Τυποποιημένοι μανέδες

Άρα ο πιο συνηθισμένος τίτλος δεν είναι «Ματζόρε Μανές» αλλά «Ματζόρε» (είτε εντελώς σκέτο είτε με τη λέξη Μανές μετά από κόμμα ή σε παρένθεση ή πάντως διαχωρισμένη, σαν έξτρα πληροφορία εκτός τίτλου).

Φώτη, αν βρεις κι αυτήν του #58 θα είχα πραγματικά περιέργεια να δω πώς τιτλοφορήθηκε στ’ αλήθεια.

Ανεβάζω και τις τελευταίες ετικέτες για τους ΜΑΤΖΟΡΕ μανέδες, όπως ο Περικλής βρήκε και μας τους παρουσίασε στο μήνυμα #6.

Δεν έχουν βρεθεί οι παραπάνω ετικέτες.

BALKAN%20808%20%20B

1 Like

[Το παρόν μήνυμα το ξεκίνησα εδώ και πάνω από μήνα, αλλά με τη μεσολάβηση διακοπών κλπ. δεν ευκαίρησα ποτέ να το ολοκληρώσω. Το ανεβάζω ημιτελές, με την επιφύλαξη να το συμπληρώσω μόλις μπορέσω.]

  1. Πειραιώτικος μανές.

Σε προηγούμενα μηνύματα είχε τεθεί το ζήτημα του τίτλου μιας ηχογράφησης μανέ ως πιθανής ένδειξης για το αν ο μανές είναι τυποποιημένος ή όχι: άδηλοι τίτλοι (Ραστ μανές, Ουσάκ Μανές, Ραστ-Νεβά μανές…) είναι γενικά πιθανότερο να παραπέμπουν σε μανέδες του κλασικού τύπου, δηλαδή μάλλον αυτοσχέδιους, ενώ πιο συγκεκριμένοι τίτλοι (Μανές του πόνου / της καληνυχτιάς / του φθισικού, μανές χιώτικος / σμυρναίικος, κλπ.) συχνά δείχνουν τυποποιημένη σύνθεση. Ο οδηγός αυτός δεν είναι επ’ ουδενί αλάνθαστος, αλλά κάπου βοηθάει.

Ο τίτλος όμως «Πειραιώτικος μανές» δε μας βοηθάει, αφού πειραιώτικος σημαίνει και «του Πειραιά» αλλά είναι και όνομα δρόμου.

Με τον τίτλο αυτό έχω εντοπίσει έναν μόνο μανέ που να μην είναι σε δρόμο Πειραιώτικο, και πράγματι ήταν τυποποιημένος. Τον ξαναανέφερα στο #58. Επαναλαμβάνω τις πληροφορίες:

Νταλγκάς, 1928, δίστιχο Όσο κι αν μ’ αποστρέφεται αυτή η σκληρή καρδιά σου… Τίτλος, σύμφωνα με το Σίλαμπς, τόσο στη βάση όσο και στο φυλλάδιο, «Πειραιώτικος μανές», ενώ σύμφωνα με το ΥΤ «Πειραιώτικος Ματζόρε μανές», όπου καμία από τις δύο λέξεις δε δηλώνει δρόμο αλλά το μεν «Πειραιώτικος» νοείται ως τοπικός προσδιορισμός, το δε «Ματζόρε» ως τίτλος συγκεκριμένης σύνθεσης (που όμως είναι Χιτζάζ, βλ. #6). Δεν υπάρχει στους Ρ.Διαλόγους, ενώ στον Μανιάτη γίνεται ένα περίεργο μπέρδεμα (βλ. #58). Μια ματιά στην ετικέτα θα ξεκαθάριζε τον ακριβή επίσημο τίτλο, όμως ο Φώτης με πληροφορεί ότι η τεράστια συλλογή του από ετικέτες δεν περιλαμβάνει την εν λόγω, οπότε μένουμε με την απορία.

Με τίτλο «Πειραιώτικος» ΚΑΙ σε δρόμο πειραιώτικο υπάρχουν 12 ηχογραφήσεις. Ξεκίνησα να τις μελετώ συγκριτικά για να δω αν κάποιες συμπίπτουν μελωδικά και άρα είναι τυποποιημένοι μανέδες, αλλά δεν έβγαλα άκρη (τρομερή ψιλοδουλειά: 66 ζευγάρια προς σύγκριση, με αναλυτική ακρόαση φράση προς φράση, με το εμπόδιο των διαφορετικών τόνων κλπ.), οπότε απλώς τις παραθέτω μ’ έναν μικρό σχολιασμό μετ’ επιφυλάξεων:

Καρίπης 1928, Δίσκος Odeon Γερμανίας GA-1367 (αρ.μ. GO-590), δίστιχο: Ας τη χαρούμε τη ζωή γιατί ο καιρός διαβαίνει… Υπάρχει μόνο στη βάση ΣΛ και στο ΥΤ, όχι στο φυλλάδιο του ΣΛ, ούτε στους Ρ. Διαλ. ή στον Μανιάτη.

Δε φαίνεται να είναι τυποποιημένος.

Νούρος (α) 1928, δίσκος ODEON GA-1308 Γερμανίας (αρ. μήτρας: GO-629), δίστιχο: Τα βάσανα με θρέφουνε και οι καημοί με ζούνε… Υπάρχει και στις τέσσερις πηγές (Μανιάτη, φυλλάδιο ΣΛ, βάση ΣΛ και Ρ.Διαλ.), καθώς και στο ΥΤ.

Δε φαίνεται να είναι τυποποιημένος, και πάντως δεν ταυτίζεται με κανέναν από τους άλλους δύο Πειραιώτικους μανέδες που ηχογράφησε ο Νούρος, βλ. παρακάτω.

Νούρος (β) 1929, δίσκος Columbia Αγγλίας 8399 (αρ.μήτρας: 20602), δίστιχο: Πολλά είναι τα βάσανα κόσμε που μου 'χεις δώσει… Και αυτός υπάρχει τόσο στη βάση ΣΛ όσο και στις άλλες τρεις πηγές, και στο ΥΤ.

Δε φαίνεται να είναι τυποποιημένος, και πάντως δεν ταυτίζεται με κανέναν από τους άλλους δύο Πειραιώτικους μανέδες που ηχογράφησε ο Νούρος, τον αμέσως προηγούμενο κι έναν παρακάτω.

Παπασιδέρης 1929, δίσκος Columbia Αγγλίας 18075. Το δίστιχο το καταγράφουν και οι 4 πηγές ως «Αφού ο Θεός με δίκασε, ποιος άλλος θα με σώσει; / Το τέλος υπολείπεται για να 'ρθει να μου δώσει», αλλά εγώ ακούω «ο Χάρος υπολείπεται θάνατο να μου δώσει». Όπως προκύπτει και από τις προσφωνήσεις, παίζουν βιολί ο Σαλονικιός και λαούτο ο Σιδέρης Α(ν)δριανός, ωστόσο προξενεί κατάπληξη η προσφώνηση «Γεια σου Παπασίδερη» (με τόνο στο -σί-), νομίζω μάλιστα από τον ίδιο τον Παπασιδέρη! Στη βάση ΣΛ ο ίδιος ο Π. αναφέρεται και ως συνθέτης και στιχουργός.

Εδώ όχι απλώς δε φαίνεται να έχουμε τυποποιημένο μανέ (αν και η ένδειξη περί συνθέτη αυτό υποδεικνύει: την ύπαρξη σύνθεσης), αλλά θα έλεγα ότι έχουμε έναν μάλλον ατυχή αυτοσχεδιασμό. Πέρα από τη γενικότερη τάση του Παπασιδέρη να καταστρατηγεί, στα μελίσματά του, τα όρια των υπομονάδων (εδώ λ.χ., την ώρα που κινείται κατά βάση γύρω από την 5η της κλίμακας και κάνει αυτοσχέδια ανεβοκατεβάσματα από λίγο πιο πάνω μέχρι και κάτω στην τονική, τουλάχιστον δύο φορές βουτάει αιφνιδίως ακόμη πιο κάτω, κάνοντας ένα αναίτιο πέρασμα στο 4χ κάτω από την τονική, σε νότες που ούτε εδώ έχουν καμιά δουλειά αλλά ούτε και σε άλλο σημείο του μανέ τις αξιοποιεί πιο ουσιαστικά), υπάρχει και πρόβλημα με τη δομή: το δεύτερο μέρος, επανάληψη του β’ ημιστιχίου, που σ’ άλλους μανέδες διατηρεί την αυτοτέλειά του και σ’ άλλους συγχωνεύεται με το τρίτο, εδώ απουσιάζει ολότελα. Επιπλέον δεν υπάρχει μελωδική εξέλιξη: μαθαίνουμε τη δεσπόζουσα και την κλίμακα του δρόμου, στο τελικό κλείσιμο μαθαίνουμε και την τονική, και πέραν αυτού ουδέν. Τέλος, υπάρχει κι ένας περιττός μελωδικός επίλογος, αφού έχει ολοκληρώσει τον μανέ με μια πλήρη τελική κατάληξη κι έχουμε ακούσει και την οργανική ανταπόκριση, σε σημείο δηλαδή όπου κανείς δεν περιμένει ν’ ακούσει κι άλλα από τη φωνή, πόσο μάλλον σε κινήσεις μελωδικώς τόσο άσχετες απ’ ό,τι έχει προηγηθεί. Μοιάζει λες και, παραλείποντας το δεύτερο μέρος, να βρέθηκε ξαφνικά με παραπανήσιο χρόνο στη διάθεσή του και να είπε ό,τι να 'ναι, έτσι για να μη βγει τσουρούτικο το κομμάτι.

Νούυρος (γ) 1930, δίσκος Pathe Γαλλίας X-80187 (αρ.μήτρας: 70236), δίστιχο: Εμένα πρέπει μια σπηλιά σ’ αραχνιασμένο χώμα… (οι πηγές το ακούνε και «μ’ αραχνιασμένο», «κι αραχνιασμένο»). Και στις τέσσερις πηγές (στο ΣΛ εδώ). Στις προσφωνήσεις αναφέρονται τα ονόματα του Σαλονικιού κι ένα που δεν το πιάνω, του κιθαρίστα.

Δεν ταυτίζεται με καμία από τις δύο προηγούμενες ηχογραφήσεις του Νούρου, και μάλλον με τίποτε γενικότερα.

Μάρκος Μαβακάρης 1934, δίσκος Columbia DG-0499 78rpm 1934 (αρ.μήτρας: WG-805), δίστιχο: Είναι πικρός ο θάνατος μα είναι κι ησυχία… Και στις τέσσερις πηγές. Σύμφωνα με τη βάση ΣΛ, κιθάρα παίζει ο Σκαρβέλης.

Μάλλον έχει ξανασχολιαστεί εδώ. Μια ατυχής προσπάθεια ενός βέρου Πειραιώτη (με τη …μουσική έννοια :slight_smile: ) να αποδώσει αυτό που νόμιζε ότι είναι ο μανές. Μου δίνει την εντύπωση ότι συνδυάζοντας την αντικειμενική δυσκολία του εγχειρήματος, τη δική του περιορισμένη εξοικείωση με το είδος, και τις συνθήκες της ηχογράφησης, ο Μάρκος κόμπλαρε και τα 'χασε. Εκτός όλων των άλλων, δεν είναι και σε φόρμα φωνητικά, ακούγεται σαν συναχωμένος ενώ οι νότες, αν και ψηλές βέβαια, δεν είναι πέρα από τα όριά του. Αυτοσυνοδεύεται ο ίδιος στο μπουζούκι, πράγμα που μπορεί να του 'ρχότανε πιο φυσικό σε σχέση με το είδος τραγουδιών που ήξερε καλά, αλλά για αυτοσχεδιαστικό διάλογο -όπως είναι ο μανές με ενδιάμεσα ταξίμια- ανεβάζει πολύ τον δείκτη δυσκολίας, και δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει ξανασυμβεί (κι αν έχει ξανασυμβεί, θα είναι κατά σπανία εξαίρεση). Το αποτέλεσμα είναι ότι και στο ταξίμι κομπλάρει, κι επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια μοτίβα χωρίς μελωδική εξέλιξη -και δεν μπορεί βέβαια κανείς να πει ότι δεν ήξερε από ταξίμια! Η αξία της ηχογράφησης έγκειται κατά τη γνώμη μου στο γεγονός καθαυτό ότι ο Μάρκος θέλησε να δοκιμάσει κι αυτό το είδος, εμβληματικό της «άλλης» σχολής, είναι δηλαδή ένα ντοκουμέντο σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο σχολών.

Κάπου ακούγεται η προσφώνηση «Γεια σου Συριανάκι γεια σου!», που όλως παραλόγως ο Μανιάτης την έχει μεταγράψει «Γεια σου γενάρχη, γεια σου».

Οι επόμενοι δύο αξίζουν λίγο ιδιαίτερη προσοχή:

Περπινιάδης 1934, δίσκος Columbia DG-6112 (αρ.μήτρας: CG-1209), δίστιχο: Ο Χάρος μόνον ημπορεί να γειάνει την πληγή μου… Και στις 4 πηγές. Στη βάση του ΣΛ διαβάζω:

Στο κανονάκι ο Μανώλης Μαργαρώνης. Σύμφωνα με τον Γιώργη Παπάζογλου, κιθάρα παίζει ο Βαγγέλης Παπάζογλου ο οποίος και εδίδαξε το συγκεκριμένο μανέ στον Περπινιάδη.

Για την πρώτη πληροφορία (κανονάκι Μαργαρώνης) έχω να σχολιάσω ότι, με κάθε επιφύλαξη, θαρρώ πως είναι σαντούρι. Θυμίζω ότι σε μια συζήτηση προέκυψε ότι ο Μαργαρώνης έπαιζε σαντούρι και με τον κανονικό τρόπο (μπαγκέτες) αλλά και με πένες σαν το κανονάκι, ότι έπαιζε επίσης και κανονάκι, αλλά και ότι ενδεχομένως η λέξη «κανονάκι» είχε χρησιμοποιηθεί και για ένα είδος μικρού σαντουριού.

Η δεύτερη πληροφορία (ότι ο Παπάζογλου εδίδαξε τον μανέ στον Στελλάκη) έχει πολύ ενδιαφέρον. Καλά θα ήταν να βλέπαμε τι ακριβώς έχει γράψει ο Γιώργης Παπάζογλου σχετικά, αλλά από την αναφορά του ΣΛ καταλαβαίνω ξεκάθαρα ότι πρόκειται περί συγκεκριμένου, συντεθειμένου μανέ, άρα τυποποιημένου. Μ’ αυτή την πληροφορία στο μυαλό (αλλά και με την επιφύλαξη της υποβολής!), βρίσκω ότι το άκουσμα πράγματι ταιριάζει: η μελωδική κίνηση που ακολουθεί ο Στελλάκης στο τραγούδι του δείχνει απολύτως ελεγχόμενη, ξέρει σαφέστατα σε ποια περιοχή και σε ποιο τονικό κέντρο θα κινηθεί ανά πάσα στιγμή, πότε θα επαναλάβει μια λεπτομέρεια που να συνδέει τα προηγούμενα με τα επόμενα σημεία της μελωδίας, κλπ., εν ολίγοις θα μπορούσε πιθανότατα να ακολουθεί συγκεκριμένο σενάριο. Χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πιθανότητα να το 'κανε αυτό και αυτοσχέδια ένας δυνατός, έμπειρος αμανετζής.

Το κομμάτι κλείνει γυρίζοντας σ’ ένα πολύ δυνατό οργανικό ζεμπεκάκι, που δε νομίζω να το ξέρω άλλοθεν, αν και θυμίζει βέβαια αρκετά γνωστά τραγούδια σ’ αυτό τον τόσο χαρακτηριστικό δρόμο (μεταξύ των οποίων ένα του ίδιου του Παπάζογλου, που έχω πάθει μπλακάουτ τώρα και δε μου 'ρχεται - γυναίκα τραγουδάει, χασικλήδικο, ποιο είναι ρε παιδιά;)

Ρούκουνας 1934, δίσκος Parlophone B-21755 (αρ.μήτρας: 101504), δίστιχο: Φίλοι πια δεν υπάρχουνε να σ’ αγαπούν με πόνο… Και στις 4 πηγές (ΣΛ εδώ). Κανονάκι ο Λάμπρος Σαββαΐδης, σύμφωνα με την προσφώνηση που ακούγεται.

Μαζί με τον προηγούμενο, είναι οι μοναδικοί μανέδες απ’ όλη αυτή τη δωδεκάδα που δείχνουν να είναι τυποποιημένοι. Συγκεκριμένα, οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι η ίδια μελωδία. Η μόνη κάπως αισθητή διαφοροποίηση γίνεται στην αρχή της τρίτης ενότητας, και είναι η εξής:

Το τέλος της δεύτερης ενότητας μάς είχε αφήσει στην οκτάβα. Η τρίτη ενότητα κινείται κυρίως περί την 5η βαθμίδα (όπως και η πρώτη). Τη μετάβαση αυτή από τα ψηλά στα μεσαία ο μεν Περπινιάδης, προηγουμένως, την είχε πραγματοποιήσει αρκετά σβέλτα, μέσα σ’ ένα σχετικά σύντομο επιφώνημα, ώστε όταν μπήκε στον κυρίως στίχο βρισκόταν ήδη στην 5η, ενώ εδώ ο Ρούκουνας την καθυστερεί περισσότερο, μένοντας στην οκτάβα και μετά την έναρξη του κυρίως στίχου. Πρόκειται για μια διαφορά όχι και τόσο θεμελιώδη μέσα στο σύνολο της κατά τα άλλα παρόμοιας μελωδικής εξέλιξης των δύο μανέδων - από την άλλη όμως, και τα υπόλοιπα σημεία μοιάζουν βέβαια ανάμεσα στους δύο αλλά δεν είναι και καρμπόν, ώστε να μιλάμε για πλήρη και ασφαλή ταύτιση.

Μένουμε λοιπόν με το ενδεχόμενο της ύπαρξης ενός τυποποιημένου πειραιώτικου μανέ, που είτε τον έγραψε ο Παπάζογλου και τον δίδαξε στον Περπινιάδη αλλά παράλληλα τον ηχογράφησε και ο Ρούκουνας, είτε κυκλοφορούσε ανώνυμα αλλά -και πάλι- τον έδειξε ο Παπάζογλου στον Περπινιάδη.

[Υπολείπονται τέσσερις ακόμη μανέδες που τους χρωστώ γι’ αργότερα.]

2 Likes

εννοείς τον ξεμάγκα; γενικά είναι ο χαβάς του συριανού ντουζενιού, για τον πειραιώτικο δρόμο (μία από τις πάρτες του). εκεί είναι και ο μποχώρης, εκεί παίζει και ο βραχνάς το ραδίκι.


και μια ακόμα φορά συγχαρητήρια, για την εξαιρετική δουλειά που έχεις κάνει στους μανέδες!

Όχι πως έχει και τόση σημασία, αλλά νομίζω πως αυτό που γύρναγε στο μυαλό μου τότε που το 'γραψα ήταν τελικά το «Ένας μάγκας στον τεκέ μου», που όμως δεν είναι του Παπάζογλου!

Εσύ το ΞΕΜΑΓΚΑΣ το διαβάζεις «ξεμάγκας»; Εγώ «ξέμαγκας». Δε θυμάμαι να το έχω δει γραμμένο με μικρά, ούτε να το έχω ακούσει προφορικά ποτέ, εκτός από έναν ραδιοπαραγωγό πρόσφατα που το έλεγε κι αυτός «ξεμάγκας» και με παραξένεψε.

Τι ακριβώς εννοείς Νικόλα;

Τι συγκλονιστικό είναι αυτό;!!! Πώς στο διάβολο παίζει έτσι, σαν δυο άνθρωποι; Τόσα έχω δει και ακούσει από/για τον Βραχνά, κυρίως από το φόρουμ, αλλά αυτό μού σήκωσε την τρίχα.

Εν πάση περιπτώσει αυτό το τραγούδι ίσως μοιάζει περισσότερο, αλλά δεν το είχα υπόψη μου. Γενικά είναι αρκετά περιοριστικός δρόμος, μάλλον όλα τα πειραιώτικα λίγο πολύ θυμίζουν το ένα το άλλο. Κοντά σ’ όλα αυτά τα ζεϊμπέκικα που αναφέραμε είναι και το «Μέσα στου Μάνθου», ενώ πολλοί από τους αμανέδες της ανάρτησης, χωρίς να ταυτίζονται μεταξύ τους, μου θύμιζαν το Πονεμένο στήθος μου.

πράγματι, τα κομμάτια σε πειραιώτικο δεν έχουν πολλές παραλλαγές (κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα σαμπάχ).
εδώ είναι ο χαβάς του συριανού ντουζενιού, από τον οποίο έχουμε πολλές ηχογραφημένες παραλλαγές με διάφορους στίχους, όπως και από κάθε ντουζένι εξάλλου.
κι εγώ “ξέμαγκας” έλεγα, αλλά (νομίζω από τον γιώργη παπάζογλου) άκουσα “ξεμάγκας” και μου φάνηκε ενδιαφέρον.

Συνεχίζω από το #61:

Παγιουμτζής 1935, δίσκος HMV AO-2272 (αρ.μήτρας: OGA-260), δίστιχο: Ξαπλώσετέ με νεκρικά και σκίστε την καρδιά μου… Και στις 4 πηγές. Στη βάση ΣΛ ο τίτλος δίνεται ως «Αμανές πειραιώτικος» - σπάνια περίπτωση χρήσης του τύπου «αμανές» αντί του «μανές» που, εκείνη την εποχή, επικρατούσε σχεδόν απόλυτα. Σύμφωνα με τις προσφωνήσεις κανονάκι παίζει ο Λάμπρος Σαββαΐδης και βιολί ο Σαλονικιός. Άγνωστος κιθαρίστας κρατάει το τέμπο στο κλασικό μοτίβο-ριφάκι του τσιφτετελιού.

Ένας μανές με ασυνήθιστη δομή: Ξεκινάει κανονικά, με εισαγωγικό ταξίμι στο κανονάκι, πρώτη ενότητα (πρώτος στίχος), ξανά ταξίμι, δεύτερη και τρίτη ενότητα συγχωνευμένες σε μία (επανάληψη β’ ημιστιχίου και δεύτερος στίχος), μπαίνει το βιολί μ’ ένα δικό του ταξίμι που οδηγεί σε κλείσιμο, συντονισμένο φινάλε βιολιού και ρυθμικής κιθάρας. Λογικά το κομμάτι θα τέλειωνε εδώ. Και ξαφνικά, ένα και πλέον δευτερόλεπτο μετά την παύση, ξαναμπαίνει ο Παγιουμτζής με μια απροσδόκητη τρίτη ενότητα, όπου ξαναλέει ολόκληρο τον δεύτερο στίχο, περίπου επαναλαμβάνοντας τη μελωδική πορεία της δεύτερης ενότητας (που όμως την πρώτη φορά περιλάμβανε και την επανάληψη του β’ ημιστιχίου, άρα τώρα λέει λιγότερα λόγια και επομένως το πάει πιο γρήγορα). Το τελικό κλείσιμο γίνεται από το κανονάκι.

Τέτοια επανάληψη δεν ξαναϋπάρχει, όσο ξέρω, σε ηχογραφημένους μανέδες. Βέβαια δε θα απέκλεια να περιλαμβανόταν κάτι τέτοιο στις δυνατότητες του πραγματικού, λάιβ μανέ, γιατί συνολικά ακούγεται ταιριαστό, όσο κι αν στην αρχή ξαφνιάζει. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει εξ αρχής κανονιστεί ότι θα το πούνε έτσι. Από την άλλη, δε φαίνεται απίθανο και το αντίθετο σενάριο, να τους τέλειωσε νωρίς ο κυρίως μανές (λόγω π.χ. υπερβάλλοντος ζήλου στο να μην υπερβούν τα χρονικά όρια) και, όταν έκλεισαν με το βιολί, να τους έκανε κάποιος νόημα «πείτε κι άλλο!» και εκεί να ξαναμπήκε απροσχεδίαστα ο Παγιουμτζής, ξυπνώντας και τον κιθαρίστα. Είναι το άρτιο κλείσιμο της δεύτερης ενότητας, και η μεγάλη παύση πριν την τρίτη, που μου υποβάλλουν αυτή την ιδέα ως πιθανή.

Ο Παγιουμτζής, καίτοι μέλος της Τετράδος, δεν είναι τόσο ακραιφνής «Πειραιώτης» (μουσικά πάντα μιλώντας) όσο ο Μάρκος. Άλλωστε με την κυριολεκτική σημασία Μικρασιάτης ήταν. Πάντως εδώ τραγουδάει πειραιώτικα. Ναι μεν χειρίζεται τη μελωδία με όλα της τα γυρίσματα κατά τρόπο μακαμίστικο, αλλά η εκφορά του λόγου είναι χαρακτηριστικά ρεμπέτικη, μάγκικη, αισθητικά διαφοροποιημένη από των κλασικών αμανετζήδων.

Θεωρώ πάντως ότι εδώ η μεγάλη αυτή φωνή αδικείται από τους όρους του εγχειρήματος. Τα ψηλά της κλίμακας (ξεκίνημα δεύτερης και τρίτης ενότητας στην οκτάβα) δεν τα πιάνει παρά με ζόρι. Νότα δεν του φεύγει, αλλά δεν τραγουδάει, φωνάζει.

Δ. Περδικόπουλος 1935, δίσκος Columbia DG-6160 (αρ.μήτρας CG-1304), δίστιχο: Πολλές πληγές αγιάτρευτες φθείρουνε το κορμί μου… Και στις τέσσερις πηγές (βάση ΣΛ: κλικ). Βιολί (Σαλονικιός - προσφώνηση), κανονάκι, ούτι στη ρυθμική συνοδεία.

Ο μανές ακολουθεί την ίδια γενική μελωδική εξέλιξη όπως οι δύο που στο #61 επισημάνθηκαν ως ίδιοι, Περπινιάδη 1934 και Ρούκουνα 1934.

Σταύρος Ρεμούνδος (α) 1935, δίσκος HMV AO-1086 (αρ.μήτρας: OGA-215), δίστιχο: Στη φυλακή τον άνθρωπο όλοι τον λησμονούνε… Και στις τέσσερις πηγές (σημειώνω ότι στη βάση ΣΛ το «OGA» του αριθμού μήτρας γράφεται με μηδέν αντί όμικρον που έχουν οι Ρ.Διάλογοι, το φυλλάδιο ΣΛ και το ΥΤ, κάτι που το ξαναβρίσκουμε και σ’ άλλους αριθμούς μήτρας του Ρεμούνδου που αρχίζουν με τα ίδια τρία ψηφία - δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι το σωστό, απλώς το επισημαίνω για αποδοτικότερη χρήση του ctr+F για όποιον ενδιαφέρεται). Βιολί ο Σαλονικιός, σύμφωνα με την προσφώνηση.

Σταύρος Ρεμούνδος (β) 1937, δίσκος HMV AO-2420 (αρ.μήτρας: OGA-468), δίστιχο: Την απονιά σου θα την πω στον κόσμο σαν πεθάνεις… Εδώ ο τίτλος φαίνεται να είναι «Χιτζαζκιάρ πειραιώτικος μανές», που στη βάση ΣΛ και στο αντίστοιχο φυλλάδιο γράφεται με κόμμα ανάμεσα στις δύο πρώτες λέξεις, σαν το «Πειραιώτικος μανές» να είναι επεξήγηση του κυρίως τίτλου «Χιτζαζκιάρ», δηλαδή «Μανές από τον Πειραιά σε δρόμο Χιτζαζκιάρ», ενώ στις άλλες πηγές γράφεται ενιαία, χωρίς κόμμα, οπότε βγάζει διαφορετικό νόημα, «Μανές σε δρόμο Χιτζαζκιάρ-Πειραιώτικο». Εντύπωση προξενεί η οργανική συνοδεία, που αποτελείται από δύο κιθάρες, εκ των οποίων τη μία (προφανώς αυτή που ταξιμάρει, πάνω από το σταθερό ρυθμικό μοτίβο τσιφτετελιού που κρατάει η άλλη) παίζει ο Στ. Χρυσίνης, σύμφωνα με πληροφορία της βάσης ΣΛ χωρίς παραπομπή σε πηγή. Το ταξίμι της κιθάρας δημιουργεί ένα ύφος πολύ πιο ρεμπέτικο, πειραιώτικο θα έλεγα, από τα βιολιά, ούτια, λύρες και κανονάκια που συνήθως συνοδεύουν τους μανέδες, ενώ ο ίδιος ο μανές του εξαιρετικού και μάλλον άγνωστου αυτού τραγουδιστή είναι σε τυπικό ανατολίτικο αμανετζήδικο ύφος. Ο συνδυασμός των δύο αυτών υφολογικών στοιχείων είναι, κατά τη γνώμη μου, ταιριαστός και επιτυχημένος, πάντως παρέμεινε μια σπάνια καινοτομία.

Η προσφώνηση «γεια σου Σταύρο Μαρμαρά» απευθύνεται στον Ρεμούνδο, που όπως διάβασα ήταν μαρμαράς στο επάγγελμα.

Το κομμάτι κλείνει με γύρισμα σε οργανικό ζεμπέκικο, που θυμίζει εκείνο του Μαργαρώνη στον μανέ του Περπινιάδη (βλ. #61) χωρίς να ταυτίζεται μαζί του. Έχει μάλιστα την ιδιορρυθμία ότι αποτελείται από ένα μόνο θέμα (μια φράση δύο μέτρων) που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, δημιουργώντας την προσδοκία ότι θα γυρίσει σε κάποια δεύτερη, χωρίς τελικά ποτέ να γυρίζει. (Και επ’ ευκαιρία ας σχολιάσουμε και ότι στο αντίστοιχο του Μαργαρώνη υπάρχουν μεν δύο θέματα, και πάλι όμως το πρώτο επαναλαμβάνεται περισσότερες φορές απ’ όσες συνηθίζεται στη συμμετρική, γενικά, δομή τέτοιου είδους κομματιών.)

Οι δύο αυτοί μανέδες του Ρεμούνδου είναι δύο φορές ο ίδιος μανές. Διαφέρει πολύ η οργανική συνοδεία, και φυσικά και τα δίστιχα, αλλά η κυρίως μελωδία του μανέ ταυτίζεται πλην ελάχιστων αυτοσχεδιαστικών λεπτομερειών. Επομένως, εντοπίζεται άλλη μία περίπτωση τυποποιημένου μανέ.


Τέλος, ο Μανιάτης αναφέρει άλλες δύο ηχογραφήσεις με τον ίδιο τίτλο, που δεν εντοπίζονται σε καμία άλλη πηγή κι επομένως δεν τις έχω ακούσει, με αποτέλεσμα να μην είμαι σε θέση να πω αν είναι σε πειραιώτικο δρόμο, ούτε, κατά συνέπεια, αν η λέξη «Πειραιώτικος» εδώ αποτελεί ή όχι ένδειξη τυποποιημένου μανέ:

Νταλγκάς 1931, δίσκος ΑΟ-222, δίστιχο: Ποτέ μου δεν το ήλπιζα ότι θα με πληγώσεις… Σύμφωνα με τις προσφωνήσεις που καταγράφει ο Μανιάτης, παίζει λύρα ο Λάμπρος Λεονταρίδης.

Μαρίκα Πολίτισσα 1933, δίσκος DG-333, δίστιχο: Στα χρόνια όπου έφτασα δεν θέλω πια να ζήσω…

Προφανώς αυτοί οι δύο μανέδες δεν έχουν κυκλοφορήσει σε κανένα φορμάτ, υλικό ή ψηφιακό, πέρα από τις αρχικές πλάκες γραμμοφώνου. Αν κανείς συλλέκτης που τις διαθέτει μας διαβάζει και θέλει να τις μοιραστεί μαζί μας, θα εκτιμηθεί βαθύτατα.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο τίτλος «Πειραιώτικος μανές» εντοπίζεται σε 15 ηχογραφήσεις. Από αυτές, οι δύο (Νταλγκά 1931 και Μαρίκας Πολίτισσας 1933) είναι γνωστές μόνον ως τίτλοι και κάθε περαιτέρω σχολιασμός τους είναι αδύνατος. Σε μία ( Νταλγκά 1928 , Όσο κι αν μ’ αποστρέφεται αυτή η σκληρή καρδιά σου …) ο τίτλος «πειραιώτικος» δεν αναφέρεται σε μουσικό δρόμο αλλά -εντελώς συμβατικά βέβαια- στον ίδιο τον Πειραιά, καθώς πρόκειται για τον τυποποιημένο «Ματζόρε Μανέ». Από τις υπόλοιπες, που όλες είναι όντως σε δρόμο Πειραιώτικο, δύο ( Περπινιάδη 1934 και Ρούκουνα 1934) δημιουργούν βάσιμη υπόνοια ότι ταυτίζονται και ότι άρα συναποτελούν έναν τυποποιημένο μανέ, ενώ και του Περδικόπουλου 1935 φαίνεται πιθανό φαίνεται να ανήκει εδώ, και άλλες δύο (του Ρεμούνδου, (α) 1935 και (β) 1937) ταυτίζονται ξεκάθαρα και άρα συναποτελούν, κι αυτές, έναν τυποποιημένο μανέ. Μένουν εφτά ηχογραφήσεις που, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, δεν είναι τυποποιημένοι μανέδες.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, πέρα από περιπτώσεις ατυχών αυτοσχεδιασμών (Βαμβακάρης, Παπασιδέρης…), όλοι αυτοί οι μανέδες, τυποποιημένοι ή όχι, ακολουθούν πιστά το μακαμίστικο μοντέλο μελωδικής ανάπτυξης, τη στιγμή που ο Πειραιώτικος δρόμος δεν αντιστοιχεί σε κανένα μακάμι! Είναι σίγουρα δυνατόν να βρεθούν ισχυροί συσχετισμοί του με τον δρόμο Χιτζαζκιάρ (όπως άλλωστε υπονοείται και από τον τίτλο «Χιτζαζκιάρ Πειραιώτικος μανές» που συναντήσαμε σε μία περίπτωση), αλλά πάντως η δομή και η συμπεριφορά του Πειραιώτικου δεν είναι εύκολο να ενταχθούν στο μακάμ Χιτζαζκιάρ.

Ο Ανδρίκος, η μόνη πηγή που έχω υπόψη μου να εξετάζει τον Πειραιώτικο (και γενικά τους δρόμους) σε σχέση με τα μακάμια, αντιδιαστέλλει σαφώς τα δύο τροπικά φαινόμενα, Πειραιώτικο και Χιτζαζκιάρ. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς όλο του το σχετικό κεφάλαιο, όπου μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει ειδική (αποκλειστική) σχέση του Πειραιώτικου δρόμου με τον Πειραιά και το πειραιώτικο ρεμπέτικο - κάτι που, άλλωστε, επιβεβαιώνεται περίτρανα και εδώ με τους πειραιώτικους μανέδες. Τα όσα λέει ο Ανδρίκος για την ίδια την τροπική δομή και συμπεριφορά του δρόμου και για τη σχέση του με το Χιτζαζκιάρ δεν είναι εύκολο να τα συνοψίσω εδώ. Πάντως, ενώ σε κάθε δρόμο αφιερώνει ένα κεφάλαιο όπου, στερεότυπα, περιλαμβάνεται και μία ενότητα με τίτλο «το αλά τούρκα ραστ/σαμπά κλπ.», ειδικά για τον Πειραιώτικο αυτή η ενότητα παραλείπεται. Αυτό είναι εύλογο μεν, στο μέτρο που στην αυθεντική τούρκικη μουσική -αυτήν που περιγράφει η θεωρία μακάμ- δεν υπάρχει αντίστοιχο τροπικό φαινόμενο, συνάμα όμως είναι και παράλειψη αφού υπάρχουν τόσες περιπτώσεις πειραιώτικου με «αλά τούρκα» διαχείριση και απόδοση.

Δε θα επεκταθώ άλλο σε τροπική θεωρία, αφού εδώ το θέμα είναι άλλο. Επισημαίνω πάντως ένα ζήτημα σχετικά με τον πειραιώτικο δρόμο που νομίζω ότι αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω.

1 Like

Ρε Περικλή, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση. Όταν ξεκίνησες αυτό το νήμα, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν «πολύ ενδιαφέρον, για να δούμε τί θα βγεί από αυτή την υπόθεση!». Πράγματι, ενδιαφέροντα πράγματα άρχισαν να εμφανίζονται, μερικές φορές μάλιστα «τσίμπησα» και άκουσα διάφορα παραδείγματα, διαβάζοντας και τμήματα των δημοσιεύσεων, συνήθως όμως έλεγα «ας περιμένω να ολοκληρωθεί και μετά, το διαβάζω διεξοδικά ολόκληρο.».

Έχουμε φτάσει αισίως τις 65 δημοσιεύσεις, η παραμικρή ένδειξη δεν έχει τολμήσει να διαφανεί έστω δειλά, ότι πλησιάζουμε προς την ολοκλήρωση, και τώρα που βλέπω μίαν ακόμα δημοσίευση με κοντά 4 ακόμα σελίδες, αναρωτιέμαι: Πότε θα ολοκληρωθεί η έρευνα; Και, πόσο μεγάλη θα είναι;

Ντάξει, τη βρήκα την πηγή:

Στην άλλη όψη του δίσκου είναι ένα κομμάτι του Χρυσίνη. http://rebetiko.sealabs.net/display.php?string=Ρεμούνδος%20Σ.

Νίκο, σ’ έχω τσακώσει να λες για τον αμανέ:

Λοιπόν, πλάνη. Ο αμανές δεν είναι αυτοσχεδιασμός. Μπορεί να υπάρχουν και αυτοσχέδιοι μανέδες, αλλά πλέον αυτό πρέπει να αποδειχθεί. Μέχρι στιγμής το μόνο που αποδεικνύεται είναι οι προσχεδιασμένοι μανέδες. Σε κάθε περίπτωση απ’ όσες είδαμε μέχρι τώρα, είτε αποδεικνύεται (ή υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις) ότι πρόκειται για σύνθεση και όχι αυτοσχεδιασμό, είτε απουσιάζει η δυνατότητα να αποδειχθεί οτιδήποτε.

Επειδή όμως το περί αυτοσχεδιασμού δεν το υποστηρίζεις μόνο εσύ αλλά αποτελεί γενική πεποίθηση, αντιλαμβάνεσαι ότι για να το αμφισβητήσω, δηλαδή για να βγω να πω «κανείς απ’ όσους έχουν γράψει περί του μανέ δεν έχει κάτσει στ’ αλήθεια ν’ ακούσει μανέδες», χρειάζομαι την πληρέστερη δυνατή τεκμηρίωση. Αυτό λοιπόν κάνω: τεκμηριώνω (και ελέγχω συνάμα) την υπόθεσή μου.

Πού θες να ξέρω; Έχεις κάνει κι εσύ έρευνες. Το ξέρεις από πρώτο χέρι ότι ο ερευνητής, κατά το διάστημα που ακόμη συλλέγει υλικό, δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να απαντήσει αυτή την ερώτηση.

Νομίζω ότι κατά διαστήματα έχω γράψει πού βρισκόμαστε και τι υπολείπεται. Θα μπορούσα να το ξανακάνω πιο συστηματικά, αλλά με την επιφύλαξη βέβαια ότι μέσα στα υπολειπόμενα πάντοτε μπορεί να προκύψουν και καινουργια.


Τέλος πάντων, νομίζω ότι βασικά αυτό που μου λες είναι «μήπως απλώς δημοσιεύεις τα πρόχειρα της έρευνάς σου;»

Στο μέτρο που δεν πρόκειται για δημοσίευση, σε δόσεις, μιας ήδη ολοκληρωμένης έρευνας, μπορείς να πεις ότι όντως αυτό κάνω. Αλλά φυσικά, καταλαβαίνεις πόσα προ-πρόχειρα βρίσκονται πίσω από κάθε δημοσίευση, πόσα γραψίματα και σβησίματα, πόσοι πίνακες, σημειώσεις κλπ. κλπ.

Αυτό μπορεί να θεωρηθεί κατάχρηση του χώρου του φόρουμ. Αλλά μόνο σε τέτοιου είδους πλατφόρμες μπορεί να γίνει αυτή η δουλειά (κείμενο με συνδέσμους προς ηχογραφήσεις και γενικά προς πηγές). Σε ιδιωτικά αρχεία του υπολογιστή μου δεν έχω υπόψη μου αντίστοιχες δυνατότητες.
Θα μου πεις: και γιατί δεν το κάνεις σ’ ένα προσωπικό μπλογκ;
Γιατί μόνο σε χώρο όπου είναι ήδη συγκεντρωμένος ένας πυρήνας αναγνωστών με συναφή ενδιαφέροντα μπορώ να κάνω εκκλήσεις για συνδρομή όπως π.χ. η παρακάτω

με κάποια ελπίδα ανταπόκρισης. Όπως θα είδες, έχω διάφορες τέτοιες εδώ κι εκεί, κάποιες απαντήθηκαν, άλλες όχι, αλλού δόθηκαν απαντήσεις χωρίς να έχω ρωτήσει όπως π.χ. οι πολυτιμότατες ετικέτες του Φώτη. Δε θα μπορούσα να τα κάνω αυτά στο μπλογκ μου με τους τρεις+κούκο αναγνώστες.

3 Likes

Ο λόγος για τον οποίο διατύπωσα το παραπάνω κείμενο έτσι και όχι διαφορετικά, είναι ότι κι εγώ είχα δει ότι

τελικά, αλλά δεν είχα τολμήσει να το βροντοφωνάξω, επηρεασμένος κι εγώ από ένα γενικότερο πνεύμα που θεωρούσε τον αμανέ αυτοσχεδιαζόμενο μουσικό είδος.

Ναι, λοιπόν, συμφωνώ μαζί σου ότι και οι αμανέδες, είτε «τυποποιημένοι» είτε μη, είναι μουσικές συνθέσεις όπως και τα ηχογραφήματα επωνύμων συνθετών, με τη μοναδική διαφορά ότι οι αμανέδες, όπως και τα δημοτικά τραγούδια, κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι και δεν ξέρουμε το όνομα του ή των συνθετών. Όπως κάθε σύνθεση, υπακούουν και αυτοί σε κάποιους κανόνες, ενώ αφήνεται από τον / τους συνθέτη / - ες και χώρος για προσωπική έκφραση του εκτελεστή του κομματιού. Απλά ο βαθμός προσωπικής ελευθερίας του ερμηνευτή είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι σε ένα κλασικό Σμυρναίικο, Πειραιώτικο, μουρμούρικο κττ. ενώ οι κανόνες είναι και αυτοί χαλαρότεροι από εκείνους των «συμβατικών» συνθέσεων.

Εν αναμονή λοιπόν, εξέλιξης και συμπλήρωσης της δουλειάς σου!

3 Likes

Καλημέρα και χρόνια πολλά στους εορτάζοντες!

Ανεβάζω, όσες ετικέτες 78 στροφών έχουν βρεθεί με τον «Πειραιώτικο» μανέ, από την έρευνα του Περικλή.

Από την ετικέτα γνωρίζουμε ότι στο βιολί είναι ο Δραγάτσης-Ογδοντάκης. Ο προσδιορισμός «μανές» μέσα σε παρένθεση.

Είναι ο μόνος δίσκος, στον οποίο δεν υπάρχει ο προσδιορισμός «μανές».

“Γεια σου Σαλονικιέ με το γλυκό βιολί σου» η μία προσφώνηση και «Και εσύ Σκαρβέλη, που μας γλυκαίνεις με την κιθαρίτσα σου» η άλλη. Πιο πριν ακούγεται το «Ρίχτα παραπονιάρη Νούρο», μάλλον δύο φορές.

Στην ετικέτα ο τίτλος είναι «Μανές Πειραιώτικος».

Και εδώ ο τίτλος είναι «Μανές Πειραιώτικος». Το κομμάτι είναι στο όνομα του Στελλάκη.

Οι προσφωνήσεις «Γεια σου Στελλάκη, να χαρώ το ζαχαρένιο σου στόμα, παιδί μου» και «Γεια σου Μαργαρώνη με τις πενιές σου» πρέπει να γίνονται από τον Βαγγέλη Παπάζογλου, ο οποίος παίζει κιθάρα.

Τέσσερα (4) τραγούδια πιο πριν, είχαν ηχογραφήσει μαζί το τραγούδι «Τεχνίτης και κατεργάρης», το οποίο είναι στο όνομα του Κώστα Σκαρβέλη.

Αν δεν κάνω κάποιο λάθος, η ηχογράφηση αυτή, πρέπει να προηγείται της παραπάνω ηχογράφησης, με τον Στελλάκη.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι παρουσιάζονται δύο (2) ετικέτες με αυτή την ηχογράφηση και κυκλοφορία. Στην πρώτη, το «Φίλοι πια δεν υπάρχουνε» είναι κάτω από το «Πειραιώτικος μανές» και με μικρά γράμματα, ενώ στην δεύτερη είναι ένας ενιαίος τίτλος και με κεφαλαία γράμματα. Από τις λίγες φορές που μία ετικέτα δίσκου σχεδιάζεται εις διπλούν.

Όπως μπορούμε να δούμε στην δεύτερη ετικέτα (στο περιθώριο ανάμεσα στα αυλάκια του δίσκου και την ετικέτα), κυκλοφόρησε η πρώτη μήτρα της ηχογράφησης. Ίσως να μην χρειάστηκε δεύτερη.

21755-

21755

Και μία τελευταία ετικέτα.

Μάλλον εκ παραδρομής σημειώθηκε το 0 (μηδέν) αντί του Ο (όμικρον), που είναι το σωστό.

3 Likes

Βρέθηκε αυτή του 1930 με τον Σμυρνιό Κώστα Νούρο, ο οποίος, όπως σημειώνεται στα σχόλια του τραγουδιού στο sealabs, ήταν φημισμένος τραγουδιστής και αμανετζής πριν ακόμα την καταστροφή της Σμύρνης.

Εδώ λίγα πράματα για τον Κώστα Μασσέλο-Νούρο.

Και εδώ η ετικέτα από τον Ματζόρε μανέ του 1930 στην Parlophone.

Αφού εσύ με μίσησες το πάν θα σε μισήσει
κι ο μισεμένος άνθρωπος δεν πρέπει πια να ζήσει.

2 Likes

Το μέλος pepe επέστρεψε από τις διακοπές του, όπου ήταν εκτός δικτύου. Ας το καλωσορίσουμε.

Ε λοιπόν, αυτό μου προξενεί απροσδόκητη χαρά! Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι είμαι ο μόνος που το έχει παρατηρήσει, και αυτό φυσικά δημιουργεί κάποιες αμφιβολίες (όλοι τρελοί εκτός από μένα, ή μήπως…;).

Λοιπόν, ας ανακεφαλαιώσουμε λίγο όσα γράφτηκαν μέχρι τώρα (το είχα ξανακάνει εδώ, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα μηνύματα με τους αριθμούς τους) και να δούμε τι ακόμη υπολείπεται.

Ξεκίνησα χωρίς συνείδηση αυτών που διαπίστωσα στην πορεία, επομένως πιστεύοντας ότι οι μανέδες είναι κατά βάση αυτοσχέδιοι και ότι μόνο μια ομάδα (που έτσι κι αλλιώς ξεχωρίζει από το σύνολο και από άλλες ιδιαιτερότητες, π.χ. τις έντονες έως ριζικές δυτικές επιδράσεις) είναι τυποποιημένοι, δηλ. συντεθειμένοι, προσχεδιασμένοι, όχι αυτοσχέδιοι. Ποιοι ακριβώς μανέδες ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα; Άρχισα μ’ εκείνους για τους οποίους μου είχε ήδη δοθεί η πληροφορία ότι είναι τυποποιημένοι, συγκεκριμένα:

  1. Σμυρναίικο μινόρε (που παραδίδεται και με άλλους τίτλους).
  2. Γαλατά μανές, άλλως Ανταμαμάν.
  3. Ματζόρε μανές.
  4. Χιώτικος μανές (αυτόν τον ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της διερεύνησης των υπολοίπων).
  5. Τζιβαέρι μανές.
  6. Ταμπαχανιώτικος μανές, άλλως Σουλτανί μανές.

Μέχρι αυτό το σημείο, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που είχα δει να έρχεται στο φως ήταν η διαφαινόμενη ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο είδος του τυποποιημένου μανέ και στον χορό του μπάλου. Ενδιαφέρον, ανάμεσα σε άλλους λόγους, και διότι ο μπάλος με μανέ αποτελεί και σήμερα απολύτως ζωντανό στοιχείο λαϊκής παράδοσης. Τόσο σήμερα όσο και στον Μεσοπόλεμο, απ’ όλους τους τυποποιημένους μανέδες εκείνος που τραγουδιέται συστηματικότερα στον μπάλο είναι ο Μανές Φα Ματζόρε (διάφορος από τον Ματζόρε). Αυτόν λοιπόν, και μαζί του και τον Σούστα-Μπάλο μανέ, τους φύλαγα για το τέλος.

Ήθελα όμως να βεβαιωθώ ότι θα έχω όντως φτάσει στο τέλος, χωρίς να έχω παραλείψει κι άλλους τυποποιημένους: αλλιώς, θα ήμουν αναγκασμένος να τους προσθέσω μετά από το σημείο όπου -όπως θεωρούσα μέχρι τότε- κορυφώνεται η έρευνα, πράγμα κάπως ξενέρωτο. Και στο μεταξύ είχα βρει, τυχαία, ότι όντως υπάρχουν κι άλλοι τυποποιημένοι μανέδες εκτός από τους 6 βασικούς (τους προαναφερθέντες 5, χωρίς τον Χιώτικο, και τον Φα Ματζόρε). Πώς θα μπορούσα να κάνω μια σκούπα σε όλο το καταγεγραμμένο ρεπερτόριο μανέδων ώστε να εντοπίσω, μεθοδικά πλέον και όχι τυχαία, ποιοι είναι τυποποιημένοι;

Έτσι:

Έτσι βρέθηκα με μια αρκετά μεγάλη λίστα τίτλων, τους οποίους άρχισα να μελετώ αφού πρώτα τους κατέταξα σε αλφαβητική σειρά. Ανάμεσά τους κάποιοι αποδείχτηκε τελικά ότι δεν αντιστοιχούν σε μανέδες (παραπλανητικός τίτλος), κάποιων το ηχητικό δεν είναι διαθέσιμο, κάποιοι είναι όντως τυποποιημένοι και κάποιοι αντιστοιχούν σε μία μοναδική ηχογράφηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν είναι τυποποιημένοι ή όχι (αφού μόνο αν ακούσεις την ίδια μελωδία σε δύο ή περισσότερες διαφορετικές ηχογραφήσεις πείθεσαι οριστικά ότι δεν πρόκειται για αυτοσχεδιασμό).

Μελετώντας όμως όλους αυτούς τους μανέδες, βρέθηκα μπρος στην απροσδόκητη διαπίστωση ότι ακόμη και μανέδες που να μην έχουν εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τους τυποποιημένους από τους αυτοσχέδιους, δηλαδή ακόμη και τυπικοί, κλασικοί μανέδες, που έχουν όλα τα φόντα να θεωρηθούν αυτοσχέδιοι (όπως και θεωρούνταν απ’ όλους), τελικά δεν είναι πάντα αυτοσχέδιοι. Αυτό προκύπτει μόνο αν διαπιστωθεί ότι δύο τέτοιοι μανέδες είναι ο ίδιος σκοπός. Αλλά είναι τέτοια η φύση των μελωδιών του μανέ ώστε, αν δε γίνει πολύ αναλυτική ακρόαση με λεπτομερείς σημειώσεις και ακολούθως σύγκριση, μπορεί κανείς ν’ ακούει δυο μανέδες όλη του τη ζωή και ποτέ να μην παρατηρήσει ότι ταυτίζονται μεταξύ τους.

Αυτή η διαπίστωση μου φάνηκε πιο σημαντική κι από την άλλη, που αφορούσε τον μπάλο. Επειδή όμως (αν ισχύει) είναι ανατρεπτική, ήθελα, όπως τόνισα και πιο πάνω, να την τεκμηριώσω όσο εξαντλητικότερα γινόταν. Το σχέδιο που κατέστρωσα, που στηρίζεται στη διατύπωση των τίτλων, θεωρώ ότι παρέχει έναν ικανοποιητικό βαθμό πληρότητας στην τεκμηρίωση. Η πραγματικά πλήρης τεκμηρίωση, δηλαδή η μέγιστη δυνατή άρση των αμφιβολιών, θα γινόταν αν κάποιος έπιανε ΟΛΟΥΣ τους παραδιδόμενους μανέδες, τους ομαδοποιούσε κατά μακάμια, και εξέταζε αν ανάμεσα στους 40 (τυχαίο νούμερο) μανέδες σε Ραστ εντοπίζονται 5 ή 10 μελωδίες που επαναλαμβάνονται σε πολλές ηχογραφήσεις. Αλλά αυτό είναι τεράστιο έργο που νομίζω ότι μόνο κάποιος που να πληρώνεται γι’ αυτό και να μην έχει άλλες υποχρεώσεις θα το έφερνε εις πέρας. Ακόμα κι έτσι, δε θα μπορούσε να αποδειχτεί ακράδαντα ότι αυτοσχέδιος μανές δεν υπήρξε ποτέ, εκτός από τη μάλλον απίθανη περίπτωση όπου κάθε μελωδία εντοπιζόταν σε δύο ή περισσότερες ηχογραφήσεις. Ήδη όμως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου η αντίληψη ότι κάθε μανές που φέρει ορισμένα χαρα;κτηριστικά είναι αυτοσχέδιος καταρρίπτεται. Ναι μεν δεν αποδεικνύεται ότι κανένας μανές δεν είναι αυτοσχέδιος, όμως για αρκετούς αποδεικνύεται με ασφάλεια ότι δεν είναι, ενώ για όλους τους υπόλοιπους δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί ούτε ότι είναι ούτε ότι δεν είναι (άρα: κανείς μανές δεν είναι αποδεδειγμένα αυτοσχέδιος).

Εν πάση περιπτώσει, ξεκίνησα να εξετάζω την αλφαβητική μου λίστα. Ορισμένοι τίτλοι προέκυψε ότι έχουν πολύ ψωμί, και αποφάσισα να δημοσιεύσω πρώτα όσα αφορούν αυτούς, ώστε μετά να μείνουν τα «ψιλά» και στο τέλος να έρθω και σ’ εκείνους που εξ αρχής προόριζα για τελευταίους. Έτσι ανέβασα τα στοιχεία για τους κάτωθι:

  1. Μανές του φθισικού και άλλοι συναφείς.
  2. Νινί μανές.
  3. Πειραιώτικος μανές.

Επιφυλάσσομαι ακόμη να ανεβάσω όσα έχω βρει (που είναι λιγότερα) για τους εξής:

  1. Βαγγελικός μανές.
  2. Γκιουζέλ μανές.
  3. Κουμπαγιώτικος μανές.
  4. Λεϊλά Χανούμ μανές.
  5. Μανές της ξενιτιάς.
  6. Μανές της φυλακής.
  7. Μανές του βασανισμένου.
  8. Μανές του πόνου.
  9. Μπαμ μανές.
  10. Μπεγιόγλου μανές.
  11. Μπουλμπούλ μανές.
  12. Ντερτλί μανές.
  13. Πέστιμο μανές.

Τίτλοι που δεν τους έχω ακόμη μελετήσει, αλλά επιφυλάσσομαι (και δεν ξέρω τι θα δώσουν) είναι ακόμη οι εξής:

  1. Πολίτικος μανές.
  2. Σεβνταλή μανές.
  3. Σερφ μανές.
  4. Σμυρναίικος μπορδέλο μανές.
  5. Τσακπίν κατηφές μανές.
  6. Τσιφτετέλι μανές.
  7. Χαρμπιέ μανές.

Και, τέλος (αν δεν προκύψει καθ’ οδόν κάτι καινούργιο, που όμως είναι αρκετά πιθανόν να προκύψει), η παρουσίαση θα κλείσει με τους μανέδες που κατεξοχήν σχετίζονται με τον μπάλο: Φα Ματζόρε μανέ, Σούστα μανέ, και ίσως μερικούς ακόμη σχετικούς.


Υ.Γ. Βλέποντας ότι στα πρώτα 72 μηνύματα καλύφθηκαν οι 9 από τους περίπου 30+ υποψήφιους προς εξέταση μανέδες, ο Νίκος θα είχε κάθε λόγο να ανησυχεί: γεράσαμε κι ακόμα δεν είμαστε ούτε στο 1/3! Όμως σας διαβεβαιώ ότι τα νούμερα 10 έως 22 δεν έχουν πολύ ψωμί. Για τα 23 κ.εξ. δεν εγγυώμαι τίποτε! :slight_smile:

3 Likes

(πρώτες λέξεις κειμένου προς παράθεση)

(τελευταίες λέξεις)

Πραγματικά, αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος για σωστή έρευνα. Φοβάμαι ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.
(αυτά τα ολίγα, εδώ στην εξοχή έχω μόνο ένα τάμπλετ και οι προϋποθέσεις για εκτενέστερα κείμενα δεν υπάρχουν)

Βρέθηκε και αυτή η ετικέτα.

Υπάρχει και ένας ακόμη Ματζόρε μανές, ο οποίος δεν έχει καταγραφεί στο μήνυμα 6 του pepe. Από τα 1919, και την Columbia Αμερικής, με την Μαρίκα Παπαγκίκα.

Η νύχτα με παρηγορεί, που πέφτω και κοιμούμαι, και λησμονώ τα βάσανα, και σένανε θυμούμαι

http://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=8848

2 Likes

Κοίτα να δεις τι δώρο μου προσέφερε η αυτόματη ανάσυρση παλαιών θεμάτων:

Το Σμυρναίικο Μινόρε είναι, απ’ όλα τα κομμάτια με τα οποία έχω καταπιαστεί εδώ, αυτό με τη μικρότερη τεκμηρίωση εκ μέρους μου. Είχα μόλις ξεκινήσει να ψάχνω για τους τυποποιημένους μανέδες, και δεν είχα υποψιαστεί το εύρος του θέματος.

Προς το παρόν απλώς μεταφέρω το παράθεμα εδώ, χωρίς αντιπαραβολή με τα δικά μου ή με τις πηγές. Σίγουρα θα υπάρχουν και παραπάνω ηχογραφήσεις, σίγουρα κάποιες θα τις έχω ήδη βάλει, ενδεχομένως να υπάρχουν και τίποτε λάθη (έτσι κι αλλιώςόλα αυτά ελέγχονται πολύ πιο εύκολα σήμερα απ’ ό,τι το 2003), αλλά δεν παύει να είναι μια σημαντική βοήθεια…

Ευχαριστώ πολύ τον Σάκη Π[άπιστα;]. Κάνεις ένα καλό, και μπορεί να περάσουν 16 χρόνια αλλά κάποιος θα το βρει και θα το εκτιμήσει.

1 Like

Χμ… Για τα όποια καλά τυχόν έχω κάνει εγώ, δεν θα ήθελα να περιμένω δεκάξι χρόνια πριν κάποιος αναγνωρίσει κάποιο…

Μη βλέπεις το ποτήρι μισοάδειο, Νίκο:

Κάνεις το καλό, δεν το παρατηρεί κανείς, το παίρνεις πια απόφαση να μην περιμένεις καμία αναγνώριση για το συγκεκριμένο, και όταν πια το 'χεις ξεχάσει από χρόνια, τσουπ! μια ευχάριστη έκπληξη! (Που πιθανότατα δεν τη μαθαίνεις κιόλας - άλλο αυτό…) :slight_smile: