Αβανιά (η) (αβανιές, πληθ.)

αβανιά (η) (αβανιές, πληθ.)
ρετσινιά, κακολογία, συκοφαντική διάδοση, ψευδής κατηγορία.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ. - μουσ. Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…είχαν συχνά μπελάδες
γιατί μας βγάζαν αβανιές
πως στου σπιτιού μας τις γωνιές
κρύβαμε κατσιρμάδες…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. avania - αραβ. havan = ταπείνωση]