Aβάντα (η)

αβάντα (η)

  1. Πλεονέκτημα, κέρδος, όφελος που συνήθως προέρχεται από επιλήψιμη διαδικασία, μίζα.
  2. Υποστήριξη συνήθως έμμεση, μέσο, αβάντζα
  3. (στο θέατρο): σύνολο γνωρισμάτων ρόλου ή παράστασης που σκοπεύουν στο να προσελκύσουν το κοινό με εξωτερικά, συνήθως φανταχτερά, μέσα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Για να ξέρεις, αλανιάρη” (1936)

Στ. - μουσ. : Γ. Καμβύσης
Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ

"Για να ξέρεις, αλανιάρη,
σ’εχω πάρει πια χαμπάρι
ότι χρόνια πας γι’ αβάντα…»

[ ΕΤΥΜ. < παλιά ιταλική λέξη “avantare” ή βενετική “vantarse” = καυχιέμαι]