Συζήτηση για το λήμμα Μανταρόλια

Ο Παλάσκας πάντως φαίνεται να είναι προς την ορθή κατεύθυνση (σχόλιο 12)

Έτσι και η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Δρανδάκη), όπου (άκουσον, άκουσον!) έχει και λήμμα μετζερώρα (η). (Ιδιωματ. ἐκ τοῦ Ιταλ. mezza ora =ημιώριον)• λέξις ἀπαντῶσα ἐν Μάνῃ εἰς τὴν γητευτικὴν φράσιν : «ἕνα γιάτι ὥρα (ἓν σημεῖον τῆς ὥρας, ἐν λεπτὸν) μήτε τρίτη μετζερώρα" και σημαίνουσα ἐν τῇ φράσει ταύτῃ ἓν λεπτόν, οὔτε μίαν στιγμήν, ἀμέσως»

Και μετζαώρα υπάρχει, το θυμάμαι από ένα από τα παραμύθια του Μέγα. Κάτι επέπρωτο να διαρκέσει τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις μέρες, τρεις ώρες και τρεις μετζαώρες, και υπέθετα ότι σημαίνει μισάωρα αλλά ίσως τελικά όχι.

Θα ήθελα να καταλάβαινα καλύτερα τι γίνεται στο #11 με τα δοχεία του κρασιού. Αν τόσος κόσμος μιλάει για μισάωρα που δεν κρατάνε μισή ώρα, μήπως τελικά η λέξη προέρχεται από κάποιαν που σημαίνει δοχείο ορισμένου σχήματος, και η ακουστική ομοιότητα με τη μέτζα όρα επέδρασε παρετυμολογικά;

Ένα τσιγάρο δρόμος; Το σωστό είναι «αντριλήκι»;

Κι από παλιότερη συζήτηση:

Με την ευκαιρία, να αναφέρω ότι σ’ εκείνη τη συζήτηση εξετάζεται και το ζήτημα της προέλευσης του σκοπού του ίδιου τραγουδιού, με πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία αλλά χωρίς κανένα συμπέρασμα.

Εδώ ένα βίντεο από ένα πολύ ενδιαφέρον κανάλι στο youtube.
Φαίνονται τα μαντηλάκια - σημάδια, ανά οργιά στο σκοινί που συνδέει τον δύτη με το σκάφος.

1 «Μου αρέσει»

Σπουδαίο ντοκουμέντο μεν, γιατί όλα αυτά ποτέ δεν τα 'χα ξαναδεί, μόνο διαβασμένα τα είχα.

Αλλά και που τα είδα, δεν κατάλαβα πολλά.

Η περιγραφή λέει ότι ο δύτης είναι ψαράς, και ότι αυτά που έχει στην απόχη του (στο δίχτυ δηλαδή) είναι ψάρια. Ισχύει, ή τα μπέρδεψε ο ανεβάστορας; Δεν είναι σφουγγαράς;

Αν τα μπέρδεψε, μήπως τότε τα μπέρδεψε κι εκεί που λέει ότι οι τρεις στη βάρκα κάνουν αστείες χειρονομίες προς τον κινηματογραφιστή, και στην πραγματικότητα κάνουν σινιάλα;

Και η παρουσία του κουστουμάτου;;;

Αυτά που γράφει η περιγραφή δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που βλέπουμε.
Ο δύτης είναι σφουγγαράς. Πετάνε την σκάλα για να πατήσει να ανέβει στο καΐκι και με ένα γάντζο παίρνουν το διχτάκι που έχει επάνω του και βάζει τα σφουγγάρια.
Οι τρεις στην βάρκα απλά χαιρετάνε και ο κουστουμάτος δεν είναι “κουστουμάτος” απλά φοράει χοντρό σακάκι για το κρύο.

Kατ’ αρχήν, περίεργο το 1956 να είναι έγχρωμο το φιλμ, αλλά ας πούμε ότι οι ξένοι που το αγόρασαν είχαν την πολυτέλεια για χρώμα.

Το καΐκι δεν πετάει σωσίβιο (life buoy), απλά ανοίγει και το υπόλοιπο μισό της σκάλας, προκειμένου ο βουτηχτής που πλησιάζει, να ανέβει. Το περιεχόμενο του διχτυού σίγουρα δεν είναι ψάρια, μάλλον πίνες είναι.

Μάλλον για σφουγγάρια κατέβηκε, αλλά δεν βρήκε παρά μόνο πίνες. Τις αστείες χειρονομίες στη βάρκα, ούτε εγώ τις καταλαβαίνω, «σινιάλα» όμως δεν είναι.

Ο κουστουμάτος πάντως, πράγματι απλά για το κρύο προέβλεψε, δεν ήταν «ση γάμο» πριν μπει στη βάρκα, αφού δεν φοράει γραβάτα.

Όντως είναι σφουγγαράς. Επίσης ο κουστουμάτος είναι ντυμένος όπως ο παππούς μου. Δηλαδή φοράει χοντρό σακάκι με ασορτί παντελόνι (άρα το λες και καθημερινό κοστούμι). Κάνουν νοήματα στον βαρκάρη να προσέχει και ότι κάποιος είναι κάτω και κολυμπάει.

Τα νοήματα είναι ότι είδαν τον βουτηχτή. Απ’ το καΐκι ξέρουν καλά ότι κάποιος είναι κάτω και πλησιάζει.

1 «Μου αρέσει»

Εγώ τα βλέπω σφουγγάρια Νίκο και όχι πίνες.
Παράλληλα με αυτό θέλω να πω και το εξής.
Οι σφουγγαράδες δεν είχαν μόνο το διχτάκι που μετέφεραν επάνω τους για τα σφουγγάρια αλλά και μεγαλύτερο σάκο που παρέμενε στον χώρο που μάζευαν έτσι ώστε όσοι βούταγαν να αδειάζουν εκεί τα διχτάκια που μετέφεραν.
Και αυτός ο σάκος ίσα που φαίνεται, πριν το πλάνο φύγει από το καΐκι, να σκάει στην επιφάνεια καθώς τον τραβούν επάνω.

Άλλο ένα βίντεο με σφουγγαρά εκείνης της εποχής. ΠΙΘΑΝΟΝ από τον ίδιο κινηματογραφιστή.

Ναι, δεν είναι πίνες, όμως ούτε και σφουγγάρια είναι. Πολύ μικρά αντικείμενα και ανοιχτόχρωμα, τα σφουγγάρια είναι μαύρα, πριν καθαριστούν.

Αυτό το βίντεο είναι του Ζακ Υβ Κουστώ. Το καράβι που προσεγγίζει το καΐκι είναι το Καλυψώ. Αναγνώρισα τις πρώτες κατασκευές από μπουκάλες για την αναπνοή που χρησιμοποίησε καθώς και τις στολές των δυτών που είναι χαρακτηριστικές της πρώιμης εποχής της θαλάσσιας εξερεύνησης.

Δύσκολο: το πρώτο βίντεο είναι της Aylon Film Archives, το δεύτερο της Aiakosrex. Το Αιακός πάντως, προδίδει αιγινίτικη προέλευση.

Έχω δει αρκετά βιντεάκια τους στο ΥΤ. Πρόκειται πάντοτε για σχετικά σύντομες βιντεοσκοπήσεις ή κινηματογραφικές λήψεις, μάλλον διαφόρων, από τα πρώτα χρόνια που αυτή η τεχνολογία άρχισε να διαδίδεται και σε ιδιώτες ερασιτέχνες. Η περιγραφή είναι πάντα στο ίδιο στυλ (λεκτική περίληψη των όσων βλέπουμε), και επειδή δε δείχνουν πάντα συναρπαστικά πράγματα νομίζω ότι η εστίαση της Aylon είναι μάλλον στην ιστορία των ερασιτεχνικών εικονοληψιών παρά στην εικονιζόμενη πραγματικότητα. Παρεμπιπτόντως βέβαια τη βλέπουμε κι αυτήν.

1 «Μου αρέσει»

Βρήκα και το αρχικό φιλμ απ’ όπου προέρχεται το βιντεάκι που παρέθεσε ο alko101.

Και εδώ ένα βίντεο για τους σφουγγαράδες της Καλύμνου το 1962.
Θεωρώ ότι είναι πολύ πιο γνωστό.

Λοιπόν ναι, είναι «Οι σφουγγαράδες» από τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα.

Το πέτυχα σε μια παλιά φτηνή έκδοση, στη δανειστική βιβλιοθήκη κάτι τουριστικών καταλυμάτων όπου παραθερίζω αυτέςτις μέρες - το μοναδικό ελληνικό βιβλίο ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ολλανδικά, γερμανικά και λοιπά βαρβαρόγλωσσα. Και θυμήθηκα την κουβέντα μας.

Στα περιεχόμενα δεν είχε τίποτε που σαν τίτλος να θυμίζει σφουγγαράδες, αλλά είπα ότι είναι μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσω τον Καρκαβίτσα, και τελικά απλώς το είχαν παραλείψει από τα περιεχόμενα (φτηνή έκδοση, είπαμε).

Η ιστορία όμως δεν είναι καλύμνικη. Οι ήρωες φαίνεται να είναι από την Ύδρα, την Αίγινα ή κάποιο τέτοιο νησί. Από τεχνικές πληροφορίες δε δίνει και τόσες όσες νόμιζα, ειδικά δε για το ζήτημα που κοιτάμε λέει μόνο:

Τὸ σκαφίδι μὲ τὴν ἀντένα ὀρθόγυρτη στὸ κατάρτι, σάλευε ζερβόδεξα καὶ κοντυλόγραφε ξόρκια ψηλά. Καὶ ὅλο τὸ τσούρμα, ὁ κολαουζέρης μὲ τὸ σχοινάκι τοῦ βουτηχτὴ στὰ δάκτυλα, ὁ μαρκουτσέρης στὸ μαρκοῦτσι, οἱ ροδάδες ἀπὸ δυὸ στὴ μηχανή, οἱ λαμνοκῶποι στὰ κουπιὰ γυμνοτράχηλοι· δύο ἄλλοι βουτηχτάδες ξαπλωμένοι καταηλιακοῦ μὲ χαλκοπράσινη ὄψι καὶ μάτια βουρκωμένα, ἀκολουθοῦσαν τοῦ ξύλου τὸ κύλημα. Στὴν πλώρη καθησμένος ὁ μηχανικὸς μὲ τὸ τσιμποῦκι ἀναμμένο κουβέντιαζε μὲ τὸν Καλέμη, σὰν νὰ ἦταν στὸ τραπέζι ταβέρνας.

Ο μηχανικός δεν είναι ο δύτης, όπως ξέρουμε, αλλά κάποιο πρόσωπο υψηλής ευθύνης μέσα στο καΐκι, ίσως αρχηγός πληρώματος μετά τον καπετάνιο, κάτι τέτοιο. Αυτό είναι κόντρα σε ό,τι άλλο έχουμε δει, και με κάνει κάπως επιφυλακτικό για την ακρίβεια των πληροφοριών του Καρκαβίτσα. (Όπως και το ότι κάπου γίνεται και μια μνεία σε Καλυμνιώτες: ποτέ δεν είχε ακούσει ότι τους λένε Καλύμνιους;).

Η ιστορία του τοποθετείται στο 1876. Άρα είναι πολύ παλιά υπόθεση τα σκάφανδρα.


Μετά ήρθα εδώ να τα καταθέσω ολα αυτά και είδα ότι ο Σακκαλής είχε ήδη λινκάρει το πλήρες κείμενο! :joy:

(Κατά τη γνώμη μου, πλέον δε διαβάζεται ο Καρκαβίτσας. Κλασικός μέχρι και τη γενιά μου, αλλά σήμερα βρίσκω ότι οι σχοινοτενείς και πομποδώς διατυπωμένες περιγραφές του καταντούν κουραστικές. Γύρω στα 17 τον είχα διαβάσει και μ’ έπεισε να πάω να δηλώσω ναυτικό στο περιοδεύον, αλλά τώρα δε θα μ’ έπειθε.)

1 «Μου αρέσει»

ορθώς ομιλείς (μάλλον γράφεις).
τι να ‘πουμε και μεις με την μανία των καθηγητών μας τοτε με τα Λατινικά!
ουτε Ιταλοί να ήμασταν.
Αμ’ με την καθαρεύουσα, σα ’ να ειμασταν “λερωμένοι”…