Νεο λημμα στο γλωσσαρι

Μπασμός (και πασμός): η λεγόμενη «μαλάγρα», λιωμένες τροφές, π.χ. ψωμιά μουσκεμένα σε άλμη τυριού χαλασμένου, αλίπαστα ψάρια χαλασμένα ή τροφές δύσοσμες, που σκορπίζονται στην επιφάνεια της θάλασσας προκειμένου να προσελκυστούν τα ψάρια.

[ΕΤΥΜ. <αρχ. πάσσω=πασπαλίζω, ραίνω, ραντίζω]

Ακούγεται στο τραγούδι του Ρούκουνα «Η ανεμότρατα» (1946)

Ρίχνουν τα δίχτυα στο γιαλό, ρίχνουν μπασμό για δόλο
κι οι ναύτες περιμένουνε ‘ν’ από 'ξω από το μώλο.

2 «Μου αρέσει»

Μιας και δεν είμαι ψαράς, να η ευκαιρία να λύσω κάποιες απορίες μου: είχα την εντύπωση ότι ο (μ)πασμός είναι μόνο το υλικό, δηλαδή

…, ανεξάρτητα από τη χρήση του, αν δηλαδή

…ή χρησιμοποιούνται για κανονικό δόλωμα. Και ότι όταν σκορπάς είτε μπασμό είτε οτιδήποτε άλλο για να μαζευτούν ψάρια, που μετά θα τα πιάσεις με κάποιον άλλο τρόπο, η χρήση αυτή λέγεται μαλάγρα.

Ισχύει τίποτε από αυτά;

Να βάλουμε και τον δόλο=δόλωμα. Ούτε αυτό είναι κοινή λέξη.

Καλησπέρα και από εμένα αγαπητοί/-ες.
Μπασμός και μαλάγρα είναι συνώνυμες λέξεις και περιγράφουν τη ρίψη διαφόρων τροφίμων σε έναν ψαρότοπο, με σκοπό την προσέλκυση ψαριών τα οποία θα προσπαθήσει ο ψαράς να πιάσει.
Δεν έχει να κάνει δηλαδή με το υλικό που θα πέσει στη θάλασσα, η μαλάγρα (μπασμός) μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και τις πρώτες ύλες που διαθέτει ο ψαράς.
Υπάρχει και το ρήμα μαλαγρώνω (=ρίχνω μαλάγρα), δεν γνωρίζω όμως αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο για τον μπασμό, όπως επίσης δεν γνωρίζω αν το συγκεκριμένο ρήμα αναφέρεται σε στίχους λαϊκού ή παραδοσιακού τραγουδιού.

1 «Μου αρέσει»

Θαρρώ πως - όπως λέει ο Άνθιμος και ο mitsosgroove - μπασμός (ή μαλάγρα) είναι οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως δόλωμα για το ψάρεμα [:μικρά κομμάτια από ψωμί, ζύμη, σαρδέλες, τυρί, κομμάτια ψαριού σε αποσύνθεση κ. ά ]
Η εφευρετικότητα και η πείρα μετράνε ως προς τη σύνθεση του μπασμού και όλα φυσικά κρίνονται εκ του αποτελέσματος.

Για να απαντήσω και στο ερώτημα του Περικλή, μπασμός είναι το δόλωμα, όποια σύνθεση και αν έχει.

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, έχω δει να ονοματίζεται ως μπασμός ο οποιοσδήποτε «κράχτης» χρησιμοποιείται από την ανθρώπινη εφευρηματικότητα για την προώθηση ενός χ,ψ, εμπορεύματος.

Πάνω που κατάλαβα τι είναι ο μπασμός και η μαλάγρα (το ίδιο πράγμα), τώρα ξαναμπερδεύτηκα. Το δόλωμα νόμιζα ότι το ήξερα: δόλωμα δε λέγεται όταν το βάζεις στο αγκίστρι; Για τον μπασμό, που τον σκορπάς, πάλι δόλωμα λέμε;

Η λέξη δόλωμα / δόλος χρησιμοποιείται κυρίως για τα κομμάτια / τμήματα τροφής που τεχνηέντως, για να μην φύγουν, καρφώνονται στο αγκίστρι, ώστε να προκαλέσουν το ψάρι να φάει και να αγκιστρωθεί. Στα δίχτυα δεν χρησιμοποιείται δόλωμα αλλά, όταν η βάρκα ζυγώνει στην τσαμαδούρα για να καλάρει, δηλαδή να σηκώσει τα δίχτυα μετά από χοντρικά τέσσερις ώρες «ψαρέματος», με ένα επί τούτου εργαλείο, ξύλινη μικρή καμπάνα βιδωμένη απ’ την κορυφή της σε ένα στυλιάρι, χτυπούν το νερό για να δημιουργηθούν ηχητικά / πιεστικά κύματα που φοβίζουν τα ψάρια της περιοχής και τα στέλνουν μακρυά, αλλά εκεί μακρυά βρίσκονται τα δίχτυα και έτσι πιάνονται τα ψάρια που θα τα φάει ο πελάτης, όχι οι ψείρες που έχουν ήδη μισοφάει τα ψάρια που πιάστηκαν νωρίτερα. Η μοναδική περίπτωση χρήσης δολώματος σε δίχτυα είναι το ψάρεμα του αστακού, όπου το δίχτυ πέφτει έτοιμο, με ψάρια μπλεγμένα στα μάτια του, που θα προσελκύσουν τους αστακούς.

Η μαλάγρα, επαγγελματικά χρησιμοποιούνταν σε μικροψαρέματα, τράτα «χεριού» και τέτοια, όχι φυσικά στις (ιστιοφόρες) ανεμότρατες που αργότερα έγιναν μηχανότρατες και ψαρεύουν καταστρέφοντας το βυθό. Σε παλιότερες εποχές, οι μοναχικοί ψαράδες που ψάρευαν στα ρηχά με μικρά διχτάκια ή απόχες, μαλάγρωναν σκορπώντας ρύζι ή, πολύ αποτελεσματικότερα, μασώντας εληές που έφτυναν με δύναμη στην επιφάνεια.

Με τη μεταφορική του σημασία εννοούσα το «δόλωμα».

Εν πάση περιπτώσει, διευκρινίστηκε επαρκώς από το Νίκο, οπότε γίνεται λήμμα στο γλωσσάρι όπως προτάθηκε από τον Άνθιμο.

Να διευκρινιστεί και κάτι ακόμα: Υπάρχει βέβαια και ρήμα δολώνω , που υπονοεί το κάρφωμα του δολώματος στο αγκίστρι, δουλειά που μπορεί να πάρει πολύ χρόνο π.χ όταν πρέπει να δολωθεί ένα παραγάδι με 2 – 3 εκατοντάδες αγκίστρια. Όταν όμως σκορπίζεται μπασμός ή ρίχνεται μαλάγρα, γι αυτή τη δουλειά δεν θα χρησιμοποιηθεί το ρήμα δολώνω.

Όπως τα λέτε.
Μπάσμός είναι η μαλάγρα, στα επτάνησα το λέμε και μπρούμο.
Ο μπασμός (μαλάγρωμα ή μπρουμάρισμα) γινεται στο σημείο που πρόκειται να ψαρευτεί με σκοπό την προσέλκυση των ψαριών και την ελάττωση της καχυποψίας τους.
Φτιάχνεται λιώνοντας ψάρια, άλμη απο φέτα κλπ μυρωδάτα πράγματα καλά ανακατεμένα με άμμο για καλύτερη διάλυση και μπρουμάρισμα μέχρι τον πάτο.
Επίσης μπασμός μπορεί να γίνει και με βρεγμένο ψωμί στον αφρό της θάλασσας με σκοπό να μαζευτούν αφρόψαρα…π.χ. μελανούρια, κεφαλόπουλα κλπ.

Το δόλωμα ή δόλος είναι ο,τι καρφώνουμε στο αγκίστρι.και ψαρεύουμε.

Τώρα, σε ψάρεμα με δίχτυα συνήθως δεν γίνεται μπασμός. Χωρίς να αποκλείεται σε μία σχετικά ρηχή παράκτια ζώνη ίσως γέμισμα διάτρητων τενεκέδων που έιναι ποντισμένοι με πέτρες.
Αυτά τα ολίγα :wink:

Εν τω μεταξύ, λίγο παρακάτω ο Ρούκουνας φαίνεται πως εκφωνεί λάθος τον “κρόκο” ως “μπρόκο”:

Σε λιγάκι αρχινάνε
όλοι μπρόκο να τραβάνε.

Απορία: απαιτείται έγκριση προκειμένου να αναρτήσουμε;

Ναι, ειδικά για το Γλωσσάρι έτσι γίνεται.