Ο Θερμαστής

Καλησπέρα σε όλους και όλες!
Τελευταία ψάχνω τους στίχους του κομματιού “Ο Θερμαστής” του Μπάτη αλλά δεν μπορώ να τους βρω πουθενά. Όποιος γνωρίζει όλους τους στίχους παρακαλώ ας απαντήσει ή ας στείλει κάποιο mail.
Ευχαριστώ πολύ,

Αργύρης

Μηχανικός στη μηχανή
Κι ο ναύτης στο τιμόνι
Κι ο θερμαστής στο στόκολο(:wink:
Με τις φωτιές μαλώνει

Αγάντα θερμαστάκι μου
Και ρίχνε τις φτυαριές σου
Μέσα στο καζανάκι σου
Ν’ ανάψουν οι φωτιές σου

Κάργα ρασκέτα, ώ και λοστό
Τον Μπέη να περάσω
Και μες του Κάρντιφ τα νερά
Εκεί να πάω ν’αράξω

Μα η φωτιά είναι φωτιά
Μα η φωτιά είναι λάυρα
Κι θάλασσα μου τα ‘κανε
Τα σωθικά μου μαύρα

Μια-δυο συμπληρώσεις:
Στον τέταρτο στίχο της πρώτης στροφής λέει “… μ’ έξι φωτιές…”.
Στο δεύτερο στίχο της τρίτης στροφής είναι “…bay…” (έτσι λένε οι ναυτικοί τον Βισκαϊκό).

Το ερωτηματικό , που έχει σημειώσει ο Παπαϊωάννου στο στόκολο δεν χρειάζεται. H λέξη που ακούγεται είναι όντως “στόκολο” και στη γλώσσα των θερμαστών των πλοίων της εποχής δηλώνει το χώρο μπροστά από τον ατμολέβητα του μηχανοστάσιου του πλοίου, όπου υπήρχε το κάρβουνο για κάψιμο. Προέρχεται δε από παραφθορά του αγγλικού όρου: stock-coal.

Ναυτακια για σας .
Τι παει να πει “Κάργα ρασκέτα, ώ και λοστό”;
Αντε μπας και μαθω καμια ναυτικη κουβεντα…

Σπυρος

Απ’ότι μου είπανε, είναι εργαλεία με τα οποία ξεσκαλώνανε τα κάρβουνα από τις σχάρες, στα καζάνια.

Δεν φημιζόμαστε τόσο, εδώ στο Φόρουμ, για τις επιδόσεις μας στην κατανόηση ναυτικών όρων και εκφράσεων…. Ας διευκρινίσω λοιπόν όσα πράγματα τυχαίνει να ξέρω, αφήνοντας όσα δεν ξέρω για τους μελλοντικούς ερευνητές.

Ο Βισκαϊκός κόλπος γράφεται, στους χάρτες του Αγγλικού Ναυαρχείου, Βiscaya Bay και στα Ελληνικά αποδίδεται ως (το) Μπέι. Το λάθος του «ακρωτηρίου ο Μπέης» το είχε κάνει και ο Κουνάδης, στα πρώτα του σιντιά, αργότερα το κατάλαβε αλλά δεν μπορούσε πιά να το διορθώσει.

Το αγγλικό πρότυπο για το ελληνικό στόκολο είναι Stow – coal (Stow = στοιβάζω, αποθέτω), όχι stock coal.

Η ρασκέτα μου είναι άγνωστη λέξη αλλά πράγματι, μαζί με τον (γνωστό και από τους διαρρήκτες) λοστό πρέπει να χρησίμευε για τον έλεγχο της φωτιάς στα (συνήθως έξη) καζάνια των καραβιών της εποχής.

Και κάτι ακόμα, ενδιαφέρον: Στίχοι / δίστιχα με χρήση των λέξεων φωτιά και λάβρα, τα σ’κώτια μου τα μαύρα, τα σωθικά μου μαύρα κλπ. ανιχνεύονται για πρώτη φορά στο λεγόμενο Χειρόγραφο της Βιέννης, μία “μισμαγιά” (συλλογή) τραγουδιών που αγόρασε τον 16ο αιώνα στην Πόλη ένας Αυστριακός διπλωμάτης. Το χειρόγραφο αυτό απόκειται σήμερα σε κάποια βιβλιοθήκη της Βιέννης και το αναφέρει ο μακαρίτης Νέαρχος Γεωργιάδης στο Από το Βυζάντιο, στον Μάρκο Βαμβακάρη.

2 «Μου αρέσει»

Όσον αφορά στη ρασκέτα:

https://el.wiktionary.org/wiki/ρασκέτα

Έχει και το στόκολο αλλά επιφυλάσσομαι:

https://el.wiktionary.org/wiki/στόκολο

Με μια σύντομη αναζήτηση σε εικόνες με ξένους όρους και τα δύο βγάζουν νόημα.

3 «Μου αρέσει»

Για τη ρασκέτα μάλλον θα συμφωνήσω, ξύστρα είναι. Για το στόκολο διαφωνώ, δεν είναι το λεβητοστάσιο, μάλλον πρέπει να είναι ο χώρος δίπλα ή μέσα στο λεβητοστάσιο όπου αποτίθενται τα κάρβουνα.

Όντως, στόκολο λεγόταν ο χώρος μπροστά από τους φούρνους των καζανιών της μηχανής, εκεί όπου δούλευαν οι θερμαστές.
Αυτή η λέξη της ναυτικής ορολογίας παρουσιάζεται ως δάνειο από τα αγγλικό stokehold, όπως παρατηρώ σε ιστότοπους.

Και το stow coal πρέπει να παίζει.

Εγώ δεν είμαι σε θέση να σχολιάσω τίποτε για τους ναυτικούς όρους, θέλω όμως να κάνω μιαν άλλη παρατήρηση, σχετικά με το παρακάτω ημιστίχιο:

Πράγματι, έτσι το λέει ο Μπάτης. (Ή ίσως να λέει «ωχ» - το ίδιο κάνει.) Αλλά μου κακοφαίνεται πολύ να το ακούω έτσι και από τον κάθε σημερινό που παίζει το τραγούδι. Ο στίχος είναι κανονικός 15σύλλαβος, «κάργα ρασκέτα και λοστό το Μπέι να περάσω», και του Μπάτη του ήρθε να ρίξει ένα επιφώνημα σ’ εκείνο το σημείο. Το να επαναλαμβάνουμε αυτή την αυτοσχέδια επιλογή της στιγμής είναι το ίδιο σαν να επαναλαμβάνουμε τα ταξίμια, τα «γεια σου Τάδε μου» ή τα λάθη των ηχογραφήσεων.

Δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστή επανεκτέλεση, πιστή στην ουσία εννοώ, αν δεν έχει προηγηθεί δημιουργική ακρόαση του πρωτοτύπου. Ο Μπάτης δε λέει «ο στίχος εδώ έχει κι ένα ωχ», λέει «σ’ αυτό το τραγούδι επιτρέπται να ρίχνουμε κι ένα επιφώνημα όπου μας βγει απ’ την ψυχή μας».

1 «Μου αρέσει»

Πάντως το επιφώνημα του Μπάτη πέφτει πολύ ωραία στο σημείο που πέφτει, τόσο ωραία που είναι σαν να λέει ο Μπάτης ότι το “ωχ” σ’ αυτό το σημείο ταιριάζει, χωρίς φυσικά ν’ απαγορεύει κι ένα ωχ όπου βγαίνει από την ψυχή του καθενός.
Εκτός από ρυθμική έμφαση, νομίζω, στο συγκεκριμένο σημείο, το “ωχ” πέφτει και νοηματικά στο σημείο όπου πιο άμεσα περιγράφεται η σωματική πάλη του θερμαστή με τις φωτιές του στο ταξίδι προς το Μπέι και το Κάρντιφ.
Κι αν βέβαια δεν έχει νόημα να το αναπαραγάγει κανείς μηχανικά αυτό το “ωχ” σαν μέρος των στίχων, έχει ωστόσο νόημα να το υιοθετήσει και να το νιώσει όπως υιοθετεί και νιώθει ο ηθοποιός το ρόλο του, μέσα κι από φαινομενικώς άσχετα βιώματά του, και τότε, αν πετύχει την “ταύτιση” όχι με τον Μπάτη αλλά με το θερμαστή, να το ρίξει το “ωχ” στο σημείο που το ρίχνει κι ο Μπάτης. Στο σημείο που πέφτει αν πέσει, και που αλλιώς μάλλον δεν πέφτει καθόλου.

2 «Μου αρέσει»