οι κάποιοι χοροδιδάσκαλοι! (που δεν θα το καταλάβουν…)

Ο δίσκος:

Αρκετά από αυτά (μπορεί και όλα) υπάρχουν στο ΥΤ, και βρίσκονται με αναζήτηση «Pontus Şarkıları Kalan Müzik». Ενδεικτικά: Τη Τρίχας το γεφύρι.

Καταπώς όλα δείχνουν, πρόκειται για το ποντιακό μέρος των περίφημων ηχογραφήσεων Μερλιέ το 1930. Έχουν βγει και σε ελληνική έκδοση από το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ:

Πράγματι, υπάρχουν διαφορές από το ποντιακό ύφος που ξέρουμε σήμερα. Και πώς να μην υπήρχαν δηλαδή!


Τώρα το μαθαίνω ότι είχε κάνει τέτοια διατριβή ο Κρ. Άρενς! Όταν έκανα τη δική μου διατριβή για την τσαμπούνα (παρουσιάστηκε προ 5ετίας) είχα υπόψη μου μόνο ένα σύντομο άρθρο του για την πολυφωνία στο τουλούμ, όπως λένε την τσαμπούνα οιΠόντιοι. Βέβαια το άρθρο ήταν και στα αγγλικά, ενώ γερμανικά δεν ξέρω, αλλά το να υπάρχει ολόκληρη διατριβή για θέμα τόσο σχετικό με το δικό μου είναι πραγματικά ασυγχώρητο να μην το ξέρω. Αν την έβρισκα εγκαίρως, με κάποιο τρόπο θα την είχα διαβάσει έστω και από γερμανικά.

1 Like

Φαίνεται ότι κάπου επικεντρώθηκαν οι απαντήσεις στο ελληνικα ή τούρκικα ενώ τα καθαρά ποντιακά στην εργασία αυτή θεωρούνται δική τους κατηγορία. Και από ελληνικής άποψης δε νομίζω να αμφισβητεί κανείς ότι η ποντιακή μουσική είναι δική της κατηγορία, με αρκετές διαφορες από τις τοπικές μουσικές της Ελλάδας.

Επειδή επανήλθε και το άλλο παλιό θέμα με τους δασκάλους, που νομίζω αναφέρεται στους δασκάλους μετά την ανταλλαγή, ξέρουμε τίποτε για τους δασκάλους σαν «εισαγωγείς» χορών/μουσικής από την Ελλάδα στον Πόντο πριν τον πόλεμο; Επειδή βλέπω ότι π.χ. ο Γερμανός Καραβαγγέλης μετά την Καστοριά ήταν μητροπολίτης Αμάσειας όπου ίδρυσε γυμνάσιο και δημοτικά σχολεία.

Και εδώ είχαμε κάποια παρόμοια συζήτηση, για καλαματιανό στην Κάλυμνο…