Αστικολαϊκά παραλειπόμενα


(τεκμήριο: Ἑφημερίς των φυλακών, οργανιστική, νομική, οικονομική : εκδίδοται κατά μήνα υπό τας εμπνεύσεις του παρά τοις εν Αθήναις Εφέταις Εισαγγελέως)

Για όσους τους ενδιαφέρουν οι λουμπενιές, η ‘‘Εφημερίς των Φυλακών’’ εκδόθηκε από τον Μάιο του 1875 έως και τον Ιούλιο του 1878 και περιέχει πλήθος στοιχείων για τα σωφρονιστικά ιδρύματα της εποχής.

1 «Μου αρέσει»

Ας μπει και ο σύνδεσμος για απευθείας πρόσβαση:
http://editions.academyofathens.gr/epetirides/xmlui/handle/20.500.11855/1151

1 «Μου αρέσει»

Και κάπου εδώ να ενημερώσω ότι ο κύκλος των Αστικολαϊκών Παραλειπομένων κλείνει οριστικά.

Χαίρομαι που το εν λόγω εγχείρημα έτυχε μη αμελητέας αναγνωσιμότητας και θαρρώ πως εισέφερε πρωτογενή πληροφορία που δεν υπήρχε ούτε στο διαδίκτυο ούτε αλλού

7 «Μου αρέσει»

Καλημέρα σου Άνθιμε, γιατί να κλίσει ο κύκλος των Αστικοκαικών Παραλειπόμενων, κρίμα θα είναι…συνέχισε αν θέλεις, έβγαλες πολλά ντοκουμέντα αξιόλογα και θα ήτο ενδιαφέρον να το συνέχιζες.

1 «Μου αρέσει»

Θα έλεγα να συνεχιστεί αυτό το νήμα, να ανεβάζουμε αξιόλογα κείμενα ειδικά από το αρχείο Τύπου στο οποίο έχουμε πλέον πρόσβαση.
Ξεκινώ με την παράθεση μερικών από αυτά. Δεν είμαι σίγουρη αν έχουν ήδη αναδημοσιευθεί, πιστεύω όμως πως ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση αξίζει να υπάρχουν, μια και δεν είναι εύκολη η πρόσβαση όλων μας σε κάθε έντυπο.

«Καρμενομανία»
Μα τι φταίει, βρε αδελφέ, ο κακόμοιρος ο κοσμάκης που έχη υποχρεωθή εδώ και κάμποσο καιρό να ακούη από το πρωί μέχρι το βράδυ ένα μοιρολόι αφιερωμένο στο γνωστό ηρωικό ταυρομάχο της Σεβίλλης που εμείς θελήσαμε να τον κάνουμε και βαρκάρη, έτσι για να τον ανακηρύξουμε, τρόπον τινά, επίτιμο δημότη Πειραιώς; Εδώ τόσοι συμπαθείς τύποι Πειραιωτών βαρκάρηδων αφανίστηκαν με την νέα διαμόρφωσι του λιμανιού και κανείς δεν ακούστηκε εκδηλώνοντας την παραμικρή λύπη για τη στέρησί τους.
Αντιθέτως για τον θάνατο του περιβόητου Αντώνιο – Βάργκας έχει αναστατωθή το σύμπαν και δεν ακούς παρά την επανάληψιν της κλαψιάρικης επωδού της τεθλιμμένης του Κάρμεν, θρηνούσης για τον τραγικό χαμό του αγαπημένου της,
Αντώνιο Βάργκας Χερέδια
με τη μεγάλη καρδιά…
Ας διαμαρτύρωνται όσο θέλουν οι αδιάφοροι κι οι θιγόμενοι Δανδήδες απ’ την αποθέωσι αυτή του ταυρομάχου και την εξύμνησι της μεγαλοψυχίας και της ομορφιάς του.
Για χάρι του όχι μόνο τα κορίτσια της Σιέρα Μορένα, αλλά και όλες οι Πειραιώτισσες έχουν σκύψει τα κεφάλια επάνω από το φέρετρό του κρατώντας το μαντήλι μπραστά στα μάτια κι αδιαφορώντας τελείως για τον συμπολίτη μας Δον Ζουάν που περιφρονημένος τώρα – τι εξευτελισμός για τον τρομερό γυναικοκατακτητή – προσπαθεί να συγκινήση με ικεσίες που απευθύνονται όχι πια στον Χερέδια, για τον οποίο η Κάρμεν τις προώρισε, αλλά στην απιστήσασαν ωραία Ελένη του:
Χωρίς αγάπη αχ! πώς να ζήσω
Φίλησέ με σαν πρώτα κι ας ξυψυχήσω…
Όπως κι αν έχη το πράγμα, ένα είναι το γεγονός: Ότι όλοι, μικροί και μεγάλοι αντιπρόσωποι και των δύο φύλων έχουν ξετρελλαθή, για να μην ειπώ αφηνιάσει, με την Κάρμεν και τα τραγούδια της.
Πολλοί μάλιστα απ’ αυτούς, οι μάλλον ξενομανείς και γλωσσομαθέστεροι, καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να αποδώσουν τους στίχους στο πρωτότυπο Ισπανικό κείμενο, που αν τους ακούση κανείς δεν θα μπορέση να διακρίνη αν πρόκειται για Ισπανικά ή …κορακίστικα.
Πόρτον κούρπα κουρπίτα για τέγκο κ.λπ.
Τέτοιο κρούσμα Καρμενομανίας, ας την πούμε, είχε καιρό να παρουσιαστή ή αν θυμάμαι καλά δεν ξανάχε παρατηρηθή ύστερα απ’ την επιδημία της πολυθρυλήτου πάλι Ραμόνας, που απήλαυσε την τιμή να γίνη και νούμερο θεατρικής επιθεωρήσεως, αφού και οι κουλουρτζήδες ακόμη διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους κατά παράφρασι επάνω στις νότες του τραγουδιού της.
Να’ ναι άραγε ενθουσιασμός οφειλόμενος στην τσαχπινιά της δημοφιλούς Ιμπέριο Αρζεντίνας που απέδωσε την Κάρμεν ή εκδήλωση συμπαθείας προς τον ατυχή πάντα ήρωα Χερέδιο;
Κι αν η Ραμόνα ευτύχησε να τιμηθή μόνο απ’ την πέννα του επιθεωρησιογράφου , τι πρέπει να γίνη για την Ιμπέριο χάριν της οποίας και μάντρες κινηματογράφων γκρεμίζονται και προγράμματα προβολών «κατά γενικήν απαίτησιν» μεταβάλλονται για να προσφερθή η γοητεία της στην ικανοποίησι του φιλοθεάμονος κοινού;
Ύστερα απ’ αυτές τις εκδηλώσεις ας τολμήση να ισχυρισθή κανείς πως η έκρηξι του πολέμου κι ο σάλος μέσα στον οποίο παλεύει η μισή σχεδόν Ευρώπη, επηρέασε τη διάθεσι των κινηματογραφοφίλων και μουσικοφίλων Πειραιωτών.
Προς το παρόν τουλάχιστον, οι αναλαμπές των εκπυρσοκροτούντων κανονιών που φτάνουν μέχρι την όρασι της φαντασίας μας και οι χείμαρροι των καθημερινών ειδήσεων που αφήνουν στον καθένα μας να υπολογίση τον αριθμό των νεανικών κορμιών που χάνονται, δεν αρκούν για να εμποδίσουν την εκδήλωσι της μουσικοφιλίας μας.
Ίσως το πείτε αυτό ασυνειδησία.

[«Θάρρος» Πειραιώς 2/10/ 1939]

3 «Μου αρέσει»

«Όργανον αντί οργάνου»
Μουσόληπτος κάτοικος του Πειραιώς ετραυμάτισε σοβαρώς δια μουσικού οργάνου εις την κεφαλήν τον μεθ’ ου συνδιασκέδαζε, διότι ο δεύτερος, εμπλησθείς πνεύματος Απολλωνείου, επέμενε να ερμηνεύση τας υψηλάς εμπνεύσεις του δια του γνωστού αβροχόρδου οργάνου μπουζουκίου.
Να εθεώρει, άραγε, ο πρώτος ότι ο φίλος του αδεξίως εχειρίζετο το μπουζούκιον;
Εν τοιαύτη περιπτώσει, αν αι περί σχετικών κυρώσεων αντιλήψεις του εγενικεύοντο, μέγα πλήθος αβρών δεσποινίδων που κακομεταχειρίζονται το πιάνο, προς απόγνωσιν των συνοίκων και των γειτόνων, να έφερε συνεχώς κεφαλοδέσμους. Ή μήπως εθεώρει ότι η μπουζουκομυσταγωγία ετελείτο ακαίρως;
Εν πάση περιπτώσει, ο παρά τας αντιρρήσεις του τολμήσας να κρούση το έγχορδον όργανον, αντελήφθη ότι ο φίλος του εγνώριζε καλώς τον χειρισμόν των σιδηρών οργάνων.

[Από την εφημερίδα «Πρωία», 13/10/ 1938]

4 «Μου αρέσει»

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΥΠΟΚΟΣΜΟΥ
ΕΙΣ ΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΑΣΙΣΟΠΟΤΩΝ

Ενώ ο Τάσος σιγανοτραγουδάει στη φυλακή.

Όχι που είμαστε και μεις «λεβέντες». Αλλά έτσι – πάντα άνθρωποι είμαστε – κι έτυχε να περάσωμε μια μέρα από την περίφημη «Παληά». Εξάλλου η επίσκεψίς μας – τουλάχιστον αυτή τη φορά – έγινε «εντεύθεν» των κιγκλίδων και έτσι οπωσδήποτε δεν υπήρχε λόγος να διεκδικήσωμε τον τίτλο του «λεβέντη». Αλλά, καθώς επλησίαζεν η ώρα να κτυπήση το καμπανάκι - αχ! αυτό το καμπανάκι που ξαναφέρνει τη μελαγχολική σιωπή, εκάνατε ποτέ σας φυλακή; - άκουσα το βραχνό αποτελείωμα του τραγουδιού:

Ήρθανε οι πολιτσμάνοι
και μας βρήκανε χαρμάνι…
Τα μαρκούτσια μάς επήραν
τον τεκέ μας τον εκλείσαν…

Και ένα γλυκό σφύριγμα επανέλαβε τον ήχο της στροφής χωρίς λόγια.
Μα η φωνή όσο και το τραγούδι μού ήσαν γνωστά. Τα ήξερα και τα δυο. Πού; Δεν μπορούσα να θυμηθώ. Και γι’ αυτό επλησίασα το αντικρυνό κιγκλίδωμα απ’ όπου ερχόταν το παράπονο… Στην αρχή παρ’ ολίγο να μην τον γνωρίσω. Πώς είχεν αλλάξει! Τα μαλλιά του που ήσαν πάντα καλοχωρισμένα απ’ τα αριστερά, έπεφταν τώρα άτακτα μπροστά στα μάτια του. Το χρώμα του είχε γίνει ακόμη πιο ωχρό απ’ ό,τι ήταν. Τα άλλοτα αεικίνητα μάτια του είχαν χάσει την λάμψι εκείνη που είχαν και απλανή και σκοτεινά εβυθίζοντο στις κόγχες των.
Αν δεν μού μιλούσε δεν θα τον καταλάβαινα:
-Ρε δάσκαλε, τον βρήκες τον χαλκά της γης; αντήχησεν η καθαρή φωνή του που δεν κατώρθωσαν να την «σκουριάνουν» εκατοντάδες «τσιγαρλίκια» και «λουλάδες» - όπως την είχα ακούσει κι άλλοτε, τότε που οι δουλειές επήγαιναν καλά κι οι πολιτσμάνοι δεν είχαν κλείσει τον τεκέ. Γιατί κατά το μυαλό του Τάσου του Κουσκούση - αυτουνού που είχε τον τεκέ κάτω κει στον Αη – Γιώργη – το μεγαλύτερο πρόβλημα που απασχολεί τη διανόησι σήμερα, από τον καθηγητή Πανεπιστημίου ως τον τελευταίο φοιτητή, περνώντας από τους δικηγόρους, γιατρούς, δημοσιογράφους κ.λπ., είνε να βρεθεί ο «χαλκάς της γης». Γι’ αυτό σκύβουν ώρες στα χαρτιά επάνω, γι’ αυτό καταναλίσκουν οκάδες μελάνι, όλοι αυτοί οι «αθρώποι της κουκουβάγιας».
Το καμπανάκι όμως εκτύπησεν αλύπητα. Εκατοντάδες χέρια διεσταυρώθησαν για τελευταία φορά στα σίδερα της φυλακής, δάκρυα εκύλησαν και ματιές βυθίστηκαν η μια στην άλλη ως σε σημείο να συγχισθούν και να γίνουν ένα. Με το κύμα των επισκεπτών βρέθηκα και γω έξω από τη βαρειά πόρτα που έκλεισε με ξηρό κρότο…

Πάνε χρόνια τώρα που τον γνώρισα. Σε ένα απόμερο δρομάκο των Αθηνών, κατά το Παλαιό Νεκροταφείο, ένα χαμηλό και άσημο καφενεδάκι κρατούσε τη μια γωνιά του σταυροδρομιού. Για τον «αμύητο» διαβάτη δεν επρόδιδε τίποτε το εξαιρετικό. Μια πάντα φρεσκομπογιατισμένη επιγραφή στον επάνω τοίχο έλεγε: «Καφενείον το Κλουπ». Κι’ από κάτω, πότε είχε και πότε δεν είχε το όνομα του ιδιοκτήτη. Αυτό εξηρτάτο από τις περιστάσεις, όπως άλλως τε και τι όνομα θάμπαινε. Λίγες καρέκλες, ένας φτωχός μπουφές και δυο καθρέφτες – όλα όμως καθαρά. Την επίπλωσι συνεπλήρωνε ένας … «πίνακας» ζωγραφικής: πάνω σε μια γαλήνια, φεγγαρόλουστη θάλασσα απλωνόταν μετέωρη, χωρίς να στηρίζεται από πουθενά μια θαλασσιά κορδέλλα και πάνω σ’ αυτή ένα κορίτσι καθισμένο δεν κατώρθωνε να πάρη την έκφραση που ήθελε να της δώση ο … «καλλιτέχνης» της και που την διατύπωνε στην επιγραφή: «Ρεμβασμοί παρθένου!»…
Ένα γραμμόφωνο διασκέδαζε τους θαμώνες. Και κάπου κάπου το «ξεκούραζεν» ένα μπαγλαμαδάκι, που το βαρούσεν ένας τσιμπλιάρης. Όμως στη γειτονιά όλοι ήξεραν τι κρύβεται πίσω από το «αθώο» αυτό καφενεδάκι. Το ήξεραν τόσο καλά, όσο και οι ίδιοι οι θαμώνες του. Ήξεραν πού βγάζει αυτό το μυστικό παραθυράκι από βάθος δεξιά του καφενείου…Το ήξερα κι εγώ. Γιατί παρακολουθώντας από την απέναντι πόρτα του σπιτιού μου έβλεπα να μπαίνη μυρμηκιά ολόκληρη στο καφενείο. Κι όταν πλησίαζα, τάχα για να πιω ένα καφέ, το καφενείο …ήταν άδειο! Είχαν όλοι περάσει από το μικρό παραθυράκι στο συνεχόμενο σπίτι – στον τεκέ.
Ήταν ένας κόσμος ολόκληρος. Ένας υπόκοσμος, μάλλον. Με τα ήθη, με τα έθιμά του, με την τιμή του, με τους κανόνας που ερρύθμιζαν τις σχέσεις των μελών του. Ένας κόσμος που συναθροιζόταν εκεί και παρεδίδετο στη νάρκη, στα φευγαλέα όνειρα του «λουλά» και της «τσίκας». Τι κι αν ο νόμος το απαγορεύη; Τα κλειστά παράθυρα που συγκρατούσαν μέσα στο δωμάτιο τους καπνούς του τρομερού δηλητηρίου με τη μυρουδιά λιβανιού, δεν ήσαν τα μόνα που προφύλασσαν τους ηδονιζομένους από τα περίεργα μάτια του νόμου…
Εμπιστοσύνη; Όση θέλετε. Ο Τάσος με το πλούσιο μουστάκι το κτενισμένο προς τα κάτω, είχε πάντα ανάγκη από κάποιο «γραμματιζούμενο». Γιατί ήταν ολόκληρος επιχειρηματίας. Οι υποθέσεις του απλωνόταν σ’ όλη την Ελλάδα και πέρα απ’ αυτή. Στη Μαρσίλια, στην Αλεξάνδρεια πάντα θα υπήρχε κάποιος με τον οποίο «νταραβεριζόταν» και στον οποίο έπρεπε να γράφη. Μα προ παντός η εμπιστοσύνη του βασιζόταν στην εχεμύθειά μου. Κι έτσι είδα… Τι; Δεν είνε εύκολο ούτε με μιας να το πω ούτε και όλα όσα είδα να τα περιγράψω. Μα ένα δυο επεισόδια, αρκούν για να σας μπάσουν στα μυστήρια του υποκόσμου αυτού.
Μισή ώρα πριν «γυρίση» η νύχτα. Καθώς ανοίγει η πόρτα του δωματίου με λούζει μια μυρουδιά λιβανιού και θαρρώ πως βρίσκομαι σε νεκροταφείο. Η ιεροτελεστία έχει φαίνεται αρχίσει προ πολλού γιατί η ατμόσφαιρα είνε γεμάτη καπνούς. Καμιά δεκαριά άνθρωποι κάθονται χάμω, σχηματίζοντας κύκλο. Ένας ξαπλωμένος, άλλος μισοξαπλωμένος κι όλοι τους βαρείς, νυσταλέοι, με κατακόκκινα μάτια, κάτι μάτια μικρούτσικα, τόσα δα, κατατσακισμένα, αναπνέουν βαθειά. Όλοι γνωστοί τύποι, θαμώνες του «Κλουπ». Μια μικρή ταραχή στην εμφάνισί μου, καθησυχάστηκαν αμέσως από ένα «εν τάξει» που «αμόλυσεν» ο Τάσος ενώ μού υπέδειχνε να καθίσω κι εγώ.
Στη μέση ένας ναργιλές με τρία μαρκούτσια τα οποία εδέχοντο αλληλοδιαδόχως τα δέκα στόματα. Ένα πιάτο γλυκά, εχρησίμευε για τον οργανισμό των ανθρώπων αυτών, όπως το λίπος στη μηχανή.
-Γρρρ…γρρρ…γρρ……… το ρυθμικό γουργούρισμα του «λουλά» συνώδευε το μπαγλαμά του Μήτσου του Γλαστράκια, σιγοντάροντας συγχρόνως τον ξεψυχισμένο ήχο της βραχνής φωνής του Νίκου του Ωμορφονηού.

Αχώριστα συντρο
συντρόφια μας
η κάμα και η
τσίκα…
η μια σκοτω
σκοτώνει τον οχτρό
κι η άλλη τρώ
ει την πίκρα…

Αλλά το χασίς είνε δηλητήριο. Εξάπτει τη φαντασία, διεγείρει τα νεύρα. Η «παρεξήγησι» είνε το συχνότερο αποτέλεσμα που δεν άργησε να δημιουργηθή και στην περίπτωσι του οργανοπαίκτου και του τραγουδιστή. Με μιας τινάχτηκαν και οι δυο επάνω και στο φως της λάμπας άστραψαν οι λεπίδες δυο καμών. Από τους «άλλους» κανένας δεν κινήθηκε. Λες και την ώρα τούτη που πλησίαζε το τέλος του ενός από τους συμπλεκομένους, δεν συνέβαινε τίποτε. Από ένστικτο, πετάχτηκα κι γώ επάνω με διαθέσεις να επέμβω προς ματαίωσιν του κακού. Αμέσως όμως δυο χέρια με ανάγκασαν να καθίσω πάλι:
-Α, δάσκαλε, κάτσε χάμω. Ας τα παιδιά να εξηγηθούν!
Η «εξήγησις» ήταν δυο μαχαιριές στην πλάτη του Γλαστράκια. Όμως ο νόμος είνε νόμος. Και σύμφωνα μ’ αυτόν, όταν δυο «ντερβισάδες» έχουν διαφορές, όταν «ξηγιούνται», κανείς δεν παρεμβαίνει. Το νόμο αυτό τον τηρούν οι πιστοί κατά γράμμα. Γι’ αυτό και ενώ ο Γλαστράκιας άφηνε μουγγούς μυκηθμούς από τον πόνο του, ο Γιάννης ο Κεκές (έτσι τον έλεγαν γιατί εψεύδιζε) έλεγε σκαλίζοντας το λουλά:
-Έ-ε-ένα κα-κα-κάρβουνο, Τάσο!

Μια άλλη καλοκαιρινή βραδυά, ενώ το γραμμόφωνο του «Κλουμπ» έπαιζε το «Κουκλάκι μου», και η κίνησις ήτο ζωηρή στο καφενείο, εσταμάτησε στην πόρτα μια κλειστή λιμουζίνα. Οι επιβαίνοντες διέταξαν δυο ούζα.
-Θέλετε και μεζέ; Ερώτησεν ο Τάσος.
Και αφού έλαβε καταφατική απάντησι, επέστρεψε σε λίγο με ένα δίσκο επί του οποίου ευρίσκοντο 4 ποτήρια ούζο και δυο καρύδια. Οι επιβάται τα ήπιαν χωρίς να ξεμυτίσουν, επήραν τα καρύδια κι ύστερα είδα να πέφτη στο δίσκο ένα χαρτί. Κι ενώ ο σωφέρ «έβαζε μπρος», η φωνή του Τάσου εσκέπασε τη βοή που ανεδύετο από τις σιγοκουβέντες που έκαναν οι διάφορες παρέες στα τραπεζάκια.
-Γεια χαρά!
Σε λίγο ο Τάσος, με την απεριόριστη εμπιστοσύνη του, μού απεκάλυπτε το μυστικό. Ήταν ο κ.Χ…(και μου είπε ένα γνωστότατο αριστοκρατικό όνομα). Όσο για το «μεζέ», αυτός είχε τακτοποιηθεί από προηγουμένως, αφού τα καρύδια δεν ήσαν τέτοια παρά μόνον όσον αφορά το φλοιό. Γιατί το περιεχόμενο είχεν αντικατασταθή με «μαύρο».
Έτσι περνούσεν η ζωή. Λεπτά «άμμος». Κάθε βράδυ ο Νώντας ο σωφέρ, ο αγαπητικός της Μαρίας της χήρας, ήξερε πως έπρεπε νάρθη να πάη τα παιδιά «μια βόλτα ως το Φάληρο». Ο ράφτης δεν πρόφτανε να ράβη όλο και καινούρια «τζογιέ». Ως που ήρθε και η περίοδος των «ισχνών αγελάδων».
Μυστήριο το γιατί έκαμε την εμφάνισί της η αστυνομία. Οπωσδήποτε όμως μια βραδυά η γειτονιά αναστατώθηκεν από τους πυροβολισμούς. Ο «μπλόκος» είχε πιάσει «σκαστό» τον Τάσο την ώρα που παράδινε κάτι «γραμμάρια» στη γρηά Τσαρούχαινα, που λεν πως ήταν επίτηδες «βαλτή». Μα ο Τάσος δεν παραδινόταν τόσο εύκολα και τράβηξε πιστόλι. Στο τέλος αναγκάστηκε να υποκύψη. Παραδόθηκε στους πολλούς μα δεν μίλησε.
-Πού είναι το «πράμα»; Ρώτησεν ο επικεφαλής συνοδεύων την ερώτησί του με ένα ισχυρό μπάτσο.
-Τι λε… ρε ; ήταν η απάντησι.
Ένας αστυφύλακας όμως θέλησε να πιη κρύο νερό. Κι άρχισε να τραβά το «μάγγανο» του πηγαδιού… Αντί όμως για νερό, ήρθε στην επιφάνεια μια ογκώδης στάμνα. Και τι δεν βγήκε από κει μέσα… Χασίς, ηρωίνη, κοκαΐνη, μορφίνη…
Και τέλος ο Τάσος περιμένοντας να περάσουν τα 3 ½ χρόνια του, σιγοτραγουδεί κάθε βράδυ στην «Παληά»:

«τα μαρκούτσια μάς επήραν
τον τεκέ μας τον εκλείσαν»
Α/Ν

[Βραδυνή, 25/8/1931]

5 «Μου αρέσει»

… “μας βρήκανε ντουμάνι” είναι η σωστή λέξη: χαρμάνι είναι ο πρόσκαιρα στερούμενος της ουσίας, όπερ άτοπον για τέτοια περίπτωση, αντίθετα ο χώρος που αντικρύζουν οι πολιτσμάνοι είναι “ντουμάνι” απ’ τον καπνό και ακριβώς με τη λέξη αυτή χαρακτηρίζονται και οι ενδιαιτούμενοι σε αυτόν.

1 «Μου αρέσει»

«Χαρμάνι» πάντως γράφει ο αρθρογράφος ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται γνώστης και του χώρου και των προσώπων που περιγράφει.

Τα στιχάκια:

που τραγουδά αυτός ο Τάσος, ευρισκόμενος στην «Παληά» τώρα πλέον, σχετίζονται με ένα παλαιότερο συμβάν , όπου (απ’ ό,τι φαίνεται ) όταν μπούκαραν οι πολιτσμάνοι , οι θαμώνες ήταν όντως χαρμάνηδες, δεν είχαν προλάβει να μπουν καν στην ιεροτελεστία και μάλλον εκφράζει με αυτό τον τρόπο την απογοήτευσή του που τους έκοψε πάνω στη φούρια τους.

1 «Μου αρέσει»

Άρθρο με ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή των «παλληκαράδων» / κουτσαβάκηδων, για το έθιμο της δερματοστιξίας (η οποία θυμίζει αρκετά τη σύγχρονη εποχή) και για την ποίηση της κάμας.
Μεταφερμένο σε κείμενο πιο ευανάγνωστο:

«Οι στίχοι της κάμας»
Υπάρχει εν είδος ποιήσεως εις την Ελλάδα δια το οποίον η κριτική δεν ωμίλησεν ακόμη. Το είδος αυτό καλλιεργείται εις τας φυλακάς και εις μερικά οπλοποιεία. Όλαι σχεδόν αι φυλακαί έχουν μύστας της τέχνης αυτής, οίτινες χαράσσουν ηρωικά δίστιχα επί της κάμας ή του υποκοπάνου του γκρα.
Δεν ενθυμούμαι πότε το πρώτον ανεφάνη η ποίησις αυτή και ποία υπήρξαν τα πρώτα της αριστουργήματα֗ αλλ’ υποθέτω ότι εγεννήθη και συνυφάνθη με τον παλληκαρισμόν των πόλεων, όχι των ορέων, με τον παλληκαρισμόν ο οποίος είχε προδρόμους τους ήρωας του Ψυρρή και του Αγίου Φιλίππου, και ο οποίος ανεπήδησεν από τας πρώτας βουλευτικάς εκλογάς.
Εάν είχεν κανείς την υπομονήν να αναδιφήση τα αρχεία της αστυνομίας και της εισαγγελίας θα κατήρτιζε μίαν από τας πολυτιμοτάτας συλλογάς της κουτσαβακικής αυτής ποιήσεως. Υπάρχουν εκεί χιλιάδες κάμαι και κουμπούραι κατάγλυφοι και κατάστικτοι από φλογερά τετράστιχα και δίστιχα τα οποία πότε είνε περιφρόνησις προς τους κινδύνους και τον θάνατον και πότε πικρόν παράπονον κατά της Δικαιοσύνης.
Είναι άπειροι οι ηρωικοί στίχοι οι εξυμνούντες την λεβεντιά με το κόκκινο ζουνάρι, του οποίου η άκρα προβάλλουσα κάτω από το κοντό σακκάκι με το σειρήτι προκαλεί. Και είνε αμέτρητα τα τετράστιχα τα κεντημένα επί του στήθους και των βραχιόνων κάτω από το τρομερόν σύμπλεγμα του όφεως και της γοργόνας. Εκτός του στερεοτύπου «Αχ !» «Βαχ !» υπάρχει πλήθος στίχων πονετικών ή αγρίων ή απειλητικών ή υβριστικών ή απελπιστικών. Ένα χέρι φυλακισμένου ομοιάζει πολλάκις με ημερολόγιον κατάφορτον από στίχους και από «όφεις ιοβόλους» και από «γοργόνας υπερήφανες».
Αλλ’ η κάμα είνε το παν. Επ’ αυτής χαράσσονται τα αριστουργήματα, τα εκλεκτά προϊόντα της ποιήσεως του Μεντρεσέ και του Παλαιού Στρατώνος. Παλληκαράς χωρίς να έχη μίαν τοιαύτην ποιητικήν συλλογήν εις την ζώνην του δεν είνε παλληκαράς με …καλαισθησίαν και με άισθημα.
Ημπορούσα να σάς παραθέσω πολλά, αλλά δεν αξίζουν όλα֗ και δι αυτό σάς σερβίρω τα ωραιότερα.
Επί μιας κάμας μήκους ενός μέτρου κατασχεθείσης υπό του αρχιφύλακος εις τας φυλακάς του Συγγρού υπάρχει το εξής δίστιχον:

Δικαιοσύνη πρόστυχη και Νόμε ανωφελή
Εγώ είμαι Νόμος δίκοπος και Δίκηο που θερίζει.

Επί μιας άλλης η οποία ευρέθη εις την ζώνην ενός χασισοπότου:

Όποιος δεν μπήκε φυλακή δεν εχτιμά τον ήλιο
Κι αγάπη όποιος δεν έχασε δεν ξέρει τι είνε ο τάφος.
Εμαχαιρώθηκα
Μα δεν σκοτώθηκα.
Αχ ! Βαχ ! 30 Ιουλίου 1901.

Ο Μίχας ηκολούθησεν μάλλον την ποίησιν των υποκοπάνων֗ επροτίμησε να χαράξη επί του όπλου του τους στίχους και όχι επί της μαχαίρας.

Γεια σου βρε Αράπη φλογερέ
Πικρόσφαιρο πουλί μου
Και συ λεοντοκαρδούλα μου
Κολώνα το κορμί μου
Ή ταν ή επί ταν.

Μανθάνομεν όμως από τους περιγράψαντας τα κατά την σύλληψίν του ότι ητοιμάζετο να γράψη στίχους και δια την κάμαν του αλλ’ ότι δεν επρόφτασε. Κρίμα. Διότι η ποίησις των φυλακών έχασε ένα αριστούργημα. Αν η σύλληψις εγίνετο μετά δύο ή τρεις ημέρας θα ετελείωνε το δίστιχον και σήμερον εις την συλλογήν των κοπτερών στίχων θα εφιγουράριζε και μία ακόμη έμμετρος απειλή ή βλασφημία ή κατάρα. Δεν εχάθη όμως ο καιρός. Εις τας φυλακάς ο Μίχας ημπορεί να αποτελειώση το έργον του δια του οποίου θα πλουτίση την ποίησιν του Μενδρεσέ, την ποίησιν με την σταχτιά ρεμπούπλικα και την κόκκινη ζώνη και με την οποία θα αποτελειώση τους κατοίκους του Μενιδίου όταν θα δραπετεύση.

Ο ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ

[εφημερίδα «Εμπρός» 10/9/1906]

6 «Μου αρέσει»

να μαθαινουμε και διαχρονικες αληθειες…

1 «Μου αρέσει»

Έτσι είναι, παλικάρια επί πληρωμή ήταν. Ιδιωτικοί στρατοί.

1 «Μου αρέσει»

οι οποίες, μάλλον βουλευτικές σφαγές ήταν παρά εκλογές…

ΤΑ ΓΡΑΜΜΟΦΩΝΑ
Ο Θεός να ευλογή το Υπουργείον Τύπου. Με τα μέτρα που έλαβε δια το κοντρολάρισμα των κυκλοφορούντων δίσκων γραμμοφώνων μάς απήλλαξεν από έναν τρομερόν εφιάλτην. Όλοι αυτοί οι περίφημοι δίσκοι από τους οποίους τόσα υπέφεραν τα ώτα μας καθ’ εκάστην θα λείψουν. Οι αηδίες και οι ηλιθιότητες που εσερβίροντο από τους διαφόρους επιχειρηματίας κονσερβαρισμένες θα πάψουν να υφίστανται. Ήτο καιρός το δίχως άλλο. Δεν είχαμε προφθάση να λησμονήσωμεν την «Βαρβάραν» και είχε ξεφυτρώσει το "Μπουζουκάκι». Εάν ένας ξένος ήθελε να κρίνη το ποιόν μας από το περιεχόμενον των κυκλοφορούντων δίσκων θα εχαρακτήριζε τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του λαού μας ως χασισοπότας. Διότι αυτό συμβαίνει με τα γραμμόφωνα. Έτσι μάς εμφανίζουν. Αυτό δείχνουν. Εχρειάζετο λοιπόν να τεθή ένας φραγμός εις τας κουτάς και απολιτίτσους αυτάς τάσεις των συνθετών της κακηάς ώρας. Χάθηκαν βρε αδελφέ τα εύθυμα, τα χαρούμενα, τα πολιτισμένα μουσικά κομμάτια που σκορπούν το κέφι και κάνουν αδιάθετο τον ακροατή; Διότι και αυτό συμβαίνει ακόμα. Εάν οι δίσκοι δεν είναι υπερβολικά σερέτικος κλαίνε. Θρηνούν ως να ακολουθούν μίαν κηδείαν πεφιλημένου προσώπου. Σπάνιο το φαινόμενο ενός ευδιαθέτου δίσκου. Τι διάβολο δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν αυτοί οι συνθέται;

Ο ΑΜΑΝΕΣ
Αλλά και η απόφασις της οριστικής καταργήσεως του αμανέ από τους φωνογραφικούς δίσκους αποτελεί σημαντικόν βήμα πολιτισμού. Είχε πολιτογραφηθή από τα έτη της δουλείας ο αμανές. Αλλά ήταν αφόρητη η συνέχισίς του και αδικαιολόγητος. Αφού και εις την πατρίδα του, την φίλην και σύμμαχον Τουρκίαν ακόμη, εδιώχθη και διώκεται με σκοπόν την πλήρη κατάργησίν του. Ήταν ντροπή στον αιώνα του αεροπλάνου και του ραδιοφώνου η ύπαρξις του αμανέ. Επί τέλους είμαστε ένας λαός με εξέλιξη και πολίτευμα. Δεν μπορούμε να ενθυμούμεθα κάθε τόσο ότι υπήρξαμεν επί μίαν σειράν αιώνων σκλάβοι.

[«Σημαία» 30/11/1937]

[Το “Μπουζουκάκι” μάλλον είναι το τραγούδι του Σκαρβέλη με την Αμπατζή, το 1932]

2 «Μου αρέσει»

«Ο πόλεμος κατά του αμανέ ως μέσον εκπολιτισμού»

Μεθοδικά και περιεσκεμμένα μέτρα εκμοντερνισμού της Κωνσταντινουπόλεως

Ωμιλήσαμε δια τας προσπαθείας των Τούρκων προς μοντερνισμόν της Κωνσταντινουπόλεως δι’ εξωραϊσμών της πόλεως, στερεώσεως και μεθοδικής επιδείξεως των βυζαντινών μνημείων, κατασκευής τουριστικών έργων κλπ. Η προσπάθεια αυτή του μοντερνισμού, ή καλλίτερα του «εξευρωπαϊσμού», στρέφεται και προς τα πρόσωπα, προς την ζωήν εν γένει των κατοίκων. Εν τούτοις, ενώ ο μοντερνισμός δρόμων και κτιρίων γίνεται με μεγάλην σπουδήν, ο «εξευρωπαϊσμός» των κατοίκων γίνεται με μέθοδον και περίσκεψιν, ώστε να μη προσκόψη αποτόμως εις έθιμα και τρόπους ζωής καθιερωμένους από αιώνων. Και θα αναφέρωμεν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Ο «ναργιλές», τα «ρακοπωλεία», ο «αμανές», ιδού τρία πράγματα, χωρίς τα οποία δύσκολα θα ανεγνώριζε κανείς την Πόλι. Αυτά απετέλουν το κυριώτερο «κουλέρ λοκάλ» της, αυτά της έδιδαν τον μυστικοπαθή και γοητευτικόν χαρακτήρα της «λαγγεμένης Ανατολής», τον οποίον τόσον ύμνησαν οι μεγαλείτεροι συγγραφείς και ποιηταί του παρελθόντος αιώνος. Το φέσι κατηργήθη, όπως και το σαρίκι του χότζα και το ράσον των Ορθοδόξων και Καθολικών κληρικών. Αλλ’ αυτά ήσαν εξωτερικά γνωρίσματα, ενώ ο ναργιλές, το ρακί και υπεράνω όλων ο αμανές είνε βαθύτερα ζυμωμένα με την ζωήν, θα ελέγαμε πως βγαίνουν από την ψυχή του κατοίκου της Πόλης. Η κατάργησίς των λοιπόν ή ο μοντερνισμός των γίνεται μεθοδικά. Δεν εκηρύχθη καθόλου πόλεμος κατά των περιφήμων ρακοπωλείων και των θρυλικών μεζέδων των. Εις τα κεντρικά όμως σημεία της πόλεως αντικατεστάθησαν από κέντρα ευπρεπισμένα, εις τα οποία η κουζίνα θα είνε αόρατος εις το εσωτερικόν, θα έχουν ληφθή αυστηρά μέτρα καθαριότητος και οι μεζέδες θα σερβίρωνται όπως περίπου τα ορεκτικά του φαγητού εις τα γεύματα, με απαστράπτοντα σερβίτσια και με …πετσέτες. Γίνεται μάλιστα σκέψις να μη λειτουργούν ως καθαρώς ρακοπωλεία παρά μόνον μεταξύ ένδεκα και δώδεκα το μεσημέρι και έξη έως οκτώ το βράδυ, κατά τας άλλας δε ώρας να είνε καφενεία. Εις τα κέντρα αυτά θα απαγορεύωνται ολωσδιόλου τα άσματα, οι φωνογράφοι κλπ. και οι καταστηματάρχαι θα έχουν την υποχρέωσιν να σταματούν το σερβίρισμα εις πρόσωπα τα οποία φθάνουν ήδη προς μέθην ή άλλως πως θορυβούν. Ώστε, όπως βλέπομεν, δεν κηρύχθη πόλεμος κατά του ρακιού και των μεζέδων της Πόλης, αλλ’ εναντίον των καταχρήσεων, αι οποίαι υπενθύμιζον παλαιά συστήματα ζωής. Εις τας μακρυνάς άλλως τε συνοικίας τα ρακοπωλεία μένουν ως έχουν. Το ίδιον περίπου έγινε και με τον ναργιλέν. Δεν απηγορεύθη ούτε εις τα σπίτια, ούτε εις τα συνοικιακά κέντρα. Απαγορεύεται όμως εντός του «τουριστικού κύκλου», δηλαδή των κοσμοπολιτικών συνοικιών, αι οποίαι μοντερνίζονται και αι οποίαι δεν πρέπει να υπενθυμίζουν την παλαιάν ζωήν των ροφώντων μακαρίως τους ναργιλέδες των εις τα πεζοδρόμια και τα κέντρα.
Με τους αμανέδες έγινε κάτι το ριζοσπαστικώτερον. Απηγορεύθησαν εις τα θέατρα, εις τους δρόμους, εις τα δημόσια κέντρα, εις την κυκλοφορίαν με μουσικά τεμάχια ή πλάκες φωνογράφων. Το νανουριστικό και κλαψιάρικο «αμαααάν» εκηρύχθη υπό καταδίωξιν. Και τι θα γίνη η νοσταλγική ψυχή του Ανατολίτη χωρίς αυτό; Πώς θα πάνε «κάτω τα φαρμάκια» της καθημερινής ζωής, χωρίς ανατολίτικο τραγούδι; Γίνεται «κέφι», «μεράκια», έρως με τραγούδι οπερέττας και επιθεωρήσεως, με σκοπό βαλς ή ταγκό, χωρίς τον παθητικό τόνο του πολίτικου αμανέ; Αλλά για όλα αυτά η τουρκική Κυβέρνησις αδιαφορεί. Εχαρακτήρισε τον αμανέ ως δείγμα τεμπελιάς, ως αφαιρούντα από τον άνθρωπον την δύναμιν της ενεργείας, την φαιδρότητα της ζωής, την προσπάθειαν κάποιας νέας δημιουργίας. Επομένως απεφάσισε να τον καταργήση όχι απλώς ως λείψανον της ζωής του παρελθόντος, αλλά και δια ψυχολογικούς λόγους, ως ένα είδος εμποδίου της εκπολιτιστικής προσπαθείας.
Εν τούτοις ο αμανές δεν εξωστρακίσθη εντελώς από την Κωνσταντινούπολιν. Εγκαθιδρύθη επισήμως και μεγαλοπρεπώς εις δύο ειδικά «θέατρα αμανέ». Ο δυστυχής από ερωτικόν πάθος, από «μεράκι», από φευγαλέον καθρέπτισμα του πόνου και των ονείρων μιας ψυχής, έγινε …θέαμα! Όσοι ευχαριστούνται να ακούσουν αμανέ πηγαίνουν εκεί, απαράλλαχτα όπως θα επήγαιναν εις μίαν οπερέτταν, εις μίαν συναυλίαν, εις ένα έργον κινηματογράφου, για να περάσουν την βραδυά των.
Επισκεπτόμεθα ένα, το καλλίτερον και κεντρικώτερον από αυτά, αποφασίζοντες να διέλθωμεν εκεί την βραδυά μας μετά Τούρκων συναδέλφων. Καθίσματα, θεωρεία, σκηνή, ορχήστρα, με άλλους λόγους συνήθης όψις ενός οποιουδήποτε θεάτρου. Το μόνον πράγμα που διαφέρει είνε ότι η ορχήστρα είνε τοποθετημένη εις εμφανές σημείον της σκηνής και ότι, μεταξύ των άλλων οργάνων συγκαταλέγεται και ένα …σαντούρι. Οι καλλιτέχναι, ή μάλλον αι καλλιτέχνιδες, εμφανίζονται η μία μετά την άλλην επί της σκηνής. Είνε όλες ντυμένες σεμνότατα, φέρουν ως επί το πλείστον μαύρο φόρεμα κλειστό έως το λαιμό και τους καρπούς των χειρών, αλλά με κτένισμα «περμανάντ» και μακιγιάρισμα πολύ επιμελημένο. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται περί Ευρωπαίας καλλιτέχνιδος δραματικού θεάτρου παρά περί Ανατολίτισσας, η οποία πρόκειται να τραγουδήση αμανέδες ! Μερικαί μάλιστα κρατούν και μουσικά τεμάχια εις τα χέρια !
Είνε πραγματικαί καλλιτέχνιδες, απόφοιτοι Ωδείων, με υπερβολικά καλή φωνή και θεατρική τέχνη. Τραγουδούν με πάθος τα ανατολίτικα τραγούδια, με χρώμα φωνής, με ρυθμικές κινήσεις. Εν τούτοις, τα εννέα δέκατα της πελατείας των κέντρων αυτών είνε ξένοι ή Τούρκοι των επαρχιών, οι οποίοι πηγαίνουν εις την Κωνσταντινούπολιν δι’ υποθέσεις των και ζητούν κάτι που να τους υπενθυμίζη την παληά ζωή. Κωνσταντινουπολίται ελάχιστοι πηγαίνουν και αυτοί φεύγουν μελαγχολικοί. Και με το δίκηο των.
Όπως κατήντησεν ο ατυχής αμανές, έγινεν αγνώριστος, αφ’ ότου εξευρωπαΐσθη και αυτός !

ΑΠ. Β. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
[«Έθνος» 12/11/1937]


Αυτός ο με το ζόρι εξευρωπαϊσμός, μου θύμισε το βιντεάκι του Σινάν Τσετίν:
“Be happy, it’s an order” . Το είχαμε ανεβάσει και παλαιότερα στο φόρουμ, το ξαναβάζω όμως γιατί είναι χαρακτηριστικό αυτής της προσπάθειας εκμοντερνισμού της τουρκικής κοινωνίας που είναι και το θέμα του κειμένου αυτού. Υποτίθεται πως διηγείται συμβάν σε χωριό της Ανατολίας, στις 2/11/1934. .
Δείτε το!

https://www.youtube.com/watch?v=cbW18HKWqzs

3 «Μου αρέσει»