Για το καλό μου - Στέλιος Λιανδράκης

Να πω καταρχήν ότι εμένα δεν μου άρεσε αυτό το τραγούδι γενικότερα. Οπότε και η συγκεκριμένη διασκευή με αφήνει μάλλον αδιάφορο. Αλλά θα ήθελα να σε ρωτήσω alko 101 γιατί απευθύνεσαι στους “φανατικούς” για να πάρεις απάντηση; Δηλαδή αν κάποιος διαφωνεί με την γνώμη σου για τις διασκευές είναι “φανατικός”;

Όχι καμία σχέση. Άλλωστε δεν έχω δηλώσει κάτι τέτοιο. Απλά υπάρχουν κάποιοι που τους αρέσουν οι διασκευές και άλλοι που είναι φανατικοί στο είδος που ακούνε (πχ. μετά τους Metallica το χάος). Εμένα προσωπικά λοιπόν θα με ενδιέφερε περισσότερο η γνώμη των φανατικών του ρεμπέτικου-λαϊκού. Είναι καθαρά θέμα ενδιαφέροντος. Εάν γράψει και κάποιος άλλος δεν θα του κόψω το χέρι … ας είμαστε λογικοί! :wink: Άλλωστε η συγκεκριμένη διασκευή χαρακτηρίζεται ως λαϊκή.

1 «Μου αρέσει»

Οπως είχα πει και στο προηγούμενο θέμα με τις διασκευές, το να κάνεις μια καλή διασκευή θέλει να είσαι πραγματικά δημιουργικός. Για μένα δεν φτάνει να αλλάξεις απλά οργανα για να γίνει ένα τραγούδι “λαικό”, ή να το κάνεις ζειμπέκικο.
Από την άλλη βέβαια στο ρεμπέτικο φόρουμ κάποιος θα έλεγε ότι εξ΄ορισμού είμαστε φανατικοί με αυτό και ειδικά με τις πρώτες εκτελέσεις και ίσως να μην είχε και πολύ άδικο.
Και εδώ να πω και την αλήθεια μου, τον Λιανδράκη δεν τον ξέρω. Ότι έχω ακούσει από αυτόν είναι μέσα από τα λινκ της Κατιούσας στο συγκεκριμένο άρθρο, οπότε δεν ξέρω την δουλειά του για να εκφέρω γνώμη γενικότερα. Σε αυτή την διασκευή που έβαλε ο Άγης δεν μου αρέσει.

2 «Μου αρέσει»

Το συγκεκριμένο τραγούδι με αφήνει, ούτως ή άλλως, παγερώς αδιάφορο, οπότε μπουζούκια, αναγγελία ζεϊμπέκικου και ό,τι άλλο πρόλαβα να ακούσω τα πρώτα περίπου 30 δευτερόλεπτα δεν κατάφεραν να με πείσουν να ακούσω περισσότερο.

Σε ό,τι με αφορά, εννοείται πως το τραγούδι το έβαλα απλώς επειδή μ’ αρέσει, για την ακρίβεια επειδή βρίσκω στον πυρήνα του ένα ερέθισμα που θίγει προσωπικές μου ευαισθησίες (προσωπικές όχι με την έννοια ιδιωτικές), κι αυτό αφορά τόσο στο πρωτότυπο όσο και στη διασκευή και τη τη διαφορετική διάσταση που του δίνει.
Και επειδή μου αρέσει, το έβαλα προκειμένου να το μοιραστώ με όποιον επίσης τυχόν του αρέσει, ή μ’ άλλα λόγια με όποιον επίσης τυχόν βρίσκει σ’ αυτό ένα αισθητικό ερέθισμα που τον αφορά.
Κατά τα άλλα βέβαια ο καθένας μπορεί να έχει διαφορετική γνώμη και να την εκφράζει, ακόμη και χωρίς ειδική πρόσκληση επ’ αυτού.

Λοιπόν.

Εγώ βρίσκω ότι είναι ενδιαφέρουσα διασκευή: Αφενός, η μελωδία ταιριάζει απόλυτα με τα μπουζούκια και όλο το λαϊκό του υπόλοιπου τραγουδιού, λες κι ήταν γραμμένο εξαρχής έτσι. Αφετέρου, η μελωδία είναι ακριβώς αυτή του αρχικού κομματιού, με μόνη διαφορά τον ένατο χτύπο του ζεϊμπέκικου. Κι όμως, το αρχικό τραγούδι με κανένα τρόπο δεν ήταν λαϊκό. Και η φωνή του Λιανδράκη (που δεν τον γνώριζα) ταιριάζει κι αυτή με το όλο ύφος της διασκευής.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: Το ύφος των στίχων δεν είναι λαϊκό. Δε νομίζω ότι σε κανένα λαϊκό τραγούδι θα έγραφε κανείς φράσεις όπως «είδα τα νεύρα μου σιγά σιγά να σπάνε» και διάφορες άλλες.

Αν ήμουν ξένος, που ακούει ελληνικά τραγούδια αλλά δεν ξέρει ελληνικά ή πάντως όχι σαν τον γηγενή που πιάνει τέτοιες αποχρώσεις, θα την έλεγα την τέλεια διασκευή: προσαρμόζει ένα τραγούδι σε ύφος εντελώς άσχετο από το αρχικό, χωρίς να το αλλοιώσει. Ως γηγενής ελληνόφωνος όμως έχω την επιφύλαξη που μόλις εξέφρασα.

Κατά την γνώμη μου, αυτό που λες για τον στίχο είναι πολύ σημαντικό Περικλή. Και αν θέλεις αυτό απαντά και στο γιατί δεν μπορούν να γραφτούν ρεμπέτικα σήμερα. Άντε να βάλεις μέσα λέξεις όπως ίντερνετ, πίξελ, ρουτερ, κινητό τηλέφωνο, και άλλα που έχει βάλει η τεχνολογία στην καθημερινότητά μας.
Από την άλλη πραγματικά περιμένω την στιγμή που θα διαψευτώ από τραγούδι που θα χρησιμοποιεί τέτοιες εκφράσης και θα είναι καθαρά λαικό. Θέλει ταλέντο για να μπορέσεις να πεις με μπαγλαμά τον πόνο σου για το φτύσιμο που έφαγες στο τσατ από την “γκόμενα”.

Περικλή, μάλλον αυτή την παρατήρηση έψαχνα χωρίς να την έχω εντοπίσει, παρά μόνο διαισθητικά.
Αλλά νομίζω πώς αυτό το παράξενο (ίσως όχι από μόνο του) είναι που δίνει και την μια ορισμένη διαφορετική διάσταση που με προκάλεσε: οι “μη-λαϊκοί” στίχοι μια διαφορετική διάσταση στο μουσικό ύφος, το λαϊκό μουσικό ύφος μια διαφορετική διάσταση στους ήδη γνωστούς (με άλλη μουσική μορφή) στίχους. Δηλ. δεν το βλέπω σαν πρόβλημα, αλλά σαν στοιχείο που δίνει ενδιαφέρον, ή τουλάχιστον έδωσε σε μένα.

(Μια που το νήμα μοιάζει λίγο αδέσποτο) μάλλον πρέπει να σημειώσουμε ότι έρχεται από δώ:

κι ότι το τραγούδι που συζητάμε είναι αυτό:

Να ξεκινήσω με καναδυό προσωπικά στίγματα (μια και είμαι καινούριος εδώ, σημερινός και δεν γνωριζόμαστε καθόλου):
-Μου αρέσει πολύ η ελληνική ποπ των 80ζ. Aνάλαφρα τραγουδάκια για να κάνουμε πλάκα και να περάσουμε καλά. Δροσερές χαζομαρίτσες έγραφε ο Γιοκαρίνης, ο Μπουλάς, ο Μηλιώκας κ.α. εν γνώση τους (χαζοί δεν ήταν), ο Βαγγέλης Γερμανός έβγαλε τα Μπαράκια αλλά το αγαπημένο μας παρέμενε εκείνη η μποσανοβίτσα “Σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι”. Αδιαμφισβήτητος βασιλεύς ο σχωρεμένος ο Λουκιανός. Σαββόπουλέοι, Μούτσης, Λοϊζος, Μ. Ελευθερίου. Κωστής Τριπολίτης κλπ κλπ υπέροχοι μεν αλλά θα τους καταλαβαίναμε λίγα χρόνια αργότερα. Ναι, υπήρχε ο Ακης Πάνου on stage, Καζαντζίδης και Μητροπάνος ήταν το στάνταρτ σάουντρακ της αστικής ζωής μας αλλά δεν το ελέγχαμε, το έλεγχαν οι μεγάλοι. Είμασταν 1η Λυκείου σε μια αρκετά απροβλημάτιστη εποχή. Ο Ανδρέας μόλις είχε σφυρίξει την ουσιαστική λήξη του εμφυλίου (που τυπικά έληξε 32 χρόνια νωρίτερα), είχε δώσει συντάξεις και μισθούς στα γερόντια που μας χαρτζηλίκωναν, οπότε let’s party, boyz & girlz! Τραγούδια όπως “Οσοι έχουνε πολλά λεφτά”, “Οσοι γενούν πρωθυπουργοί”, “Οι λαχανάδες”, “Η Μαρίκα η δασκάλα” κλπ θα μας είχαν κάνει μια χαρά να το γλεντάμε, αλλά είχαν σημειολογικές συχνότητες των 30ζ κι εμείς ήμασταν καραέφηβοι το 1981, 50 χρόνια μετά. Κρίμα μεν, but that’s life… Οι Κατσιμιχαίοι βγάζαν κάτι κακοτεχνίες για προβληματισμό αλλά τα φίλτρα μας κράτησαν ένα και μόνο κομμάτι τους: “Ρίτα, Ριτάκι”. Οι πιο “διαννοούμενοι” από μας (μη χέ…) στήσαν αυτάκι στα παλιότερα καλά λαϊκά και ρεμπέτικα αλλά με μια διάθεση κοινωνιολογικής μελέτης. Στο μεταξύ let’s party με Μηλιώκα, Λουκιανό και Led Zeppelin.
Ο Μηλιώκας όμως ήταν ο πρώτος που μέσα σ’ αυτή τη “γλώσσα”, αυτή που καταλαβαίναμε, κατάφερε να μιλήσει και για το νέο πλέγμα εξουσίας και αλλοτρίωσης που μας απειλούσε. Μ’ αυτό το τραγούδι για το οποίο μιλάμε. (Χρόνια μετά, όταν πια μπορούσαν να μας συγκινήσουν και Μάρκος και Τσιτσάνης και Ακης Πάνου και άλλοι πολλοί έβγαλε ακόμα ένα, “Ρούχα που πλύθηκαν μαζί κι έχουνε γίνει ροζ”).
Λοιπόν η διασκευή αυτή δεν μου αρέσει. Οχι από νοσταλγία για το πρωτότυπο. Αλλά διότι το original τραγούδι είναι ένας αφηγηματικός θεατρικός μονόλογος που, στην πρώτη εκτέλεση οι εντάσεις, οι νηνεμίες, οι επιταχύνσεις και οι κάλμες στο τέμπο, οι αλλαγές στην ενορχήστρωση, η ερμηνευτική της φωνής υπογραμμίζουν σαν σάουντρακ τα νοήματά του. Στη συγκεκριμένη διασκευή όλα αυτά απλά εξαφανίζονται και γίνονται flat. Πολύ καλά τα μεγάλα θέματα που παίζουν τα μπουζούκια αλλά η μουσική αφήγηση σε κρατάει απλώς σε μια ισοηλεκτρική γραμμή. Αυτό ακριβώς που ΔΕΝ πρέπει να κάνει!

Πάντως ο Λιανδράκης είναι μάστορας, άσχετο αν το συγκεκριμένο το αφυδάτωσε εντελώς. Σίγουρα θα μας έχει δώσει και καλές δουλειές.

Αντώνη, τι ωραία που το περιέγραψες!

Είμαι περίπου ίδια γενιά (μάλλον λίγο μικρότερος), με περίπου ίδια γούστα, περίπου ίδιες αναμνήσεις, και αισθάνομαι μεγάλη ταύτιση με το κείμενό σου, παρόλο που είναι πράγματα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί αν τα θεωρητικοποιήσω έτσι.

Μερικά σχόλια:

-Δε θα έβαζα τον Κηλαηδόνη μαζί με Γιοκαρίνηδες κλπ. Αν μη τι άλλο, εκείνη την εποχή το απαραγνώριστο προσωπικό του στυλ το συνέχιζε από αρκετά χρόνια πριν. Με τα «Τραγούδια για κακά παιδιά» (όπου ο «Ύμνος των μαύρων σκυλιών», δηλαδή το «λέμε ναι») η προσωπική του πορεία συναντήθηκε με τον χώρο όλων των άλλων που περιγράφεις. Κατά τα άλλα, μάλλον προς την όχθη του Σαββόπουλου και του Μούτση θα τον έβαζα.
-Δεν υπήρχαν μόνο δροσερά ανέμελα τραγούδια. Ο Σιδηρόπουλος;
-Στο μεταξύ let’s party με Μηλιώκα, Λουκιανό και Led Zeppelin. > Ε όχι, τους Ζέπελιν τους άκουγαν άλλοι άνθρωποι ή πάντως, κι αν ήταν οι ίδιοι, δεν ήταν την ίδια στιγμή!
-Καλά, ότι οι Κατσιμιχαίοι έχουν επενδύσει τόσα κιλά προβληματισμού και περίσκεψης και τελικά μάς έμεινε το Ρίτα Ριτάκι (με τους απροκάλυπτα ψεύτικους ρυθμούς από το αρμόνιο!! - αλλά και με κάτι αληθινό, προφανώς) είναι τρομερή παρατήρηση. Και το Μια βραδιά στο Λούκι όμως.

1 «Μου αρέσει»

Εγώ πάλι θα διάβαζα τα όσα γράφει ο Αντώνης και θα κρατούσα τις απόψεις μου χωρίς να σχολιάσω αν δεν υπήρχε ανάμεσά τους η φράση:

Στην οποία φράση δεν ξέρω κι εγώ τι με πρωτοχαλάει: Οι “κακοτεχνίες”; “Για προβληματισμό αλλά εμείς κρατήσαμε μόνο το Ρίτα-Ριτάκι”; Το πρώτο πληθυντικό (εμείς) που υποβάλλει την εντύπωση μιας γενικής σιωπηρής συμφωνίας; Ή όλα αυτά μαζί, το πιθανότερο.

Οπότε θα γράψω κι εγώ, πως για μένα - μάλλον ίδια ηλικία πάνω-κάτω, τα δυο πιο αδιάφορα (ευχάριστα μεν αλλά αδιάφορα) τραγούδια από τα “ζεστά ποτά” ήταν εξαρχής το “Ρίτα-Ριτάκι” και το “Λούκι”, το οποίο ανέφερε ο Περικλής, που όμως προτού κυκλοφορήσει δισκογραφικά είχε γίνει ήδη γνωστό στους “μουσικούς αγώνες” που διοργάνωσε ο Χατζιδάκις στην Κέρκυρα, και εντάξει, τράβηξε την προσοχή για τη “φρεσκάδα” του , μουσική και στιχουργική.
Άρκεσε όμως που μια φορά πήγα στο “Λούκι” για ποτό, για να σβήσει το “Λούκι” που είδα όλη την εντύπωση από το “Λούκι” που είχα ακούσει, καθώς το μπαράκι ήδη από εκείνη την πρώιμη περίοδο απέπνεε μια ατμόσφαιρα να την πω έτσι: προ-γιάπικη, η οποία και μετά από μια δεκαετία θα είχε ολοκληρώσει - σε άλλους χώρους - τα χαρακτηριστικά που ξέρουμε και ζήσαμε όσοι τα ζήσαμε…
Αντίθετα, τα τραγούδια των Κατσιμιχαίων που μου μιλήσανε και που αφήσανε μια σφραγίδα πάνω μου και πιστεύω κι ευρύτερα, είναι αυτά, τα καθόλου “κακότεχνα” νομίζω, που “γράψανε για προβληματισμό”: Φράση κι αυτή! λες και με αυτά δε βγαίναν από μέσα τους αγωνίες αλλά ήταν γραμμένα με “σκοπιμότητα”…
Το θέμα όμως είναι ότι στην πραγματικότητα ούτε ο καλλιτέχνης “βγάζει για προβληματισμό” ούτε κι ο ακροατής ακούει “για προβληματισμό”. Τόσο ο καλλιτέχνης όσο κι ο ακροατής, τον “προβληματισμό” (δηλ. ερωτήματα για τη ζωή και αναζήτηση απαντήσεων) ή τον έχουν ή δεν τον έχουν. Κι αν τον έχουν κι οι δυο, τότε μπορεί να συναντηθούν αισθητικά, πχ με το Φάνη ή το “για ένα κομμάτι ψωμί”. Αν πάλι δεν τον έχουν και δεν τον αποκτούν στην πορεία, τότε δε συναντιόνται ή τέλος πάντων αρκούνται στο Ρίτα-Ριτάκι.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα μια που μιλάμε για εποχή και ηλικία με τόσα βιώματα, αλλά σταματάω εδώ ως προς αυτά.
Και προσθέτω σχολαστικά ότι η η ουσιαστική λήξη του εμφυλίου έχει αφετηρία την πτώση της χούντας και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και γενικά των κομμάτων που η καταγωγή τους ήταν στην από εκεί πλευρά του εμφυλίου. Και η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε στη δεκαετία του '80 με την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής εθνικής αντίστασης. Και όσο για την επίσημη “άρση των συνεπειών του εμφυλίου” και την επίσημη αναγνώρισή του σαν εμφυλίου πολέμου κι όχι σαν οτιδήποτε άλλο, αυτή έγινε το 1990 με την “οικουμενική κυβέρνηση”, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία όπως μάλλον κι όλη η ιστορία από τότε κι έπειτα.

1 «Μου αρέσει»

Εγώ πάλι, όχι απλώς δεν είχα πάει στο Λούκι αλλά ούτε καν ήξερα, μέχρι αυτή τη στιγμή, ότι πρόκειται για όνομα συγκεκριμένου υπαρκτού μαγαζιού!!!

Πέραν αυτού, Άγη, είναι πολύ φυσικό να ακούσαμε περίπου τα ίδια πράγματα αλλά ο καθένας να έδωσε προσοχή σε άλλα.

Από χτες που ξεκίνησε αυτή η κουβέντα μου 'ρχεται κάθε τόσο κι ένα όνομα τραγουδιστή που θα μπορούσε να προστεθεί…

Εδώ είναι μια σατιρική διασκευή για το Λούκι με βάση την κρητική μουσική πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Είναι σχετικά γνωστή. Την κάνω γούστο αν και πολλοί μπορεί να τη θεωρούν κρυάδα.

Συγκεκριμένου ήτανε. Βέεεεεεβαια.

Φυσικά είναι φυσικό, και εξ αυτού και φιλοσόφησα περί φύσεως, λέμε τώρα.

Και μας κρατάς στην περιέργεια τώρα.