Εγώ το όνομα το ξέρω ως “Κονιαλίδικος Καρσιλαμάς”.
Είναι κονιαλήδικος με την έννοια της ευρύτερης περιοχής. Αλλά ειδικότερα τον παρουσιάζουν ως της Σίλλης.
Από τη Σίλλη δεν ήταν κάποιος από τους γνωστούς παλιούς οργανοπαίχτες; Νόμιζα ο Στεφανίδης, με το κανονάκι, αλλά όχι. Πάντως κάποιος νομίζω ότι υπήρχε, βιολιτζής ή κάτι άλλο, ένας γνωστός που είχε δουλέψει και με Καρά και / ή Σαμίου, οπότε για τα τραγούδια της Σίλλης και του Ικονίου που ξέρουμε σήμερα θα πρέπει να ήταν από τις βασικές πηγές.
Λάθος. Πώς και δεν το ‘χα κοιτάξει τόσον καιρό; Εδώ έχει πεντέξι κομμάτια ακόμα με τον κεμανέ του Φορτουνίδη, καθώς και κάποια όπου ο ίδιος παίζει βιολί, και ούτι:
______________________________
Edit: Συγγνώμη για την πολυλογία, αλλά θυμήθηκα κάτι ακόμη.
Εκείνα τα χρόνια που ανέφερα πιο πριν ότι μάθαινα σάζι, ένας συμμαθητής από τη σχολή του Ρος μού είχε αναφέρει τον Φορτουνίδη, που ζούσε στο Πλατύ και έφτιαχνε κεμανέδες. Ο φίλος αυτός ούτε είχε σχέση με την περιοχή, ούτε ήταν λαογράφος ή εθνομουσικολόγος ή τίποτε τέτοιο. Ήταν το ίδιο λίγο πολύ όπως όλοι μας εκεί στη σχολή: ένας νεαρός που μάθαινε λύρα, άκουγε Ρος και Σινόπουλο κλπ., είχε ενδιαφέρον για τα λαϊκά όργανα από Ελλάδα και ανατολικότερα, και προφανώς είχε ξεζουμίσει τον Ανωγειανάκη, βιβλίο και μουσείο.
Αφού λοιπόν στ’ αφτιά ενός τέτοιου τύπου είχε φτάσει η πληροφορία για τον τελευταίο (μάλλον) μάστορα του κεμανέ, και από κείνον έφτασε και σ’ εμένα, πάει να πει ότι ο Φορτουνίδης πρέπει να ήταν κάπως ακουστός όσο ζούσε. Και του Ανωγειανάκη ο κεμανές, του Φορτουνίδη είναι.
Επομένως θα πρέει να έχει αφήσει κάποιο αποτύπωμα ο άνθρωπος. Ξέρουμε ότι τον έγραψαν η Σαμίου και ο Μελίκης, αλλά πιθανόν σε τίποτα λιγότερο φανερά μέρη να υπάρχουν κι άλλες καταγραφές του.
Είναι η διάλεκτος με φωνηεντική αρμονία τουρκικού τύπου; Μπορεί να εχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σ’αυτή τη διάλεκτο λόγω γλωσσολογικού ενδιαφέροντος, ενώ άλλες γειτονικές διαλέκτοι (και τα τραγούδια τους) που να είναι π.χ. κάτι ανάμεσα σε ποντιακά και κυπριακά να μην έχουν μελετηθεί στον ίδιο βαθμό.
Είναι μια διάλεκτος που όντως έχει δεχτεί τουρκική επίδραση ακόμη και σε δομικά στοιχεία της. Τώρα αν ήταν η φωνηεντική αρμονία ή κάτι άλλο (στις κλίσεις π.χ.) δε θυμάμαι.
Αλλά όχι, το θέμα είναι ίσα ίσα ότι σε τραγούδια δε σώζεται μόνο αυτή αλλά και άλλες, λιγότερο ας πούμε εξωτικές. Αυτό που έλεγα παραπάνω, …
…νομίζω ότι το συναντάμε σ’ αυτό τον δίσκο, όπου κάποια τραγούδια είναι από ιστορικές καταγραφές αυθεντικών Καππαδοκών (Μερλιέ Αλάμπρα 1930) και άλλα σύγχρονες επανεκτελέσεις:
https://www.kms.org.gr/ekdoseis/ekdoseis-mla/ekdoseis-cd/tragoydia-tis-kappadokias/
Νομίζω είναι η γραμματική αγένεια και το ρήμα στο τέλος. Η φωνηεντική αρμονία θα πρέπει να μην είναι κολλητική, εδώ και στα τούρκικα δεν εφαρμόζεται στις δάνειες λέξεις, γι’αυτό πχ liman και όχι lıman (ρε παλιόπαιδα, όλοι ξεκινήσατε τούρκικα; I thought it was just me!).
Εγώ δεν τζινάβω τούρκικα. Απλώς αποταμιεύω ψαρωτικές πληροφορίες όπως αυτή με την αρμονία.
Δεν ξέρω καππαδόκικα οπότε αντιγράφω τον Robert Browning (Medieval and Modern Greek):
Cappadocian and the dialect of Silli have a quadrangular system of eight vowel phonemes, which is that of the surrounding Turkish. […] The development of vocalic harmony of the Turkish pattern in the dialects of Cappadocia and Silli has led to the creation of a double series of terminations in the present of verbs with terminal accentuation
Άρα αυτοί την κολλήσανε.
Αν μπει κανείς στο Google scholar υπάρχουν πολλά άρθρα για τις διαλέκτους της Καππαδοκίας, και αρκετά είναι διαθέσιμα για το κοινό. Βέβαια, για τους μη γλωσσολόγους είναι αρκετά εξειδικευμένα. Στο youtube βρήκα ένα βιντέο με μία κυρία που διηγείται μια ιστορία στην φαρασιώτικη διάλεκτο>
Ο Τούρκος ερευνητής Metin Bağrıaçık έχει γράψει για την ελληνική διάλεκτο στα Φάρασα, όπως μιλιέται (ή ίσως μιλιόταν;) από τους πρόσφυγες στην βόρεια Ελλάδα:
Δεν έχω καταλάβει αν τελικά υπάρχει, και υπήρχε μέχρι το ‘22, ομάδα πληθυσμών «Καππαδόκες», με κοινή γλώσσα (έστω με παραλλαγές), μουσική, κουλτούρα, ή αν είναι διάφοροι πολυειδείς που τους τσουβαλιάζουμε κάτω από το γεωγραφικό όνομα της ευρύτερης περιοχής όπου κατοικούσαν.
Οι Πόντιοι ας πούμε είναι Πόντιοι, είναι σαφές ότι ανήκουν όλοι στην ίδια πολιτισμική ομάδα. Οι Καππαδόκες;
Η απορία μου ξεκινάει από παρατηρήσεις όπως αυτή του Αλέξανδρου ότι τα τραγούδια του Ικονίου (συγκεκριμένα ο καρσιλαμάς Σίλλης «Τσιφτ» και το ζεϊμπέκικο «Χορός των μαχαιριών») δε μοιάζουν με άλλα καππαδόκικα (φαντάζομαι εννοεί κυρίως τα φαρασώτικα), ή ότι δε μιλούσαν όλοι αυτή τη διάλεκτο που λέμε αλλά κάποιοι πιο κοινά ελληνικά και άλλοι μόνο τούρκικα.
Εντυπωσιακό! Τα λέει με απόλυτη άνεση, και στη συνέχεια η ίδια ξαναλέει την ιστορία στα κοινά ελληνικά.
Όχι πως πιάνω και πολλά από τα φαρασιώτικα, αλλά αναγνωρίζω κάποιες λεπτομέρειες κοινές με ποντιακά: «το κορτσόπον», «σα δύο-τρεις ημέρε» (στις δυο-τρεις μέρες, σα αντί στα).
Ο οποίος μας δίνει και πιο πρόσφατη βιβλιογραφία για την αρμονία
Concerning phonetics and phonology, Revithiadou et al. (2006), for instance, discuss partial vowel harmony in Cappadocian and they provide some examples from PhG as well (for additional discussion of vowel harmony in Cappadocian see Janse 2002, 2009a, forthcoming).
Πολύ χρήσιμη δουλειά και αυτή του Ιστορικού Λεξικού των Ιδιωμάτων της Καππαδοκίας:
Επανέρχομαι στο θέμα. Λέω 4σημος αλλα στην πραγματικότητα δεν είναι αυστηρα έτσι. Εδώ απο το βίντεο της Σαμίου.
Μέσα στην ρυθμική αγωγή, ο Φορτουνίδης σα να παίρνει κάποιες ανάσες και να μην νοιάζεται για απόλυτη συμμετρία. Οπότε σε κάποιες φράσεις προκύπτει μια προέκταση του κανονικά 4μετρου κύκλου, το οποίο λίγο δείχνει να ενοχλεί τους χορευτάδες.
Αυτο μου θυμίζει την ηχογράφηση του cemil bey οπου σε κάποια σημεία επίσης σπάει τη ρυθμικη συμμετρια, παρότι παίζει χορούς
Το ίδιο θέμα έχει συζητηθεί και με τον κατσαρό.
Αναρωτιέμαι αν ως ακροατές ενοχλούμαστε περισσότερο σήμερα με τέτοιες ελευθερίες
Μήπως βάζουν και την αντωνυμία μετά από το ρήμα, ας πούμε “είπε με”, αντί για “μου είπε”, όπως κάνουν στην ποντιακή διάλεκτο; Βέβαια, ούτε οι περισσότεροι σημερινοί βορειοελλαδίτες δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στην αιτιατική και στην γενική όσον αφορά τις προσωπικές αντωνυμίες! ![]()
Φυσικά και κάνουν διάκριση. «Το παιδί μου» λένε, όχι «*το παιδί με». Ξέρουν άριστα πού να βάλουν γενική και πού αιτιατική, απλώς χρησιμοποιούν αιτιατική για το έμμεσο αντικείμενο (με είπε) ενώ οι νότιοι βάζουν γενική (μου είπε). Επιπλέον, οι ακόμη πιο νότιοι, Κρήτη - Δωδεκάνησα - Κύπρο (ίσως και αλλού) συχνά βάζουν την προσωπική αντωνυμία - αντικείμενο μετά το ρήμα (είπε μου - όχι όμως υποχρεωτικά) ενώ οι περισσότεροι τη βάζουμε πριν (μου είπε, πλην προστακτικής: πες μου). Αλλά αυτά είναι δύο διαφορετικά φαινόμενα, μην τα συγχέουμε: άλλο σε τι πτώση θα μπει το έμμεσο αντικείμενο κι άλλο σε τι θέση θα μπει το οποιοδήποτε αντικείμενο, έμμεσο ή άμεσο.
Οι Πόντιοι έχουν αιτιατική για το έμμεσο, όπως οι Β/ελλαδίτες, αλλά ως προς τη θέση ακολουθούν τους πολύ νότιους (είπε με, έμμεσο αντικείμενο / ελέπω σε [σε βλέπω], άμεσο).
Έχεις δίκιο. Εγώ σκέφτηκα μόνο την περίπτωση που αναφέρεις κι εσύ "χρησιμοποιούν αιτιατική για το έμμεσο αντικείμενο (με είπε ) ενώ οι νότιοι βάζουν γενική (μου είπε ). Και βέβαια το παράδειγμα που είχα στο νου μου ήταν το “είπεν με”. 'Οπως λες, όταν πρόκεται για κτητικές αντωνυμίες δεν ισχύει.
Καλησπέρα σας, αφήνω αυτό το βίντεο εδώ. Στο 7:30 κάνει αναφορά στην παράδοση των Ασούχ στην Τσάλκα της Γεωργίας και στον Ασούχ Γαβρεήλ από το χωριό Κιουμπέτ που φαίνεται να κρατάει στα χέρια του έναν κεμανέ. Ο αφηγητής του βίντεο πάντως αναφέρει το όργανο ως “κιαμαντζά”. Δυστυχώς και η φωτογραφία δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε διαστάσεις, τεχνοτροπίες στη κατασκευή κλπ.
Αναγνώρισα τη τούρκικη λέξη “hikaye” (ιστορία, παραμύθι), που έχει σχέση με τους ασίκηδες:
Στα καραμανλίδικα νομίζει ότι αποδίδεται “χικιαγέι” και όπως στα τούρκικα μπορεί επίσης να δηλώνει οποιαδήποτε ιστορία ή παραμύθι:
Όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στους Έλληνες (ή Αρμένιους) και στους Τούρκους aşık βρήκα αυτό το άρθρο που αναφέρεται σε μία συλλογή τραγουδιών/ποιημάτων ενός τουρκόφωνο Χριστιανό Έλληνα, που ακολουθεί την τούρκικη λαϊκή και λόγια παράδοση:
Ε, όσο να ‘ναι βλέπουμε ότι έχει τέσσερις χορδές, άρα όχι συμπαθητικές.
Αυτό δε μας πτοεί καθόλου. Είναι κεμανές, στο μέτρο που «κεμανές» είναι η πρώτη λέξη με την οποία μάθαμε εμείς (άλλοι ίσως όχι) να περιγράφουμε αυτό το όργανο.
Σ’ ένα κείμενο που ξεκίνησα κάποια στιγμή και έχει θέμα τις αχλαδόσχημες λύρες (αυτές που κοιτάμε τώρα είναι φιαλόσχημες, άλλη περίπτωση), είχα γράψει γι’ αυτές τις ονομασίες:
Β. Κεμανές, κεμεντζές…
Στην Τουρκία, τις σλαβόφωνες χώρες των Βαλκανίων, αλλά περιορισμένα ακόμη και στην Ελλάδα, συναντούμε αχλαδόσχημες λύρες που ονομάζονται με κάποια παραλλαγή αυτών των δύο λέξεων: κεμενές στην Ελλάδα η λύρα κάποιων χωριών της Δράμας, kemane (κεμανέ) στην Τουρκία η λύρα της Κασταμονής, klasik kemençe (κλασίκ κεμεντshέ) η πολίτικη λύρα, ќемене/ћемане/ćemane (τσέμενε, τσέμανε) στη Β. Μακεδονία και τη Σερβία μια λύρα ίδια με τη δική μας θρακιώτικη. Παράλληλα βέβαια, οι ίδιες λέξεις αλλού δηλώνουν και τοξωτά διαφορετικών τύπων, όπως ο ελληνικός κεμεντζές (ποντιακή λύρα) και ο κεμανές (φιαλόσχημη λύρα της Καππαδοκίας και του Πόντου), ή ακόμη και το βιολί, που στα τούρκικα λέγεται keman.
Η αρχή αυτών των λέξεων βρίσκεται στο περσικό kamān, με αρχική σημασία «τόξο» (το όπλο), και στο υποκοριστικό του kamānča. Τα πρώτα έγχορδα όργανα που επινόησε ο πολύ αρχαίος άνθρωπος όχι απλώς έμοιαζαν με τόξα, πρβ. το σχετικά γνωστό berimbau που άλλωστε στα ελληνικά λέγεται «μουσικό τόξο», αλλά στηρίζονταν και στις ίδιες φυσικές αρχές. Το τόξο-δοξάρι (της λύρας π.χ.) είναι πολύ πολύ μεταγενέστερη επινόηση, και στις πιο πολλές γλώσσες ονομάζεται με την ίδια λέξη όπως το τόξο-όπλο (σε παλιότερα νέα ελληνικά, και το όπλο λέγεται δοξάρι –το δοξάρι κι η σαΐτα, το τόξο και το βέλος– ενώ σε μια πιο επίσημη και λόγϊα εκδοχή των σημερινών ελληνικών το δοξάρι λέγεται τόξο, και βέβαια ο όρος «τοξωτό όργανο» είναι πολύ γνωστός).
Η περσική γλώσσα λοιπόν διασώζει ανάμνηση και των δύο αυτών συσχετισμών του τόξου-όπλου: και του αρχαίου, με το κάθε έγχορδο όργανο, και του μεταγενέστερου, με το δοξάρι των τοξωτών. Kamān, kamāna και kamānča (βρίσκονται και με άλλες λατινικές μεταγραφές) είναι λέξεις –απαρχαιωμένες αλλά όχι εντελώς εκτός χρήσης– για το δοξάρι, ενώ υπάρχει και το όργανο kamānča, ένα spike fiddle: άλλος πάλι τύπος τοξωτού με ημισφαιρικό ηχείο από κολοκύθα, καρύδα (φυσικές κοίλες σφαίρες) ή σκαφτό ξύλο, καπάκι από μεμβράνη κι ένα ποδαράκι για στήριξη ως πραγματική ή νοητή συνέχεια του μπράτσου. Οι λέξεις διαδόθηκαν με μικροτροποποιήσεις και σε άλλους λαούς, για να δηλώσουν διάφορα όργανα, άλλοτε του τύπου του spike fiddle και άλλοτε άλλων τοξωτών, όπως η φιαλόσχημη λύρα (ποντιακός και λάζικος κεμεντζές, ποντιακός και καππαδόκικος κεμανές), η αχλαδόσχημη λύρα (πολίτικη, δραμινή, βορειομακεδόνικη κ.ά.) και το βιολί. Οι λαοί που σήμερα ονομάζουν κάποιο είδος αχλαδόσχημης (το τονίζω, αχλαδόσχημης) λύρας με μια από αυτές τις λέξεις υπήρξαν υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οπότε υποθέτω ότι ο άμεσος γλωσσικός δανεισμός θα έγινε από τα τουρκικά.
Και κάτι που δεν είχα γράψει εκεί: οι Έλληνες της Αζοφικής λένε (ή λέγανε - άραγε υπάρχουν ακόμη αυτοί οι έρμοι; ) γκιμιτσά το βιολί. Γκιμιτσά φαντάζομαι ότι πρέπει να είναι παραλλαγή των λέξεων κεμεντζές και -εδώ- κιαμαντζά.
