Περικλή, δεν κατάλαβα ακριβώς τι δεν καταλαβαίνεις.
Πάντως τα γλέντια αυτά είναι πραγματικά άξια προσοχής, γιατί, επειδή οι Γαρασαρώτες δεν είχαν χορευτικά κ.λπ., διατήρησαν τον παλιό τρόπο του ποντιακού χορού. Κάποιες παρατηρήσεις:
1. Παρατηρούμε σε φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα χορευτές Ποντίους, όπου ο ένας είναι γυρισμένος δεξιά με το αριστερό πόδι μπροστά και ο διπλανός αριστερά με το δεξί μπροστά. Και λες, τι γίνεται; Μέσα από τα γλέντια των Γαρασαρωτών κατάλαβα. Δεν τους ενδιαφέρει το βήμα. Ο χορός για αυτούς δεν είναι το βήμα. Ο χορός είναι το τσαλίμι, η κίνηση του σώματος. Και επειδή είναι στατικός ο χορός, δεν ενοχλεί καθείς να έχει το δικό του βήμα. Άλλωστε, αν παρατηρήσει κανείς, όταν κάποιος κάνει κάποιο τσαλίμι, υπάρχει περίπτωση μετά να μπει με άλλο πόδι στον πρώτο χρόνο.
2. Το πιάσιμο των χεριών. Σε αυτά τα βίντεο μπορεί να δει κανείς στον ίδιο χορό πιάσιμο από τα χέρια στο ύψος των ώμων, με τα χέρια ψηλά, με τα χέρια κάτω και αγκαζέ. Έτσι γινόταν. Μεράκλωνες; Έπιανες τον διπλανό σου αγκαζέ. Ενθουσιαζόσου, σήκωνες τα χέρια κ.λπ.
Γεια σας. Πολύ ενδιαφέρον ζήτημα η μουσική παράδοση των Ποντίων της ΕΣΣΔ και έγκειται άμεσα στις ιδιαίτερες ιστορικές διαδρομές που έχει ακολουθήσει η κάθε κοινότητα. Θα μιλήσω κυρίως για τους εκ Γεωργίας μουσικούς καθότι και εγώ κατάγομαι από εκεί. Οι μουσικοί που παίζουν ζουρνάδες ζυγιά με νταούλι και τον σκοπό της πάλης κατάγονται από τον Νέο-Χαραμπά της Τσάλκας πλην ενός που κατάγεται από το Τζινίς της Τσάλκας (το χωριό μου). Είναι σημαντικό να δώσουμε μερικά ιστορικά στοιχεία για αυτόν τον πληθυσμό. Οι Πόντιοι της Τσάλκας κατάγονται από μετακίνηση που έγινε στον Καύκασο μετά τον Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο του 1828-1829. Κατάγονται συγκεκριμένα από τα περίχωρα της Αργυρούπολης, τη περιοχή του Μπαϊμπούρτ και από διάφορα χωριά σκορπισμένα στην περιοχή του Ερζερούμ. Κατά γενικό κανόνα οι Αργυρουπολίτες ήταν ποντιόφωνοι ενώ οι Ερζερουμλήδες τουρκόφωνοι. Σχετικά με την παρουσία των Ελλήνων στο Ερζερούμ δεν έχει γίνει κάποια σοβαρή ερεύνα μέχρι τώρα. Από όσα είμαι σε θέση να γνωρίζω πρόκειται πιθανώς για μετανάστες από τον κυρίως Πόντο του 17ου-18ου αιώνα. Δεν θα αναλύσω σε βάθος όμως το συγκεκριμένο ζήτημα γιατί θα χρειαζόμασταν ατελείωτες ώρες.
Οι πρόσφυγες αυτοί από την Χαλδία και το Ερζερούμ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Τσάλκας στη Γεωργία. Τι μουσική παράδοση φέρανε ακριβώς από τις πατρίδες τους αυτοί οι άνθρωποι καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε. Πάντως για να δώσω ένα γενικό γνωστικό υπόβαθρο οι περιοχές του Μπαϊμπούρτ και του Ερζερούμ ανήκουν στην ανατολική Ανατολιακή παραδόση όπως την ορίζουν οι Τούρκοι μουσικολόγοι, που λίγο πολύ πρόκειται για αρμενικής προέλευσης μουσική. Μην ξεχνάμε ότι σε αυτές τις περιοχές η κυρίαρχη χριστιανική ομάδα ήταν οι Αρμένιοι.
Τώρα, όσον αφορά την παράδοση που έφτασε σε εμάς από ανθρώπους γεννημένους τον 20ο αιώνα θα παραθέσω τα εξής. Παραδοσιακά στη Τσάλκα η ζυγιά των οργάνων ήταν 2 ζουρνάδες και ένα νταούλι. Το μεΐν ή μέι (κατά τους ποντιόφωνους και τουρκόφωνους αντίστοιχα) ήταν ένα όργανο που χρησιμοποιούταν σε εσωτερικές συνάξεις και χρησιμοποιούταν κυρίως για την απόδοση μακρόσυρτων λυπητερών κομματιών, αν και δεν είναι αδύνατη η εκτέλεση χορευτικών μελωδιών. Πιο σπάνια υπήρχε και η ζυγιά ζουρνάς-μεΐν-νταούλ.
Κάπου στις δεκαετίες του 1940-1950 οι μουσικοί επιρεασμένοι από τις γενικές μόδες που επικρατούσαν στην νοτιοκαυκάσια μουσική αντικατέστησαν πλήρως το ζουρνά και το μεΐν με το κλαρίνο και το νταούλ με τα τσομάχια (κόπανος και βίτσα) αντικαταστάθηκε από το νοτιοκαυκάσιο ντόλι που παίζεται με τα χέρια. Σε συνομιλία μου με τον παλιό κλαριντζή του χωριού μου Αναστάσιο Αμπάτζεφ γεννηθέντα τη δεκαετία του 1940 ο ίδιος δήλωσε ότι η γενιά μουσικών πριν από τον ίδιο έκανε τη μετάβαση από το ζουρνά στο κλαρίνο, ενώ ο ίδιος έμαθε να παίζει αποκλειστικά κλαρίνο και αργότερα έμαθε από μόνος του και τη τέχνη του ζουρνά. Αργότερα ακολουθόντας πάλι τις γενικές μόδες της περιοχής εισήλθε και το ακορντεόν (γκαρμόν), ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 εμφανίζονται και τα πρώτα συνθεσάιζερ. Από εκεί και έπειτα η μουσική εξέλιξη της ιδιαίτερης αυτής περιοχής ακολουθεί πλήρως τις τάσεις των γειτονικών λαών τους, Αρμενίων και Αζέρων κυρίως. Θα λέγαμε ότι η συνείδηση του μουσικοχορευτικού τους γίγνεσθαι συμπλέει απόλυτα με αυτή αυτών των λαών, ενώ με την καθιερωμένη ποντιακή μουσική ήρθαν σε επαφή μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1989.
Ιδιαίτερη αναφορά θα κάνω και στην παράδοση των Ασούχ, κάτι σαν τους τούρκους Aşık, πλανόδιους τροβαδούρους που τραγουδούσαν για τα πάθη της καθημερινότητας. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν το σάζι και ο κεμανές. Τέτοια όργανα εντοπίζουμε και στην παράδοση των τροβαδούρων Γκουσάν στην Αρμενία.
Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι αυτό που φέρουμε ως πολιτισμική παράδοση οι σημερινές γενιές Τσαλκαλήδων είναι το ένα και το αυτό μορφολογικά με τη μουσική παράδοση των γειτόνων μας και ιδίως των Αρμενίων. Τώρα το τι φέραμε το 1830 στη Γεωργία και με τι ήρθαμε στην Ελλάδα το 1990 είναι μια άλλη ιστορία λίγο πολύ θολή όπως καταλαβαίνετε. Πάντως στο σημερινό Ερζερούμ εντοπίζουμε παρόμοιους σκοπούς, λίγο πιο αργούς, να παίζονται με έναν μεσαίο ζουρνά και ένα μεγάλο νταούλι. Για αυτό η παράδοση των δύο ζουρνάδων με το νταουλάκι πιο πολύ με κατευθύνει προς το Νότιο Καύκασο παρά στο Ερζερούμ.
Πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική παρουσίαση, από έναν άνθρωπο που ξέρει την παράδοση από μέσα. Το επίθετο του άντρα μου είναι Ασουχίδης, δηλαδή ο γιος/παιδί του Ασούχ, και σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση έχει να κάνει με πλανόδιους τρουβαδόρους. Απ’ ότι ξέρω ο παππούς του άντρα μου ήταν από το Καρς, και η οικογένεια της γιαγιάς από το μακρινό Μπακού. Βέβαια, οι οικογενειακές ρίζες είναι αρκετά θολές μ’ όλα που έγιναν εκείνα τα χρόνια, αλλά αυτές είναι οι ιστορίες που έχω ακούσει από συγγενείς.
Εδώ είναι ο Στέλιος Χαλκίδης κάπου στην πρωήν Σοβιετική Ένωση, τραγουδώντας στα τουρκικά σε φιλική συνάντηση. Τουλάχιστο αυτό κατάλαβα από κάποια youtube σχόλια, αλλά μπορεί να ξέρεις καλύτερα εσύ. Έχω δει τον Χαλκίδη τουλάχιστο δυο φορές στη Στοκχόλμη, και έδω λέει ένα-δύο τουρκικά τραγούδια, συνήθως στην αρχή του προγράμματος (καθιστικά νομίζω ότι τα λένε).
Χαίρετε. Πράγματι στο Νότιο Καύκασο, μέρος του οποίου αποτελεί και η περιοχή του Καρς στη Τουρκία, ήταν πολύ διαδεδομένη η παράδοση των τροβαδούρων Ασούχ. Παρακάτω παραθέτω λινκ από ηχογράφηση του τελευταίου Ασούχ από την Τσάλκα, του Αρμενίου Αρμενάκ Μαρκοσιάν που είναι γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Γκουσάν (ή Ασούχ στα τουρκικά) Χαβασί. Δυστυχώς από τους τελευταίους Έλληνες Ασούχ της περιοχής δεν σώζεται κάτι, όμως υποθέτω ότι το στυλ θα είναι λίγο πολύ το ίδιο με αυτό του Γκουσάν Χαβασί. Το συγκεκριμένο τραγούδι το έχω ακούσει και από Ελληνίδα γιαγιά από τη περιοχή με τουρκόφωνο στίχο όμως:
Όσον αφορά τον Χαλκίδη, τα τουρκόφωνα τραγούδια που λέει πρόκεινται λίγο πολύ για επώνυμα κομμάτια (Dom Dom Kurşunu και Evlerinde Lambaları Yanıyor) από τη Τουρκία που ερμηνεύθηκαν από τον γνωστό Ιμπραήμ Τατλισές και τραγουδούσε με πολύ μεγάλη μαεστρία ο αείμνηστος Θόδωρος Παυλίδης, απ’ τον οποίο τα έμαθε και ο Χαλκίδης. Οι ομογενείς στο βίντεο, τουλάχιστον ορισμένοι πιθανότατα είναι Τσαλκαλήδες αν κρίνω από τη προφορά τους. Τα συγκεκριμένα κομμάτια δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση, απλά τα γνωρίζουμε επειδή στην εποχή τους είχαν γίνει επιτυχίες και λόγω τουρκοφωνίας τα ακούγανε. Όπως και να το κάνουμε όταν ακούς ένα τραγούδι σε γλώσσα που καταλαβαίνεις έχει άλλη αίσθηση. Παρακάτω αφήνω τα λινκ για τις εκτελέσεις των κομματιών από τον Ιμπραήμ Τατλισές και τον Θεόδωρο Παυλίδη:
Έχω την εντύπωση ότι οι Πόντιοι μουσικοί και τραγουδιστές (τουλάχιστο της παλιάς σχολής) έχουν μία αδυναμία στον Ibrahim Tatlises, και αν δεν κάνω λάθος έχουν βάλει ποντιακά λόγια σε μερικά τραγούδια του. Όσο για τον Χαλκίδη νομίζω ότι είναι από τουρκόφωνη οικογένεια…υπάρχει ένα ωραίο βίντεο που τραγουδάει η μάνα του στα τουρκικά (και αν ξέρεις το τραγούδι, πες μου!):