Απαγορευμένες ουσίες σε τανγκό του Μεσοπολέμου...

Όπως διαβάζουμε στο έντυπο, το τραγούδι γράφτηκε για να το τραγουδήσει ο Μήτσος Μυράτ.

1 Like

Όλα τα παραπάνω, βρέθηκαν στην σελίδα
http://eliaserver.elia.org.gr:8080/lselia/listres.aspx?lsid=141156&fcode=p700a&ftext=ΣΥΝΘΕΤΗΣ%20ΜΟΥΣΙΚΟΥ%20ΚΟΜΜΑΤΙΟΥ&fval=Κωνσταντινίδης,%20Γρηγόριος&form=300006

1 Like

http://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=8622

Ηχογραφήθηκε και για την Victor Αμερικής, σύμφωνα με την παρακάτω ετικέτα. Δεν έχει βρεθεί το τραγούδι στην δισκοθήκη του sealabs.

VICTOR%2068949%20%20B

Μιας και ο Φώτης ανακίνησε αυτή τη συζήτηση, η οποία από τις απαγορευμένες ουσίες στα τανγκό είχε πλέον εκτραπεί προς το γενικότερο θέμα της επαφής, επικοινωνίας και αμοιβαίας επίδρασης μεταξύ ελαφρού και ρεμπέτικου, ναβάλω ένα τραγούδι που μου έκανε εντύπωση όταν το άκουσα:

Σύνθεση και στίχοι, καθαρά ρεμπέτικοι. Το ίδιο και η φωνητική ερμηνεία. Στο συνολικό άκουσμα όμως, το πιάνο είναι εντελώς καταλυτικό. Εμένα, αν με παραπέμπει σε κάτι, είναι στο ελαφρό της ίδιας περιόδου.

Εκτός από τη στεθερή ρυθμική-αρμονική συνοδεία στο αριστερό χέρι, υπάρχει και η μελωδία στο δεξί που παίζεται σε διάφορες οκτάβες, άλλοτε πιο ψηλά από το βιολί, άλλοτε μαζί του, άλλοτε πιο χαμηλά και άλλοτε (νομίζω) καθόλου, πάντοτε όμως συνοδεύοντας το βιολί, χωρίς να βγαίνει στο προσκήνιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακούμε κυρίως μεν το βιολί, που βέβαια παίζει πιο συντηρητικά, αλλά με τόσες εναλλαγές στο συνολικό ηχόχρωμα της «ορχήστρας» όσες αρμόζουν στο ελαφρό αλλά δε συνηθίζονται καθόλου στο ρεμπέτικο, εκείνης τουλάχιστον της εποχής.

1 Like

Εγώ πάλι δεν βλέπω το πιάνο ως καταλυτικό, σε βαθμό μάλιστα που να αμφισβητείται το «λαϊκό» ύφος προς όφελος του «ελαφρού». Με τίποτα δεν αμφισβητείται η πρωτιά του βιολιού και στην υποστήριξη του «λαϊκού» ύφους (αποφεύγω συνειδητά το «ρεμπέτικο») καταλυτικό ρόλο παίζει και ο τονισμός του (τεσσαριού) μέτρου, που τον βρίσκουμε και σε πολλά άλλα σμυρναίικα της εποχής (π.χ. Κρασοπίνω), και φυσικά και οι στίχοι, το ύφος της ερμηνείας αλλά και η ενορχήστρωση, με τις χαρακτηριστικές ανταποκρίσεις του βιολιού με το τέλος του κάθε κάντο. Μία εναλλαγή στις οκτάβες του πιάνου δεν αρκεί για να σπρώξει το κομμάτι προς το «ελαφρό», λέω εγώ βέβαια.

Μάλλον καντάδα θυμίζει μουσικά παρά ελαφρό. Νομίζω αυτό μπορεί να στηριχτεί και απο τη χρονιά που μετανάστευσε ο Κατσαρός

Επιστρέφω στο αρχικό θέμα με την οπερέτα «Χασίς» των Σύλβιου-Ριτσιάρδη, από την οποία προέκυψε και το ομώνυμο τραγούδι. Στον δίσκο 78 στροφών το τραγούδησαν ο Μ.Θωμάκος και η Χρ.Ευθυμιάδου.

Στο μήνυμα #13, παρουσιάστηκε το ηχητικό αποτέλεσμα και η ετικέτα από το τραγούδι που κυκλοφόρησε για την Columbia.

Η οπερέτα «Χασίς» ανέβηκε στο σανίδι του θεάτρου Κοτοπούλη, στις 25/8/1934 και όπως προκύπτει από τις πρώτες θεατρικές κριτικές είχε αρκετή επιτυχία.

%CE%95%CE%98%CE%9D%CE%9F%CE%A3%2025-8-1934%20%CE%91
ΕΘΝΟΣ 25/8/1934

Διαφημίστηκε σε πολλές εφημερίδες, υποσχόμενη στους θεατές ταξίδια στην λαγγεμένη Ανατολή, με τα χαρέμια της, τους έρωτες και τα ηδονικά μεθύσια της.

%CE%95%CE%98%CE%9D%CE%9F%CE%A3%2025-8-1934%20%CE%92
ΕΘΝΟΣ 25/8/1934

%CE%95%CE%98%CE%9D%CE%9F%CE%A3%2026-8-1934
ΕΘΝΟΣ 26/8/1934

Πριν όμως προλάβει να συμπληρώσει πέντε (5) μέρες από την πρεμιέρα, η οπερέτα λογοκρίθηκε.!

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα στις 30/8/1934, διατάχθηκε από την Αστυνομική διεύθυνση η αλλαγή στον τίτλο της παράστασης καθώς και η περικοπή ορισμένων σκηνών, οι οποίες θεωρήθηκαν άσεμνες.

%CE%95%CE%98%CE%9D%CE%9F%CE%A3%2030-8-1934
ΕΘΝΟΣ 30/8/1934

Την 1η Σεπτεμβρίου 1936, η οπερέτα «Χασίς» άλλαξε τίτλο και μετονομάστηκε σε «Νεράϊδα του Νείλου», μετά από γνωμάτευση της επιτροπή λογοκρισίας ότι η οπερέτα ήταν οικογενειακό έργο.

%CE%95%CE%98%CE%9D%CE%9F%CE%A3%201-9-1934
ΕΘΝΟΣ 1/9/1934

«Η Νεράϊδα του Νείλου» ολοκλήρωσε τις παραστάσεις της, από τον θίασο Ολυμπίας-Πατρίκιου-Κοφινιώτη, στις 13/9/1934. Σύμφωνα με την τελευταία διαφημιστική καταχώρηση, έκανε 35 παραστάσεις. Δεν διευκρινίζεται αν στο νούμερο μετρούνταν και οι παραστάσεις με τον αρχικό τίτλο «Χασίς».

Σημειολογικά και μόνο πρέπει να πούμε ότι ακριβώς δύο χρόνια μετά (28/8/1936), λογοκρίθηκε η «Βαρβάρα του» Παναγιώτη Τούντα.

Έναν χρόνο μετά την «Βαρβάρα» (27/8/1937), λογοκρίθηκε το τραγούδι του Κώστα Ρούκουνα, «Οι αδικοπνιγμένοι».

2 Likes