ποιο ήταν το τραγουδι

Σήμερα 23/3/2013 στην εκπομπη της ΕΤ3 “ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΥΛΗ ΜΑΓΙΚΗ” με θεμα τον μπαγλαμα, ακουστηκε ενα τραγουδι που το τραγουδησαν δυο αδερφια (μπαγλαμας - φωνη) που οι στοιχοι του ξεκινούσαν με μια αναφορα στη λέξη “μηχανές”, ή “μηχανή” ή κατι τετοιο. Εχει κανεις υπ όψη του ποιο ήταν το τραγουδι.

Αντρέα αν λες το τραγούδι που έκλεισε η εκπομπή είναι το “Μηχανικός στη μηχανή” ενα εξαιρετικό τραγουδι του Γ. Μπάτη

Ακριβώς αυτο. Χίλια ευχαριστώ. Ειχε φαει κόλλημα το μυαλό μου.

Το οποίο -πρώτη φορά μου περνάει αυτή η σκέψη- πιθανότατα σημαίνει “δύτης με το σκάφανδρο”. Κλασική λέξη των σφουγγαράδων (θυμηθείτε και τον καλύμνικο χορό “του μηχανικού”). Ο Μπάτης έχει γράψει κι άλλο τραγούδι για τους σφουγγαράδες.

Το τραγούδι “Μηχανικός στη μηχανή” ή “Θερμαστής” (*) αναφέρεται στο επάγγελμα του Θερμαστή, γνωστό και από αρκετές αναφορές σ’ αυτό, στην ποίηση του Καββαδία.

Ο θερμαστής δεν φοράει σκάφανδρο, δεν είναι δύτης, άλλωστε πώς θα πάλευε με 6 φωτιές φορώντας σκάφανδρο;
Θα τον εμπόδιζε στις κινήσεις του, οι οποίες έπρεπε να γίνονται γρήγορα και εξάλλου δεν του χρειαζόταν τέτοια στολή.

  • Αν βέβαια μιλάμε γι’ αυτό το τραγούδι, γιατί δεν την είδα την εκπομπή.

Έτσι, ακριβώς. Ο στίχος είναι λεπτομερέστατος: Μηχανικός στη μηχανή, ναύτης στο τιμόνι (στη γέφυρα, βεβαίως), θερμαστής στο στόκολο τροφοδοτώντας τις (όσες) φωτιές στα καζάνια με κομμάτια κάρβουνο, που τα σπάει και τα διαμορφώνει με τη ρασκέτα και το λοστό. Σαφής αναφορά σε ποντοπόρο φορτηγό ατμόπλοιο, όχι σε σφουγγαράδικο καΐκι, που μάλιστα κατευθύνεται πολύ συγκεκριμένα στο Κάρντιφ της Αγγλίας, περνώντας από τον (συνήθως τρικυμισμένο) Βισκαϊκό κόλπο (Biskaya bay ή σκέτα bay για τους έμπειρους ναυτικούς). Ο Μηχανικός των σφουγγαράδων είναι πολύ διαφορετικός: χειρίζεται το μηχάνημα που στέλνει αέρα στο σκάφανδρο, την “καταδυτική μηχανή”. Ήταν πάνω στο σκάφος, στέλνοντας αέρα στο δύτη μέσα από το “μαρκούτσι”, το σωλήνα που έστελνε τον αέρα στο σκάφανδρο.

1 Like

Μηχανικός στη μηχανή είναι ένα πρόσωπο. Ναύτης στο τιμόνι είναι ένα δεύτερο. Ο θερμαστής είναι το τρίτο και σημαντικότερο, εκείνο στο οποίο είναι αφιερωμένο το τραγούδι. Κλασικό τριαδικό σχήμα, από την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, των παραμυθιών κλπ. (ακόμη και των ανεκδότων σήμερα), όπου τα δύο πρώτα πρόσωπα δεν εξυπηρετούν παρά ως προετοιμασία για την εμφάνιση του τρίτου. Ασφαλώς και δεν παλεύει με τις φωτιές ντυμένος με της μηχανής το φόρεμα!! Μπορεί τελικά να είναι ο κανονικός μηχανικός του πλοίου, αλλά και πάλι δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον θερμαστή, μην μπερδευόμαστε.

Ναι, αλλά με σκάφανδρο δεν έχει καμιά σχέση ούτε αναφέρεται σε δύτες.

Όπως λέει και ο Νίκος, ο Μπάτης αναφέρεται σε ποντοπόρο φορτηγό ατμόπλοιο, όχι σε σφουγγαράδικο καΐκι.

Μα δεν αναφέρεται -πάντως όχι αναλυτικά- ούτε σε μη-δύτες!! Από τους τρεις του πληρώματος που αναφέρει, μόνο για το θερμαστή λέει κάτι παραπάνω εκτός από την ίδια τη λέξη.

Εδά, μάλιστα! Αυτό μπορώ να το δεχτώ ως πειστικό επιχείρημα. Δεν ήξερα ποιος κόλπος είναι το «Μπέι», και το ότι τα σφουγγαράδικα είναι καΐκια μού είχε, ομολογώ, διαφύγει. Σωστό το τελικό πόιντ σας, Ελένη και Νίκο, όχι όμως και όλη η επιχειρηματολογία που το στηρίζει. (Σόρι για τη σχολαστικότητα, αλλά η Ελένη καταλαβαίνει, ομότεχνοι είμαστε…:088:)

Ούτε ο Κουνάδης ήξερε, μόνο για Τούρκους μπέηδες είχε ακούσει και σε κάποιον τέτοιον είχε αναφερθεί. Και όταν πήρα τηλέφωνο, μετά την εκπομπή, να του εξηγήσω (δεν γνωριζόμασταν προσωπικά τότε, εποχή Καναλιού 1 του Πειραιά), δεν σήκωνε κουβέντα, επιμένοντας για τοποθεσία “του Μπέη”, κάπου στην ανατολική Μεσόγειο. Επιστράτευσα λοιπόν τις γνώσεις που είχα από τις ατέλειωτες ώρες που συζητάγαμε, με “κληρούχες” επαγγελματίες καπετάνιους σε ώρες βάρδιας, στο Ναυτικό, χωρίς όμως να πετύχω κάτι. Όταν, κανα δυό χρόνια αργότερα, ξεκίνησε η σειρά “Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας” της Μίνως ΕΜΙ, παρατήρησα πώς πλέον έκανε, στο βιβλιαράκι του Μπάτη, αναφορά στον Βισκαϊκό και το Κάρντιφ.

Μια παρατήρηση απλώς για την ιστορία (μιας και το θέμα μας το λύσαμε):

Αυτός είναι ο κολαουζέρης. Είναι από τους τυχερούς του πληρώματος, τη βγάζει όλη μέρα στο σκάφος και δεν κινδυνεύει (εκτός από τυχόν τρικυμίες). Μηχανικός είναι ο ίδιος ο δύτης. Αυτός που παθαίνει τη νόσο των δυτών, και για τον οποίο έχει βγει ο χορός -γιατί μια μίμηση του “πιασίματος” του δύτη να ονομαζόταν “χορός του χειριστή της μηχανής τροφοδοσίας του δύτη με αέρα”;

Σωστά, αυτόν εννοούσα κι εγώ. Στην Αίγινα όμως, αλλά και στην Ύδρα, θυμάμαι ο δύτης να λέγεται βουτηχτής, όχι μηχανικός. Δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι ο χορός του (λόγω νόσου δυτών) παράλυτου δεν μιμείται κινήσεις κολαουζιέρη.

Διευκρινίστηκε λοιπόν ότι το τραγούδι “Ο θερμαστής” δεν έχει σχέση με σφουγγαράδικο καΐκι.

Και μια και η συζήτηση μεταφέρθηκε στα σφουγγαράδικα και στους δύτες, έχω την εντύπωση πως άλλο πρόσωπο είναι ο μηχανικός και άλλο ο δύτης, ο βουτηχτής, όπως συνήθως ονομάζεται.
Μηχανικός ήταν αυτός που χειριζόταν τη μηχανή βρισκόμενος επάνω, στο κατάστρωμα και με λανθασμένο χειρισμό, με απότομη αύξηση της πίεσης και τη βιαστική ανάδυση του δύτη, του προκαλούσε τη γνωστή “νόσο των δυτών”, κάτι σαν παράλυση.

Βέβαια, ο καλυμνιώτικος χορός “μηχανικός” ονομάζεται και μιμείται τις κινήσεις του παράλυτου σχεδόν δύτη.
Ίσως όμως πήρε το όνομά του από τη μηχανή που προκάλεσε τη ζημιά και από το χειριστή της, όχι από τον ίδιο το δύτη που δεν είναι, ακριβώς, μηχανικός.

Ξεφύγαμε από το αρχικό ερώτημα του φίλου…

Να λάβετε υπόψιν σας ότι και ο χορός του “Μηχανικού” (τον έχω χορέψει σε 2 φεστιβάλ χορού :)) δεν είναι παραδοσιακός αλλά γέννημα ενός χοροδιδασκάλου (:wink:

ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΥΛΗ ΜΑΓΙΚΗ ΕΡΤ3
Σάββατο 23 Μαρτίου 17.30 προβλήθηκε το Μπαγλαμαδάκι .
Μέρος Α΄ .Επαναληψη Τριτη 26 Μαρτιου 17.30 http://youtu.be/im_zYty6Cb0

Στο ειδικό έργο «Ή σφουγγάρι ή τομάρι / Η ζωή των σφουγγαράδων της Καλύμνου μέσα από αληθινές μαρτυρίες» (Φανερωμένη Χαλκιδιού - Σκυλλά, Κάλυμνος 2009) περιέργως δε βρίσκω να λέει πουθενά ευθέως «μηχανικός σημαίνει…» -ίσως θεωρείται αυτονόητο. Οπότε, παραθέτω από αλλού: Μηχανικός στην Κάλυμνο λέγεται ο δύτης που φορεί σκάφανδρο για να βγάλει από τη θάλασσα τα σφουγγάρια. [Από το συνοδευτικό βιβλιαράκι του δίσκου “Κάλυμνος, πολύστιχα τραγούδια - χοροί - δίστιχα” του Λυκείου Ελληνίδων, σελ.70, σχόλιο στο κομμάτι “Μηχανικός” (ο χορός που λέμε). Τα κείμενα είναι της Θεμελίνας Καπελά και της Πόπης Μαύρου, Καλυμνιές και οι δύο.] Σε άλλα νησιά μπορεί να το λένε αλλιώς. Τα σφουγγαράδικα ήταν υπόθεση του κάθε νησιού, δεν ήταν σαν τα μεγάλα καράβια με το παντοσύναχτο πλήρωμα και την υπερτοπική ορολογία.

Ε, λοιπόν, στην Αίγινα φαίνεται ότι ο δύτης (πάντα με σκάφανδρο, σε παλαιότερες εποχές και μέχρι την επικράτηση της “μπουκάλας”) λεγόταν βουτηχτής. Νομίζω ότι και στην Ύδρα έτσι ήταν. Περίεργο, γιατί απ’ ό τι ξέρω, το σφουγγάρι το μάθανε από Συμιακούς μετανάστες, που μάλλον κοινή ορολογία με την Κάλυμνο πρέπει να είχαν. Από διήγηση ενός Λάμπρου Λυκούρη, Αίγινα 1947:
Η αυγή ήρθε, οι βουτηχτάδες ετοιμάζονται. Παίρνουν για πρωινό κονιάκ ή καφέ. Δεν πρέπει να φάνε γιατί το στομάχι τους πρέπει να είναι άδειο. Μαζί με τους βουτηχτάδες ετοιμάζεται η καταδυτική μηχανή. Δοκιμάζονται τα έμβολα, αν κάνουν πίεση, ελέγχονται τα μανόμετρα, οι βαλβίδες και τα μαρκούτσια. (… ) Έτσι καθορίζονται τα όρια της περιοχής μέσα οτην οποία θα δουλέψει ο βουτηχτής. Ο βουτηχτής, που πρώτος θα πιάσει δουλειά, πιάνει το “φόρεμα”. (…) Η περικεφαλαία πάλι, βιδώνει πάνω στο φόρεμα γύρω στο στήθος και έχει 4 μεγάλα, χοντρά γυάλινα μάτια, επάνω, μπρος και οτα πλάγια, για να βλέπει ο βουτηχτής σε κάθε κατεύθυνση. Στη μια μεριά της περικεφαλαίας βιδώνει το μαρκούτσι, που φέρνει από τη μηχανή τον αέρα στο βουτηχτή, στην άλλη μεριά είναι η βαρβάρα, δηλαδή η βαλβίδα εξαγωγής του περίσσειου αέρα. Με τον αέρα αυτόν θα γεμίσει όλο το φόρεμα και εκτός που θα δίνει την αναγκαία ποσότητα φυσικού αέρα για να αναπνέει ο βουτηχτής που είναι κλεισμένος μέσα στο φόρεμα, θα τον προστατέψει και από τα επακόλουθα που έχει η πίεση της θάλασσας. Όταν ο αέρας είναι πολύς χτυπάει με το κεφάλι του ο βουτηχτής τη Βαρβάρα, και βγάζει τον πλεονάζοντα αέρα (…) Ο καπετάνιος παρακολουθεί τις κινήσεις των βουτηχτών και κανονίζει την πορεία του πλοίου. Ο μαρκουτσέρης παρακολουθεί την αεραντλία. Άλλος κρατάει τον κολαούζο, άλλος μετράει το χρόνο της κατάδυσης κουνώντας ρυθμικά το “μπατζαρόλι”. Το μπατζαρόλι, το χρονόμετρο δηλαδή, …

Πράγματι, αυτή η ορολογία είναι διαφορετική από την καλύμνικη. Το μπατζαρόλι οι Καλύμνιοι το λένε μαντζαρόλι (και δεν είμαι βέβαιος ότι σημαίνει ακριβώς το ίδιο -νομίζω ότι μαντζαρόλι είναι κάποια μονάδα χρόνου και όχι όργανο), τον μαρκουτσέρη δεν τον έχω ξανακούσει και μάλλον είναι ο κολαουζέρης των Καλύμνιων, κ.ά… Το φόρεμα είναι κοινός όρος. Από την άλλη, βουτηχτής είναι ο κάθε δύτης, με ή χωρίς σκάφανδρο. Δεν αποκλείεται να έλεγαν μηχανικός όταν ήθελαν να προσδιορίσουν επακριβέστερα και βουτηχτής όταν δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη.

Το μ(π)ατζαρόλι είναι μία κλεψύδρα:
Το μπατζαρόλι, το χρονόμετρο δηλαδή, είναι ένα μακρύ γυάλινο κουτί χωρισμένο στη μέση, με μια τρύπα πάνω στο χώρισμα. Το ένα μέρος του κουτιού είναι γεμάτο με άμμο και το άλλο είναι άδειο. Κάθε που με το γύρισμα, έρχεται το γεμάτο μέρος πάνω, η άμμος χύνεται από την τρύπα στο κάτω. Ο χρόνος που διαρκεί αυτό είναι ένα λεπτό.

Απλά, επειδή δεν είναι σχολαστικά κατασκευασμένη από βιομηχανία, κολλάει η άμμος λόγω υγρασίας και χρειάζεται το ρυθμικό χτύπημα για να αδειάζει χωρίς προβλήματα. Και η μονάδα χρόνου του είναι ένα λεπτό (στο συγκεκριμένο παράδειγμα, βέβαια). Ο μαρκουτσέρης είναι υπεύθυνος για την παροχή αέρα, ενώ ο κολαούζος είναι λεπτό σχοινάκι συνεννοήσεων και ο κολαουζιέρης ο χειριστής του.

Ήδη το 1947, φαίνεται ότι δεν βούταγαν πλέον γυμνοί και χωρίς σκάφανδρο, οπότε ίσως να περίττευε η διαφοροποίηση ανάμεσα βουτηχτή και δύτη.