ΝΕΟΣ ΔΙΣΚΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΓΚΟΛΕ

Κυκλοφόρησε ο νέος δίσκος του Μπάμπη Γκολέ με τίτλο " Όμορφα και όχι λησμονημένα " από την εταιρία “Καθρέφτης”. Ο δίσκος περιέχει ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, όχι απ’ τα πολυακουσμένα, καθώς και κάποια απ’ τα λεγόμενα ελαφρά. Ο Μπάμπης παίζει ενορχηστρώνει και τραγουδάει με τον δικό του χαρακτηριστικό, υπέροχο κατα την γνώμη μου, τρόπο και τον συνοδεύουν εξαιρετικοί μουσικοί. Την ηχοληψία και τη μίξη την έχω κάνει εγώ στο οικιακό μου studio.

Στο link http://www.musicmirror.gr/php/articles.php?lng=gr&pg=490 μπορείτε να δείτε πλήρη στοιχεία και να ακούσετε τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου.

Εύγε τότε για την ποιότητα της παραγωγής :088:! Πήρα το cd και το άκουσα, ο Μπάμπης έχει για άλλη μια φορά επιλέξει ψαγμένα πράγματα, κι αν και διαφωνώ με κάποιες πιο 'τολμηρές" επιλογές (π.χ. το "βεσπάκι"κτλ) ο δίσκος γενικά μου άρεσε πολύ !!

εμένα προσωπικά “το βεσπάκι” μου άρεσε πιο πολύ απ’ όλα.
ο Γκολές για όσους δεν γνωρίζουν παίζει εξαιρετική κιθάρα έχοντας απίστευτο ρεπερτόριο και στο ελαφρό τραγούδι.!
Μπράβο στον Βασίλη Κορδάτο για το ηχητικό αποτέλεσμα!:slight_smile:

Του Γ.Παπαδάκη από την Ελευθεροτυπία της 24-3-2010.

Ο Μπάμπης Γκολές είναι ένας από τους «μαΐστορες» (θα λέγαμε) των επανεκτελέσεων παλιών λαϊκών τραγουδιών. Άλλη μια φορά επιβεβαιώνει τις φωνητικές του αρετές αλλά και την προσήλωσή του στο γράμμα των παλαιών εκτελέσεων. Ο νέος του δίσκος περιλαμβάνει πολλά τραγούδια, που δεν έχουν ξαναηχογραφηθεί στη νεότερη εποχή (όπως μας πληροφορεί το ένθετο). Κι ακόμα επιχειρεί ένα ατυχές «άνοιγμα» στο είδος του τραγουδιού που ονομάζουμε (αδοκίμως) «ελαφρό».
Όσον αφορά την κάπως παράδοξη αυτή ιδέα, πρόκειται για μία τακτική που από καιρό όχι μόνο ο Μπάμπης Γκολές, αλλά και άλλοι συνάδελφοί του εφαρμόζουν αναζητώντας τα λιγότερο γνωστά (στη γλώσσα της πιάτσας ονομάζονται «αφάγωτα») προκειμένου να τα σερβίρουν στα… ρεστοράν της δισκοπαραγωγής. Δεν θα έλεγα πως η λογική αυτή είναι και τόσο καλλιτεχνική, αφού, εδώ που τα λέμε, η σπανιότητα και το… «ανηχογράφητο» των τραγουδιών αυτών δεν είναι κάτι τυχαίο. Κάποιος λόγος υπάρχει, που δεν ξαναηχογραφήθηκαν. Ίσως κάτι που τείνει να μετατρέψει δικαίως τα αλησμόνητα σε λησμονημένα.
Έπειτα, η αναζήτηση του «ανέκδοτου», του «σπάνιου» κτλ. ενδιαφέρει πρωτίστως τον ερευνητή και τον συλλέκτη. Ο ερμηνευτής υποτίθεται ότι επιλέγει με καλλιτεχνικά κυρίως κριτήρια. Αν ένα τραγούδι δεν πέρασε και δεν έμεινε στη μνήμη των κατοπινών γενεών, αξίζει να το τιμήσουμε με επανεκτελέσεις και επανεκδόσεις μόνο αν πιστεύουμε πως είναι κάτι καλλιτεχνικώς αξιόλογο που αδικήθηκε. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει με τα πιο πολλά νεοηχογραφημένα, τάχα μη λησμονημένα, του δίσκου.
Ποιος θυμάται άραγε το τραγούδι «Ένα μικρό ναυτόπουλο, αγάπησε και κλαίει», σε μουσική και στίχους Καίτης Ραζή και Λάμπρου Σαββαΐδη; Ή το απίθανο «Θα σε πάω στο φεγγάρι», από όπου και οι ανωτέρας ποιότητος στίχοι: «Θα σου χτίσω ένα σπίτι/ στον Ερμή στην Αφροδίτη/ και στον Κρόνο μια βιλίτσα / να γλιτώσουμε απ’ το νοίκι». Τέτοια αξίζει να θυμόμαστε;
Απ’ την άλλη, οι πειραματισμοί του Μπάμπη Γκολέ με τα λεγόμενα ελαφρά και ελαφρολαϊκά δεν έπιασαν, κατά τη λαϊκή έκφραση, πολλά ψάρια. Κατά τη γνώμη δεν έπιασαν ούτε χάννο. «Το τραγούδι του τσιγγάνου», π.χ. του Τώνη Μαρούδα (1950), ξαφνιάζει και μάλλον το γέλιο προκαλεί με τα σοροπιαστά μπους φερμέ της εισαγωγής (μμμμμμ!!) σε πρώτο ηχητικό πλάνο, κιόλας, ώστε και να θέλει κανείς, να μην μπορέσει να συγκρατήσει συνειρμούς προς μουγκανητά και μυκηθμούς. Τα φωνητικά, εν γένει, είναι κάπως φαιδρά, ενώ οι «τζαλγκάντες» στο «Αδύνατον να κοιμηθώ» κάνουν το τραγούδι σχεδόν πανηγυριώτικο νεο-δημοτικό-καψούρικο, παρά ένα ελαφρολαϊκό της εποχής του Μουζάκη.
Όσα από τα λαϊκά ή λαϊκοφανή θα 'λεγε κανείς πως ταιριάζουν στον τρόπο που τραγουδά ο Γκολές, δεν πιστεύω ότι αποτελούν ή αποτέλεσαν στην εποχή τους κάτι ξεχωριστό κι ας φέρουν υπογραφές όπως του Χιώτη, του Καπλάνη, του Σκαρβέλη κ.ά. Δεν μας αποκαλύφθηκε, δηλαδή, ένα «χαμένο», «ξεχασμένο» ή αδικημένο τραγούδι ανάλογης αξίας με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή με το «Κάποια μάνα αναστενάζει». Αντιθέτως, μάλιστα, το τραγούδι του Τσιτσάνη «Αραμπέλα» σε «ενορχήστρωση» Κώστα Καραγιάννη και «ερμηνεία» Ειρήνης Δασκαλάκη μόνον ως παρωδία και μάλιστα κακόγουστη μπορεί κατά τη γνώμη μου να ακουστεί. Απερίγραπτο, ιδίως το πέραν των ορίων του γελοίου αξιολύπητο μελοδραματικό πεποιημένο «πάθος» της τραγουδίστριας. Ένα αισθητικό «Βατερλό» που εκθέτει, πιστεύω, τον έτσι κι αλλιώς σε επικίνδυνη αισθητική ισορροπία ακροβατούντα Μπάμπη Γκολέ.

Το κείμενο αυτό του κ. Παπαδάκη δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία της Τετάρτης 24-3-2010. Σίγουρα, σε κάποια σημεία, ίσως έχει δίκιο, ωστόσο, πρέπει να τεθούν κάποια σημεία στην ορθή, κατά τη γνώμη μου, διάσταση. Πρώτο «φάουλ» του συντάκτη αποτελεί η τοποθέτηση «Ο Μπάμπης Γκολές είναι ένας από τους «μαΐστορες» (θα λέγαμε)». Η διατύπωση μάλλον ειρωνική φαντάζει, καθώς, ο Γκολές, πρώτον, δεν είναι μάστορας σε εισαγωγικά αλλά χωρίς εισαγωγικά και ούτε «θα λέγαμε» με επιφύλαξη για τις επιδόσεις και τις ικανότητες του. Αντίθετα, αποτελεί έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, με φωνή, χροιά, έκφραση, χρώμα, ερμηνευτικές - «ηθοποιού –τραγουδιστή» - αρετές. Άρα, ούτε εισαγωγικά ούτε χαριεντισμοί ούτε «θα λέγαμε» του ταιριάζουν. Στους μέτριους ταιριάζουν αυτοί οι χαρακτηρισμοί και όχι στους μερακλήδες του χώρου.

Στη συνέχεια ο συντάκτης, μας «ενημερώνει» ότι, ο Γκολές τώρα επιχειρεί ένα «ατυχές» άνοιγμα στο ελαφρό τραγούδι. Σφαλερή, προδήλως, διαπίστωση, αφού, ο Γκολές είναι ο πρώτος από τους τραγουδιστές της γενιάς του, της αναβίωσης του ρεμπέτικου, που, από παλιά, στα μαγαζιά που δουλεύει, παίζει και τραγουδά ελαφρά τραγούδια με μεγάλη επιτυχία και αποδοχή από το κοινό, εντάσσοντας τα ομαλά και εναρμονισμένα στο υπόλοιπο πρόγραμμα. Τολμώ να πω ότι αυτός τα «έμαθε», τα επέβαλε και τα καθιέρωσε στον λαϊκό κόσμο και στους συναδέλφους του λόγω του πληθωρικού του ταλέντου και της επιβλητικής, πρωτότυπης και μοναδικής του προσωπικής ερμηνείας. Πολύ μετά τον Γκολέ, ο οποίος τα υποστήριζε χρόνια στα μαγαζιά, ήρθαν άλλοι, όψιμοι θιασώτες να τα σερβίρουν χωρίς την εκφραστική μοναδικότητα και ανατρεπτικότητα του Γκολέ. «Άρχισαν τα όργανα», «Είμαι ερωτευμένος με τα μάτια σου», «Μαρόκο», τα τραγουδά ο Γκολές χρόνια πολλά στα πάλκα. Εξάλλου, για όποιον το αγνοεί, να πω ότι, ο Γκολές παίζει εκπληκτική κιθάρα και αγαπά και λατρεύει τα τραγούδια των Γούναρη, Πολυμέρη κλπ. Συνεπώς, δεν είναι ατυχής ούτε όψιμη η προσέγγιση του, αφού, είναι προικισμένη μουσικάρα, έχει σπουδαία φωνή και άρα, με τους όρους αυτούς, δεν γινόταν αλλιώς παρά να είναι επιτυχημένο το αποτέλεσμα.  Η αποδοχή το αποδεικνύει, ότι τον ακολούθησαν στην πορεία αυτή και ο κόσμος και οι μιμητές του συνάδελφοι, πολύ μετά την δική του «διδασκαλία». 

Επόμενο σημείο ατυχούς σχολιασμού είναι τα ειρωνικά του στυλ «οι πειραματισμοί του Μπάμπη Γκολέ με τα λεγόμενα ελαφρά και ελαφρολαϊκά δεν έπιασαν, κατά τη λαϊκή έκφραση, πολλά ψάρια. Κατά τη γνώμη μου δεν έπιασαν ούτε χάννο». Ασφαλώς, ο Γκολές δεν περίμενε να πιάσει τώρα κανέναν χάννο, αφού από χρόνια έχει πιάσει μεγάλα και ακριβά ψάρια, ροφούς, τσιπούρες, συναγρίδες. Είναι από τους χορτασμένους, από αυτούς που πιάνουν ψάρια ακόμη και στη μπανιέρα όταν ψαρεύουν, είτε δολώνουν με σκουλήκι «φαραώ» είτε με ζυμάρι (είτε με ρεμπέτικα, δημοτικά, ελαφρά, σοβαρά, σαχλαμάρες, αδιάφορα, δυνατά, ασήμαντα). Η υπεροχή του καλλιτέχνη αυτού συνίσταται στον τρόπο σερβιρίσματος και όχι στο περιεχόμενο, μπορεί δηλαδή και με ευτελή υλικά να βγάλει τον «ροφό», να μαγέψει. Άλλοι είναι αυτοί που είναι αξιολύπητοι και τους ταιριάζουν τα ειρωνικά, ωστόσο τυγχάνουν ασυλίας, παρότι, όχι χάννο, αλλά ούτε στην ψαραγορά στην οδό Αθηνάς δεν μπορούν να πιάσουν ψάρι. Και δεν αναφέρομαι στον κ. Παπαδάκη, γιατί ο άνθρωπος δεν θεωρείται καλλιτέχνης (εννοώ δηλαδή επώνυμος), δεν έχει δώσει κάποιο έργο άξιο σχολιασμού, κάτι σημαντικό καλλιτεχνικά, ιστορικά. Εννοώ άλλους επαγγελματίες που «ψαρεύουν» για χρόνια ψοφίμια από την οδό Αθηνάς και τα ιχθυοτροφεία και μας τα σερβίρουν και τα χωνεύουμε αδιαμαρτύρητα, χωρίς να γράφουμε ειρωνικά σχόλια και διαπρύσιες κριτικές. 

Και κλείνω με το ατυχές «ενώ οι «τζαλγκάντες» στο «Αδύνατον να κοιμηθώ» κάνουν το τραγούδι σχεδόν πανηγυριώτικο νεο-δημοτικό-καψούρικο, παρά ένα ελαφρολαϊκό της εποχής του Μουζάκη». Θεωρώ ότι, ο Γκολές στο «Βεσπάκι» και το «Αδύνατον να κοιμηθώ» δίνει τη ρεμπέτικη ματιά, την «Γκολεδίστικη» προσέγγιση. Τώρα, τα περί «πανηγυριώτικου νεο-δημοτικού-καψούρικου», δεν αντέχουν σε σοβαρό αντίλογο, μάλλον ακατάληπτα μου φαίνονται και δείχνουν «τρικυμία εν κρανίω» του συντάκτη, εκτός αν εκπορεύονται από εμπάθεια, σκοπιμότητα, με σκοπό την εμπορικότητα του άρθρου και την, με δόση υπερβολής, μείωση του Γκολέ.  Να πω την αλήθεια δεν πολυκαταλαβαίνω το χαρακτηρισμό, γιατί εγώ γνωρίζω και εντάσσω σε αυτό το ύφος (πανηγυριώτικο νεο-δημοτικό-καψούρικο), τη Βάσω Χατζή, το Μετζελόπουλο, τη Χαρά Βέρρα κλπ. Δεν βρίσκω ειλικρινά καμία σχέση στο ύφος αυτών και στο τραγούδι του Γκολέ. Δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του ο συντάκτης ούτε και με ενδιαφέρει η οποιαδήποτε διευκρίνιση. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάποια πράγματα, με ξαφνιάζουν πάντα ευχάριστα, μου ανατρέπουν αυτό που περίμενα, δίνουν πάντα το κάτι παραπάνω, το απρόβλεπτο, το ασυνήθιστο και με στέλνουν «για υπογλώσσια στο ΕΚΑΒ». Και ο Γκολές ανήκει εκεί, στο «τσάμπιονς λίγκ» των καλλιτεχνών, έχει και ψυχή και φωνή και ταλέντο και δεν στέκομαι σε ένα σιντάκι των χαλεπών καιρών για εκτιμήσω την αξία του και την προσφορά του!!! Τον απολαμβάνω και μου αρκεί αυτό!!!