Υπάρχει ένα κείμενο γι αυτό το τραγούδι που κυκλοφορεί σε διάφορες εκδοχές
Μισιρλού σημαίνει γυναίκα από το Μισίρι (Μισρ=Αίγυπτος στα αραβικά) και αναφέρεται σε μουσουλμάνα της Αιγύπτου, καθότι τη χριστιανή της περιοχής την ονομάζουμε Αιγυπτιώτισσα.
[…] Το τραγούδι αναφέρεται στον έρωτα ενός χριστιανού για μια μουσουλμάνα, θέμα – ταμπού για εκείνη την εποχή και όχι μόνο.
Η ανάλυση αυτή έχει περάσει διεθνώς και τη βλέπω ακόμα και σε σοβαρά βιβλία όπως το ‘Electric Eden’ του Rob Young:
the song is an erotic hymn to miscegenation, about a love that breaks both faith and racial taboos.
Υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα εξωτικού/απαγορευμένου εντός του οποίου μπορούμε να τοποθετήσουμε ένα τραγούδι.
Ο καθαρά απαγορευμένος έρωτας
Της λέω 'βραιοπούλα, γίνεσαι χριστιανή;
Ο μη απαγορευμένος αλλά εξωτικός, της αραπίνας που πάνω στο σεβντά της, λέει στο Μουσταφά της κλπ.
Η γοητεία του εξωτικού, όπου δεν είναι ξεκάθαρη η ταυτότητα του αφηγητή
Αραπίνες λάγνες ερωτιάρες κλπ.
Η Μισιρλού για μένα ανήκει στην τρίτη κατηγορία, όχι στην πρώτη. Όσο για το ‘Αιγυπτιώτης/Αιγυπτιώτισσα’, απ’ότι ξέρω είναι μια λέξη που την δημιούργησε ο Καβάφης, κατ’αναλογία με το Ιταλιώτης. Δε νομίζω να την ήξερε ο αρχικός στιχουργός της Μισιρλούς.
Όχι βέβαια. Ο έρωτας μεταξύ αλλοθρήσκων μπορεί πρακτικά να μην ήταν αποδεκτός*, αλλά στα λόγια μόνο ταμπού δεν ήταν. Έχουμε σωρεία σχετικών τραγουδιών.
Τώρα, το αν όντως επρόκειτο περί αλλόθρησκης, το βρίσκω παράλογο ερώτημα. Λεξιλογικά συμφωνώ κι εγώ ότι Μισιρλής είναι και ο Αιγυπτιώτης, οπότε θα μπορούσε και να είναι και να μην είναι, αλλά αφού δεν πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο ή έστω φανταστικό μεν αλλά κάπως συγκεκριμένο, τι να λέμε…
*: Ο έρωτας μεταξύ αλλοθρήσκων μπορεί πρακτικά να μην ήταν αποδεκτός: Υπεραπλούστευση. Βασικά κανένας έρωτας δεν ήταν αποδεκτός. Αποδεκτός ήταν μόνο ο γάμος που, φυσικά, γινόταν μεταξύ ομοθρήσκων. Νομίζω ότι ακόμα και τώρα ο θρησκευτικός γάμος προϋποθέτει να έχουν το ίδιο θρήσκευμα οι σύζυγοι, οπότε, αν δεν το έχουν, ο ένας από τους δύο αλλάζει.
Και έτσι ακόμη, πάλι υπεραπλούστευση είναι. Και όμως, ήδη η ανάλυση έχει πάει πολύ πιο πέρα απ’ όσο υποδεικνύει το ίδιο το τραγούδι, το οποίο πολύ απλά υμνεί τη γοητεία του εξωτικού και τέρμα.
Δε διάβασα το άρθρο, αλλά υποπτεύομαι ότι εγγράφεται στη συχνή τάση να ανακαλύπτουμε κρυφές «πραγματικότητες» πίσω από ό,τι να 'ναι: ποιος ήταν ο πραγματικός Μπάμπης ο Φλου; Είχε ο (λογοτεχνικός, όχι πραγματικός) παππούς του Βιζυηνού ομοφυλοφιλικά απωθημένα; Είναι γκέι ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης; Ακούγεται σατανιστικό το «δεν περνάς κυρά Μαρία» αν παίξουμε το δίσκο ανάποδα;
Στο γυμνάσιο, όταν άρχισα να ακούω Σιδηρόπουλο, είχα ένα φίλο που όχι απλά ήταν σίγουρος ότι ο Μπάμπης ο Φλου ήταν πραγματικό πρόσωπο και φίλος του Παύλου, αλλά και ότι αν ακούσεις τα ‘μπλουζ του πρίγκηπα’ δυνατά, σε κάποιο σημείο ακούγεται ο Μπάμπης να χτυπά την πόρτα και να φωνάζει ‘Παύλο!’.
Δεν το ήξερα αυτό, αλλά Αιγυπτιώτες ξέρω τους Έλληνες της Αιγύπτου. Η λέξη έχει σαφώς την έννοια της αντιδιαστολής προς τους Αιγυπτίους: ένας Αιγυπτιώτης μπορεί να είναι γεννημένος εκεί, με προγόνους από εκεί επί πολλές γενιές, ξένο δεν τον λες, ντόπιος είναι, αλλά δεν είναι Αιγύπτιος.
Άρα το «Μισιρλού=Αιγυπτιώτισσα» μάλλον πρέπει να διορθωθεί σε «Αιγύπτια».
Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη, από την σκοπιά μας, είναι η πρώτη εμφάνιση, στο Καβαφικό έργο, της λέξης Ιταλιώτης ― βάσει της οποίας λέγεται πως ο ίδιος ο ποιητής έπλασε την λέξη Αιγυπτιώτης.
Γ.Π. Σαββίδης, «Η Μεγάλη Ελλάδα του Καβάφη» (1990)
Σε αλεξανδρινή εφημερίδα του 1894 πάντως διαβάζουμε σχετικά με τις ξένες παροικίες, ότι π.χ. οι Έλληνες, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Ιταλοί εκεί τόσο πολύ εμβαπτίσθηκαν στη «μικτή ατμόσφαιρα» του τόπου, ώστε «Αιγυπτιώται ή Αλεξανδριώται καλούσιν προς ευφημισμόν οι λόγιοι»
Εντάξει, μπορεί να μην είναι μόνο οι Έλληνες αλλά κι οι Λεβαντίνοι. Το αναφέρει και το πρώτο παράθεμα του @emc : > τη χριστιανή της περιοχής την ονομάζουμε Αιγυπτιώτισσα.
Πάντως όχι οι Αιγύπτιοι. Ο Αιγυπτιώτης δεν είναι Άραβας, ούτε Φελάχος, ούτε Νούβιος (αν δεν απατώμαι, αυτές οι τρεις είναι οι βασικές συνιστώσες του αιγυπτιακού λαού).
Ωραία, το ερώτημα είναι σε ποιό βαθμό μια λέξη που την έγραφαν οι λόγιοι το 1894 πέρασε στο λεξιλόγιο του στιχουργού της Μισιρλούς 30 περίπου χρόνια αργότερα. Ο οποίος βέβαια δεν τη χρησιμοποίησε στο τραγούδι. Και επαναλαμβάνω ότι η ταυτότητα του αφηγητή, θρησκευτική, εθνική, φυλετική κλπ ουδέποτε καθορίζεται, άρα πού το είδαμε το ταμπού;
Δεν ξέρω τί συμβαίνει και το τμήμα Μ – Ω του γλωσσαριού δεν μου εμφανίζεται.
Σαφέστατα συμφωνώ ότι η απόδοση μισιρλού = Αιγυπτιώτισσα, αν έτσι αποδίδεται, είναι λανθασμένη και θα έπρεπε να είναι «Αιγύπτια», υπονοώντας την ιθαγενή. Ο Ρουμπάνης σαφέστατα κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του, και όχι καμμιάν Αιγυπτιώτισσα, κόρη βεβαίως (ή σύζυγο…) Αιγυπτιώτη Έλληνα.
Ας θυμήσουμε και τους στίχους:
Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά
φλόγα μου `χει ανάψει μες στην καρδιά,
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ
τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.
Αχ, Μισιρλού, μαγική ξωτική ομορφιά,
τρέλα θα μου `ρθει, δεν υποφέρω πια,
αχ, θα σε κλέψω μέσ’ απ’ την Αραπιά.
Μαυρομάτα Μισιρλού μου τρελή
η ζωή μου αλλάζει μ’ ένα φιλί,
αχ γιαχαμπίμπι, μ’ ένα φιλάκι, αχ
απ’ το δικό σου το στοματάκι, οϊμέ.
Νομίζω όχι ακριβώς. Μισιρλού και Μουσουρλού είναι ελληνικοί σχηματισμοί ως θηλυκά του Μισιρλής (Μουσουρλής δε νομίζω να υπάρχει, ίσως Μουσουρλούς όπως Σταμπουλούς αλλά οκέι, μην το παρααναλύσουμε), που είναι δάνειο από το τούρκικο Mısırlı (γιατί εκεί χρησιμοποιείται αυτή η παραγωγική κατάληξη). Το αραβικό Misri είναι η αρχή, αλλά από εκεί με΄χρι τη Μισιρλού έχουν μεσολαβήσει βήματα.
(Να αναφέρω ότι έχω συναντήσει και το επώνυμο Μισυρλής. Η ορθογραφία μάλλον ήταν τυχαία, πάντως η λέξη είναι η ίδια. Και ομολογουμένως, εκεί μπορεί όντως να σήμαινε Αιγυπτιώτης.)
Να διασαφήσουμε ότι εγώ απλώς παρέθεσα το λήμμα του Γλωσσαρίου
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
17
Μάλλον ήταν στάνταρ τρόπος ήδη πριν τους Τούρκους για να δηλωθεί προέλευση αλλά και διαφοροποίηση από τον “κύριο” πληθυσμό του τόπου προέλευσης. “Ρωμανιώτες”.
Νομίζω ότι έχει δίκιο ο @emc , δεδομένου ότι για μικρότερες περιοχές και όχι ολόκληρες χώρες το -(ι)ώτης είναι μια από τις κλασικές καταλήξεις πατριδωνυμικών: Βολιώτης, Καρδιτσιώτης, Τριπολιτσιώτης, Αντριώτης, Αξώτης (Ναξιώτης), παλιότερα έλεγαν και Αθηνιώτης, κλπ. Για σημερινές συνοικίες μάλιστα είναι μάλλον η επικρατέστερη κατάληξη: Σεπολιώτης, Παγκρατιώτης, Βυρωνιώτης, Εξαρχειώτης, Καισαριανιώτης…
Και Γριπονησιώτης. Δεν μπορώ να ξέρω από πότε, αλλά το προσονύμιο αυτό έγινε κάποτε επίθετο όνομα σε πρόγονο παλιού παιδικού μου φίλου. Ο Ευβοιώτης βεβαίως, από το Ευριπονήσι .