Λοιπόν ναι, είναι «Οι σφουγγαράδες» από τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα.
Το πέτυχα σε μια παλιά φτηνή έκδοση, στη δανειστική βιβλιοθήκη κάτι τουριστικών καταλυμάτων όπου παραθερίζω αυτέςτις μέρες - το μοναδικό ελληνικό βιβλίο ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ολλανδικά, γερμανικά και λοιπά βαρβαρόγλωσσα. Και θυμήθηκα την κουβέντα μας.
Στα περιεχόμενα δεν είχε τίποτε που σαν τίτλος να θυμίζει σφουγγαράδες, αλλά είπα ότι είναι μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσω τον Καρκαβίτσα, και τελικά απλώς το είχαν παραλείψει από τα περιεχόμενα (φτηνή έκδοση, είπαμε).
Η ιστορία όμως δεν είναι καλύμνικη. Οι ήρωες φαίνεται να είναι από την Ύδρα, την Αίγινα ή κάποιο τέτοιο νησί. Από τεχνικές πληροφορίες δε δίνει και τόσες όσες νόμιζα, ειδικά δε για το ζήτημα που κοιτάμε λέει μόνο:
Τὸ σκαφίδι μὲ τὴν ἀντένα ὀρθόγυρτη στὸ κατάρτι, σάλευε ζερβόδεξα καὶ κοντυλόγραφε ξόρκια ψηλά. Καὶ ὅλο τὸ τσούρμα, ὁ κολαουζέρης μὲ τὸ σχοινάκι τοῦ βουτηχτὴ στὰ δάκτυλα, ὁ μαρκουτσέρης στὸ μαρκοῦτσι, οἱ ροδάδες ἀπὸ δυὸ στὴ μηχανή, οἱ λαμνοκῶποι στὰ κουπιὰ γυμνοτράχηλοι· δύο ἄλλοι βουτηχτάδες ξαπλωμένοι καταηλιακοῦ μὲ χαλκοπράσινη ὄψι καὶ μάτια βουρκωμένα, ἀκολουθοῦσαν τοῦ ξύλου τὸ κύλημα. Στὴν πλώρη καθησμένος ὁ μηχανικὸς μὲ τὸ τσιμποῦκι ἀναμμένο κουβέντιαζε μὲ τὸν Καλέμη, σὰν νὰ ἦταν στὸ τραπέζι ταβέρνας.
Ο μηχανικός δεν είναι ο δύτης, όπως ξέρουμε, αλλά κάποιο πρόσωπο υψηλής ευθύνης μέσα στο καΐκι, ίσως αρχηγός πληρώματος μετά τον καπετάνιο, κάτι τέτοιο. Αυτό είναι κόντρα σε ό,τι άλλο έχουμε δει, και με κάνει κάπως επιφυλακτικό για την ακρίβεια των πληροφοριών του Καρκαβίτσα. (Όπως και το ότι κάπου γίνεται και μια μνεία σε Καλυμνιώτες: ποτέ δεν είχε ακούσει ότι τους λένε Καλύμνιους;).
Η ιστορία του τοποθετείται στο 1876. Άρα είναι πολύ παλιά υπόθεση τα σκάφανδρα.
Μετά ήρθα εδώ να τα καταθέσω ολα αυτά και είδα ότι ο Σακκαλής είχε ήδη λινκάρει το πλήρες κείμενο! 
(Κατά τη γνώμη μου, πλέον δε διαβάζεται ο Καρκαβίτσας. Κλασικός μέχρι και τη γενιά μου, αλλά σήμερα βρίσκω ότι οι σχοινοτενείς και πομποδώς διατυπωμένες περιγραφές του καταντούν κουραστικές. Γύρω στα 17 τον είχα διαβάσει και μ’ έπεισε να πάω να δηλώσω ναυτικό στο περιοδεύον, αλλά τώρα δε θα μ’ έπειθε.)