Νεεσ εκδοσεισ βιβλιων και cd

ΒΙΒΛΙΑ
1)Γ. Ζαϊμάκης “Καταγώγια ακμάζοντα. Παρέκκλιση και πολιτισμική δημιουργία στον Λάκκο Ηρακλείου (1900-1940)”. Εκδ. ΠΛΕΘΡΟΝ 1999

Λαμπρό δείγμα γραφής ενός νέου κοινωνικού επιστήμονα. Μέσα από επίμοχθη έρευνα, που έφερε στο φως πολύτιμο πραγματολογικό υλικό, μας παρουσιάζει κοινωνιολογική-ανθρωπολογική πραγμάτευση μιας τοπικής εκδοχής του ρεμπέτικου. Έχω την αίσθηση ότι κατόρθωσε να παραπλεύσει πλείστους σκοπέλους κατά την πραγμάτευση του υλικού του (αγιογραφία, μυθοποιητική λαογραφία, παραμόρφωση της υπό μελέτη πραγματικότητας κλπ) λειτουργώντας μάλιστα χωρίς προηγούμενο ανάλογης εργασίας.

2)Γιώργη Μελίκη “Αντρικά Μουνάτα” (εκδ.ΑΡΧΕΙΟ-ΣΥΛΛΟΓΗ Γ. ΜΕΛΙΚΗ, 2000).Περιέχεται CD με γαμοτράγουδα.
Καλοδεχούμενη οπωσδήποτε και ερεθιστική έκδοση (θα ακολουθήσουν άλλοι δύο τόμοι). Το τί περισυνέλεξε ο συμπαθής ερευνητής ανά την Ελλάδα δεν λέγεται-αν και λέγεται! 500 περίπου σελίδες μικρού σχήματος γεμάτες γαμοτράγουδα για να ευθυμήσει κι ο κάθε πικραμένος.Ενδιαφέρουσα και η μουσική καταγραφή στον δίσκο ακτίνας.

CD
1)“Ο θησαυρός του ρεμπέτικου, Νο 1 1930-1940” (GENERAL MUSIC)
Είναι λίγος καιρός που κυκλοφόρησε η συλλογή αυτή από την μάλλον “Ομονοιακή” αυτή εταιρεία, αλλά βρήκα και τραγούδια που δεν τα είχα δει αλλού (π.χ. “Στην Πλάκα που επήγαινα” με τον Μάρκο!,“Στα νησιά του Παραδείσου” με την Νταίζη Σταυροπούλου, “Καλά το σκέφτηκες” με εκπληκτική δυάδα Στράτου-Χατζηχρήστου κλπ).Ας το επιβεβαιώσει κάποιος πλέον ειδήμων…

2)“Στέλιος Κερομύτης” (ΑΦΟΙ ΦΑΛΗΡΕΑ)
Μόλις κυκλοφόρησε. Καταγράφονται 21 τραγούδια, στα οποία εμπλεκόταν είτε ως δημιουργός είτε ως τραγουδιστής. Ατυχώς ο ήχος στα πλείστα είναι ο γνωστός χρατς-χρούτς, αλλά τί να γίνει…Ας όψεται ο Howard που μάς άνοιξε την όρεξη… ʼλλο ένα δυστήχημα είναι ότι δεν καταγράφονται οι στίχοι-καταγράφεται όμως μετάφρασή τους αγγλιστί!!!

Μερικά σχόλια επι των παραπάνω:

  1. Η General Music κυκλοφόρησε 5 (!!!) CD: ένα το προαναφερθέν, έναν Στελλάκη, μιά Ριτα, έναν Παπασιδέρη και ένα με Αμανέδες. Κοινα χαρακτηριστικά και των 5 είναι το ότι το σύνολο σχεδόν των ηχογραφήσεων παράμενε μέχρι σήμερα ανέκδοτο, ο επιεικώς απαράδεκτος ήχος και η παραγωγή της πυρκαγιάς. Βέβαια με 2500 δρχ. τι περιμένεις, νάχει και ένθετο;

  2. “Ο θησαυρός του ρεμπέτικου, Νο 1 1930-1940” (GM5221) έχει 15 τραγούδια, τα περισσότερα μη ανατυπωμένα.Εξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι τουλάχιστον τα μισά: το ονειρικό ΑΝΑΤΟΛΗ (=ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΥΑ) του Χατζηχρήστου,το πολύ σκληρό ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ (ανατυπωμένο άλλοτε στην MARGO και εξαντλημένο σήμερα), η απίστευτη ρούμπα ΜΕ ΘΑΜΠΩΝΟΥΝ ΟΙ ΜΑΤΙΕΣ ΣΟΥ του Τσιτσάνη με τον Περδικόπουλο, ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ που μάθαμε από τον Γκολέ και όπως διαπιστώνουμε τώρα κάναμε πολύ κακώς, τα ΩΡΑΙΑ ΣΟΥ ΜΑΤΑΚΙΑ του Μάρκου που παίζει ο Χιώτης (!!!), το συγκινητικότατο εν τη αφελεία του ΣΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ και τα σπανιότατα ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΞΑΝΘΙΑ και ΣΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΠΟΥ ΕΠΗΓΑΙΝΑ επίσης του Μάρκου, και άλλα… Εν ολίγοις το CD συστήνεται ανεπιφύλακτα αν δεν πονάει τ’ αυτί σου από το χράτσα χρούτσα.

  3. Ο “Στελλάκης Περπινιάδης” (GM5222) έχει επίσης 15 τραγούδια εκ των οποίων εγώ γνωρίζω μόνο τρία ήδη ανατυπωμένα (Ο ΜΥΛΩΝΑΣ, ΜΑΝΩΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ και ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ (και όχι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ όπως γράφει ο τίτλος του CD). Εξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι το ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ (το CD αναφέρει ως Η ΜΑΝΝΑ ΣΟΥ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ!) και το ΣΤΗ ΔΡΑΠΑΤΣΩΝΑ, γνωστό άλλοθεν από την Ρόζα.

  4. Ο Παπασιδέρης και η Ριτα έχουν αποκλειστικώς δημοτικά με κλαρίνα

  5. Οι αμανέδες είναι … αμανέδες

Όπως καταλάβατε, πήρα μόνον τα δυο πρώτα…

Φραγκίσκος

  1. Ο “Θησαυρός” είναι πολύ καλή παραγωγή. Σκεφτείτε πόσα χρόνια έχουμε να δούμε νέα παραγωγή με ανέκδοτα τραγούδια του Μάρκου (κι όχι μόνο). Οσο για τα χράτς-χρουτς, είναι λογικό να υπάρχουν, καθώς οι “πηγές” είναι αποκλειστικά από ιδιωτική συλλογή (πράγμα που σημαίνει χιλιοπαιγμένοι δίσκοι απ’ το Μοναστηράκι). Δεν έχει γίνει καμιά (ψηφιακή) επεξεργασία του ήχου, κάτι που προτιμώ χίλιες φορές απ’ τον “επεξεργασμένο” ήχο του …Κουνάβι. Οσο για τον Τσάρλι… Ε, αυτός είναι “άλλο καπέλο”.
  2. Για τη συλλογή του Κηρομύτη, τι να πω… Καιρός ήταν! Κι ας έχει κι αρκετά “λαθάκια” στο συνοδευτικό σημείωμα. Δεν πειράζει. Κι αυτά στο πρόγραμμα είναι. Χώρια που αυτά τα “λαθάκια” μ’ έβαλαν να “ακονίσω” τη μνήμη μου και τις γνώσεις μου πάνω σε μερικά θέματα. Οσο για τους “αγγλικούς” στίχους… Εμένα με ανησυχεί ιδιαίτερα το γεγονός, καθώς έτσι αποδεικνύεται ότι οι εταιρίες απευθύνονται στην αγορά του εξωτερικού. Πράγμα που δείχνει την “εκτίμηση” που έχουμε εμείς οι …γηγενείς στη μουσική μας παράδοση.
    ΑΝ

ΥΓ. Προς Φρανκ: Πάρε τη συλλογή “Αμανέδες” (επανέκδοση από βινύλιο).
ΥΓ1. Προς όλους: Κυκλοφορεί ένα cd του Γ. Παπασιδέρη με “Ρεμπέτικα και αμανέδες”. Αποφύγετε να το αγοράσετε. Εξαιρούνται οι “αρρωστημένοι” συλλέκτες επανεκδόσεων και οι έχοντες ακουστικές μαζοχιστικές τάσεις.

Ρε ʼρη, τι καλή παραγωγή μου λές. Εντάξει, έχει σπανιότατα πράματα (και ΜΠΡΑΒΟ του που τα δημοσιεύει και μάλιστα ολόκληρα) αλλά, χάθηκε ο κόσμος νάχει και 5 σωστά στοιχεία για το κάθε τραγούδι. Κι ας το πούλαγε 5000 αντί για 2500…
Είναι δυνατόν να λες τον δίσκο σου “Ο θησαυρός του ρεμπέτικου, Νο 1 <U>1930-1940</U>” και νάχει ξώφυλλο τον Μανησαλή;

Όσο για τον ήχο, είναι μεν προτιμότερος από την υποτιθέμενη εγχώρια “επεξεργασία” (ο τύπος σαφώς και δεν είναι σαν μερικούς-μερικούς ‘συλλέκτες’) αλλά, ρε παιδάκι μου, εγώ να το περάσω από το GoldWave, καλύτερο θα το βγάλω. Δεν γράφουμε πιά από γραμμόφωνο, προόδεψε ο κόσμος.

Το ξέρω, πάλι γκρινιάρη θα με πείτε …

Φραγκίσκος

Υ.Γ. Τι λένε οι αμανέδες;

Φραγκίσκο, ως προς τον Στελλάκη και το τραγούδι του Σκαρβέλη, ο τίτλος είναι πράγματι “Η μάννα σου θα τα πληρώση” (βλ. και φωτογραφία του ίδιου του δίσκου στο Κ. ΣΚΑΡΒΕΛΗΣ ΙV (Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας, αρ. 38)

Ο “Θησαυρός” έχει πράγματι λάθη. Αυτά τα δισκάκια όμως δεν έχουν μεγάλη κυκλοφορία. Βγαίνουν περισσότερο απ’ το μεράκι κάποιου “άρρωστου” που έχει ανάλογες “άκρες”. Ετσι δε δείχνεται η ανάλογη προσοχή στην παραγωγή.
Για το εξώφυλλο τι να πω. Σαν να βγάζεις βιβλίο για το ποδόσφαιρο, να έχεις τις βιογραφίες του Δομάζου, του Παπαϊωάννου, του Σιδέρη κλπ. και να βάζεις εξώφυλλο τον Νταραγκλίτσα!
Για το cd του Κηρομύτη:
Τα τραγούδια χωρίζονται (κατά την άποψή μου) σε τρεις κατηγορίες:
α)Δυο (ή τρία) τραγούδια είναι αντεγραμμένα απ’ τις εκδόσεις του Τσάρλυ.
β)Εξι-εφτά τραγούδια έχουν υποστεί κάποια επεξεργασία και μπορεί να πει κανείς ότι είναι εντάξει.
γ)Τα υπόλοιπα έχουν υποστεί “ψηφιακό βιασμό”.
Οσο για τα στοιχεία των τραγουδιών, έχω την εντύπωση ότι ο Φαληρέας (αν δεν κάνω λάθος) τα βγάζει “στο περίπου” απ’ το μυαλό του. Αλλιώς πώς εξηγείται ότι ο Πάνος Χρυσίνης παίζει μπαγλαμά σε καμιά δεκαριά τραγούδια, στα μισά απ’ τα οποία δεν υπάρχει μπαγλαμάς αλλά δεύτερο μπουζούκι!

Παρόλα αυτά επιμένω στην αρχική μου άποψη. Οι εταιρίες δεν κονομάνε απ’ αυτά τα δισκάκια. Οχι τουλάχιστον όσα κονομάνε απ’ τα χιτάκια τύπου “Θεοδωρίδου”, “Γιαγκούση” κλπ. Ετσι κάνουν τις παραγωγές “όπως λάχει”. Επιμένω λοιπόν:
Τα θετικά στοιχεία αυτών των παραγωγών είναι λιγότερα των αρνητικών, αλλά ουσιαστικότερα.
ΑΝ

ΥΓ. Το δισκάκι με τους αμανέδες θα σου αλλάξει (είμαι σίγουρος) την αρνητική άποψη (αν έχεις τέτια) για το συγκεκριμένο είδος. Περιέχει αμανέδες με τους Νταλγκά, Νούρο, Ρούκουνα, Κάβουρα, Σωφρονίου και άλλες “τεράστιες” φωνές. Ανάμεσά τους κι έναν Αραβα ονόματι Μαχμούτ, ο οποίος σε κάποιο σημείο τραβάει ένα ολόισο “Αααα…” διάρκειας 20 περίπου δευτερολέπτων!!!

Αμανέδες = ο πλέον προσιτός λαϊκός μουσικός αυτοσχεδιασμός.
Ούτε όργανα - ούτε φανφάρες.
Τίποτα: Μόνο μεράκι.
Εχω ακούσει τον αδελφό του παππού μου να μετατρέπει δημοτικό (άγνωστο σε εμένα) τραγούδι σε αμανέ λίγο - λίγο, μέρα με τη μέρα, εκεί στον καφενέ στην Αμφισσα, ψήνοντας καφέδες.
Το αποτέλεσμα το άκουσα ένα μεσημερι κυριακής έξω από το παλιό σπίτι του, κοντά στον συνοικισμό, που το τραγούδαγε στον ψάλτη της μητρόπολης, ως πλέον ειδήμων που ήταν (φαντάζομαι).
Είμαι συγκινημένος έκτοτε.

ΚΚ

Μια μικρή συνολική κριτική στο νέο CD του Φαληρέα για τον Κηρομύτη που απέκτησα πρόσφατα.

-Εμφάνιση: Εξαιρετική. Ωραίο layout, όμορφες φωτογραφίες και πρωτότυπη συσκευασία.

-Ήχος : Συνολικά άνισος
(Εξαιρετικός στα tracks 5,6,7,8,10,14,18,20 Aξιοπρεπής στα tracks 2,3,9,11 Μέτριος στα tracks 1,4,12,16,17,19 Χάλια στα tracks 13,15,21)
Επιλέον, γιατί το track 6 έχει fade-in; Και γιατί γενικά υπάρχει ένα ελαφρό echo;

-Πληροφορίες: Πολλές και αρκετές εντελώς πρωτοφανέρωτες. Ενοχλεί ο προσωπικός τόνος και οι 23(!) υποσημειώσεις.

-Λάθη & ανακρίβειες (όσα εντόπισα):
α) Στο ‘Διπλός Καημός’ (track13) δεν τραγουδά η Γεωργακοπούλου αλλά η Νταίζη Σταυροπούλου
β) Το ‘Κι εγώ ρεμπέτης ήμουνα’ (track17) είναι προπολέμικό (HMV6548, μάλλον το 1940) και παίζει ο Χιώτης. ʼλλωστε, το τραγούδι δεν θα μπορούσε σε καμμία περίπτωση νάναι του 1946, δεδομένου ότι ο Τούντας πέθανε το '42.
γ) Ο παγιουμτζής δεν λέγεται Ευστάθιος (track18)

-Γενικά:
α) Μέχρι τώρα νόμιζα ότι λέγεται κΗρομύτης (μέ Η) και όχι κΕρομύτης. Ποιό είναι το σωστό;
β) Τελικά πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε αυτός ο άνθρωπος; Μια πρόχειρη σταχυολόγηση των απόψεων:
Charly Howard: 1903-8/3/79
Η. Βολιώτης-Καπετανάκης: 1903-8/3/79 (μάλλον το διαβάζει από το σημείωμα του Charly)
Χατζηδουλής : 1908 - 7/3/79
Μανιάτης: 1903 (δεν αναφέρει ημερομηνία θανάτου)
Φαληρέας 1908 - 6/3/79

-Και ένα τελευταίο:
Το σχόλιο για το “Το λάθος μου αισθάνομαι” (το οποίο μάλλον είναι το καλύτερο τραγούδι του Κηρομύτη) με έβγαλε εκτός εαυτού. Και “… επειδή ο μοναδικός δίσκος 78 στρ. που υπάρχει παραμορφώνει” σας παρακαλώ να κατεβάσετε σε mp3 (3661Κ, 3.06 min.) το τραγούδι από την διεύθυνση http://www.eudia.gr/01.mp3 όπως το επεξεργάστηκα εγώ από τον δικό μου δίσκο 78 στρ. (άκου εκεί “μοναδικός δίσκος που υπάρχει”…). Χρειάζεται
λίγη υπομονή στο download…

Φραγκίσκος

Το διάβαζα αυτό τον καιρό (2η έκδ. ΠΛΕΘΡΟΝ 2008).

Δε σκοπεύω να κάνω αναλυτική παρουσίαση, ούτε κριτική. Θα αναφέρω όμως μερικά πράγματα με τα οποία μπορεί κανείς να κρίνει αν τον ενδιαφέρει το βιβλίο:

α) Ο Λάκκος ήταν μια υποβαθμισμένη, σχεδόν γκετοποιημένη γειτονιά του Ηρακλείου, με πορνεία, γύρω από τα οποία είχε αναπτυχθεί ένας ολόκληρος κόσμος, περιθωριακός σε σχέση με το σύνολο της πόλης αλλά πρωταγωνιστής στα όρια της γειτονιάς: η μαγκιά. Ο κόσμος αυτός είχε ένα δικό του αξιακό σύστημα, δικές του οικονομικές δομές, και ανάμεσα στ’ άλλα και δική του μουσική έκφραση.

β) Από τα έξι κεφάλαια, μόνο ένα, το τελευταίο, αφορά τη μουσική. Κι αυτό το ένα έχει κενά. Ο συγγραφέας νομίζω ότι αγνοεί κάποιες βασικές έννοιες της μουσικής και μουσικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διαπραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος.

γ) Στο σύνολό του το βιβλίο είναι εξίσου συναρπαστικό όσο και πολλά άλλα με παρόμοια θεματολογία. Δεν ξέρω γιατί οι ιστορίες των πορνών, των νταβατζήδων, των μάγκηδων, των χασισοποτών μπορούν να ασκήσουν τόση έλξη στον αναγνώστη, πάντως το κάνουν.

Στο συγκεκριμένο όμως, αφενός οι ιστορίες αυτές έχουν συλλεγεί με επιστημονικά μεθοδικό τρόπο από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές (πρωτογενείς: συνεντεύξεις αυτοπτών, δευτερογενείς: δημοσιεύματα της εποχής), ενώ αφετέρου υπάρχει και ολόκληρο το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται αυτές οι ιστορίες. Τα θεωρητικά μέρη θα ήταν για πολλούς βαρετά, αλλά αυτά είναι που δίνουν στο βιβλίο την αξία του, πέρα από την παράθεση γραφικών αφηγήσεων. Συνολικά διαγράφεται ολόκληρος ο κόσμος του Λάκκου, όσο πληρέστερα ήταν δυνατό δεδομένης της χρονικής απόστασης της έρευνας από την εξεταζόμενη περίοδο (1900-1940).

δ) Πολλά στοιχεία για την έννοια που έδιναν οι «απομέσα» σε λέξεις όπως μάγκας, νταής, ρεμπέτης (το αναφέρω γιατί το 'χουμε συζητήσει πολύ κι εδώ), και κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για μουσικές και όργανα.

Βασικά, απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, τα ρεμπέτικα του Λάκκου ήταν η τοπική εκδοχή της γενικότερης παράδοσης του ανώνυμου ρεμπέτικου μέχρι και την εποχή της εμφάνισης του επώνυμου και δισκογραφημένου, και της επίδρασης που άσκησε το τελευταίο στο ανώνυμο. Μέσα στην «τοπική εκδοχή» κάπου μπλέκουν, μάλλον, και τα τραγούδια που ονομάζουμε «Ταμπαχανιώτικα». Πάντως δεν πρόκειται για καθαρή παράδοση «Ταμπαχανιώτικων». Όσο για την τοπικότητα, αφορά ειδικά την εν λόγω γειτονιά, της οποίας οι κάτοικοι δεν ήταν κατ’ ανάγκην κρητικής καταγωγής, επομένως μη φανταστεί κανείς κάτι ανάμεσα σε κρητικό (λύρες, μαντινάδες) και σε ρεμπέτικο.

Χαίρομαι που το βιβλίο επισημάνθηκε τότε εγκαίρως από το φόρουμ.
Πρόκειται για παραδειγματικής αξίας κοινωνιολογικο-ανθρωπολογική εργασία και βέβαια ντεμπουτάρισε προηγουμένως ως εξαίρετη διδακτορική διατριβή το 1997.

Ως προς το τελευταίο κεφάλαιο, προσωπικά αφενός δεν διαπίστωσα να έπαθε κάτι μνημονεύσιμο (που να ασκεί δηλαδή ουσιώδη επιρροή στα αναφερόμενα στο κεφάλαιο αυτό) η πραγμάτευση του θέματος από τη φερόμενη «άγνοια βασικών εννοιών της μουσικής και μουσικών πληροφοριών» και αφετέρου μας ειδοποιεί ήδη από την εισαγωγή του ο (κοινωνιολόγος) συγγραφέας ότι η μουσικολογική επιμέλεια των ηχητικών αποσπασμάτων της έρευνας οφείλεται στον Βασίλη Ταραίο.

Οπωσδήποτε, θα είχε ενδιαφέρον να τεκμηρίωνε ο pepe τα διαπιστωθέντα κενά.

Τώρα με βάζεις να το ξαναδιαβάσω… Βέβαια αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή γιατί, κενά - ξεκενά, και το μουσικό κεφάλαιο έχει ενδιαφέρον. Θα επανέλθω, αλλά δεν υπόσχομαι ότι θα γίνει πολύ σύντομα.

Θεώρησα ότι είναι εντελώς πρόσφατο διάβασμα…άλλωστε τα μουσικο-λογικά του εν λόγω κεφαλαίου είναι μετρημένα κουκιά.

Δεν υπάρχει θέμα χρόνου. Όποτε.

Στη συνοικία του Λάκκου πολλοί ήταν αυτοί που τραγουδούσαν και αρκετοί γνώριζαν να παίζουν έγχορδα όργανα, λατέρνα, τουμπελέκι και ντέφι (σελ. 231):

Γνώριζαν να παίζουν λατέρνα; Υποψιάζεται κανείς ότι ο συγγραφέας δεν ξέρει τι είναι η λατέρνα. (Είναι ένα όργανο που το παίζεις χωρίς να χρειάζεται να ξέρεις τίποτε, απλώς να κρατάς σταθερό χρόνο στο γύρισμα της μανιβέλας.)

Οι Λακκουδιανοί αναφέρονται σε ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών: […], ρεμπέτικα της σμυρναίικης σχολής και πειραιώτικα, μάγκικα και χασικλήδικα τραγούδια
(σελ. 232):

Αντιλαμβάνομαι (αν κάνω λάθος, τότε άκυρο όλο το σχόλιο) ότι εδώ ο συγγραφέας δεν παραθέτει τις ονομασίες που άκουσε από τους πληροφορητές, όπως έκανε ρητά δυο σελίδες πιο πριν, αλλά μεταφράζει τις πληροφορίες τους στο «δικό του / δικό μας» λεξιλόγιο. Σ’ αυτή την περίπτωση, το να ξεχωρίζεις τα μάγκικα και τα χασικλήδικα από τα ρεμπέτικα κάθε σχολής χρειάζεται μια επεξήγηση: τι λογής μάγκικα ή χασικλήδικα, που να μην είναι ρεμπέτικα, είναι αυτά;[i]

Η μελωδική γραμμή […] στηρίζεται σε παραδοσιακούς δρόμους της ανατολικομεσογειακής μουσικής παράδοσης, όπως χουσεϊνί, ουσάκ, ραστ, χουζάμ χιτζσκάρ κ.ά.[/i] (σελ. 233):

Η έκδοση δεν έχει τυπογραφικά λάθη, πέρα ίσως από ένα ανθρωπίνως φυσιολογικό ποσοστό. Να είναι τυχαίο ότι ένα από τα ελάχιστα τυπογραφικά έπεσε ειδικά στη λέξη χιτζασκιάρ / χιτζαζκιάρ / χιτζασκάρ; Εγώ λέω ότι ο συγγραφέας όχι απλώς δεν ήξερε τη λέξη, αλλά δεν αναρωτήθηκε κιόλας. Και το χουζάμ χιτζ[α]σκάρ που αναφέρεται σαν ένα; Ούτε στα σημεία στίξης διαπίστωσα προχειρότητες. Να έτυχε ειδικά εδώ να χαθεί ένα κόμμα; Ή πρόκειται όντως για δρόμο με σύνθετη ονομασία; Σ’ αυτή την περίπτωση ήταν απαραίτητη κάποια διευκρίνιση, γιατί δρόμος «χουζάμ χιτζ[α]σκάρ» δεν είναι (ευρέως) γνωστό να υπάρχει, αλλά ούτε και εντελώς απίθανο. Φυσικά, το πιθανότερο είναι να πρόκειται για τους δύο γνωστούς δρόμους.
Σε άλλο σημείο (σελ. 235) αναφέρονται: Χουσεάνι, υποδόριος διατονικός, ουσάκ. Υποδόρια μπορεί να είναι μια ένεση. Ο δρόμος (τρόπος) είναι Υποδώριος. [i]

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εντόπιας καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η κυριαρχία της μονοφωνικής μουσικής. Οι ντόπιοι τραγουδούσαν σε περιστάσεις συλλογικής διασκέδασης, συχνά χωρίς τη συνοδεία μουσικού οργάνου, άλλοτε πάλι με ένα όργανο […]. Πιο αραιά συναντώνται «ζυγιές οργάνων»… /i:

Μονοφωνική μουσική δε σημαίνει μόνο φωνές. Σημαίνει ότι όσες φωνές και όργανα κι αν υπάρχουν, παίζουν μόνο μελωδία, και δη την ίδια μελωδία. Όχι πρίμο σεγκόντο, όχι συγχορδίες. Εδώ συμφύρονται δύο ξεχωριστές πληροφορίες: πρώτον, ότι επικρατούσε η μονοφωνία και δεύτερον τι σύνολα συνηθίζονταν.[i]

Το δείγμα περιλαμβάνει 26 δημιουργίες, από τις οποίες 17 ηχογραφήθηκαν με τη μορφή του τραγουδιού σε κασετόφωνο και οι υπόλοιπες 9 ήταν μαντινάδες και δίστιχα που καταγράφηκαν σε αφηγηματική μορφή [/i] (σελ. 225):

Σε αφηγηματική μορφή; Εντάξει, καταλαβαίνουμε ότι τα 17 του τα τραγούδησαν και τα άλλα 7 του τα είπαν μιλητά, του τα απήγγειλαν, αλλά μια τέτοια άστοχη διατύπωση (πού κολλάει η αφήγηση;) δείχνει αμηχανία, ήτοι έλλειψη στοιχειώδους εξοικείωσης, με όλο τον κόσμο της μουσικής και της μουσικής έρευνας. (Δε σχολιάζω αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός ότι η λέξη είναι άστοχη, δε θα κρίνω τον άνθρωπο για τα ελληνικά του: εστιάζω στο γιατί έκανε αυτή την αστοχία.)Επιπλέον, το αν είναι μαντινάδες και δίστιχα (άλλωστε οι μαντινάδες είναι δίστιχα) ή έχουν κάποια άλλη μορφή είναι τελείως άσχετο από το αν του τα τραγούδησαν ή του τα απήγγειλαν.

Στη σελ. 236 αναλύεται ένα τραγούδι. Η χρήση των όρων «στίχος» και «δίστιχο» είναι τελείως κουτουρού, ακόμη κι αν θεωρήσουμε θεμιτό το ότι ένας μακρύς στίχος μπορεί να εμφανίζεται τυπογραφικά στη σελίδα σπασμένος σε δύο.

Από την αρχή του σχετικού κεφαλαίου έχει γίνει σαφής η διάκριση ανάμεσα σε ντόπια τραγούδια της προφορικής, συλλογικής, ανώνυμης δημιουργίας και σε ρεμπέτικα του γραμμοφώνου, και έχει δηλωθεί ότι εφεξής θα γίνει λόγος κυρίως για τα πρώτα. Στα παραδείγματα τέτοιων τραγουδιών όμως εμφανίζεται ο Κατάδικος του Γιοβάν Τσαούση (σελ. 237), που προφανώς τον τραγούδησε κάποιος πληροφορητής που είτε δεν ήξερε είτε δεν ανέφερε ότι είναι επώνυμο, ταυτοποιημένο, δισκογραφημένο τραγούδι. Ο συγγραφέας όμως όφειλε να το γνωρίζει.

Το τραγούδι συντίθεται από δύο δίστιχα και καταλήγει σε στίχο που έχει θέση επωδίας (σελ. 238). Επωδός λέγεται.

Και ούτω καθεξής, μέχρι να φτάσουμε σ’ ένα σημείο όπου πραγματικά ζημιώνεται όχι πλέον η μορφή αλλά η ουσία της έρευνας: Ότι ανάμεσα στα όργανα που παίζονταν αναφέρονται το μπουζούκι, ο ταμπουράς και το μπουλγαρί. Εδώ ήθελα να μάθω πράγματα και δεν τα έμαθα. Μπουλγαρί είναι ο κρητικός ταμπουράς. Όταν διακρίνουμε το μπουλγαρί από τον ταμπουρά, τι ακριβώς εννοούμε; Μπουζούκι είναι το γνωστό μας μπουζούκι, αλλά είναι επίσης εναλλακτική κρητική ονομασία για το μπουλγαρί. Οι τρεις αυτές ονομασίες είναι εξίσου πιθανό να εννοούν ένα, δύο ή τρία όργανα, και αυτό δεν αποσαφηνίζεται. Στην περίπτωση δε που έχουμε τρία, δηλαδή και τον ταμπουρά ως ξεχωριστό όργανο, ήθελα πολύ να μάθαινα τι ταμπουράς ήταν αυτός, πώς ήταν, από πού ήρθε (οι Λακκουδιανοί ήσαν παντοσύναχτης καταγωγής, όχι όλοι Κρητικοί) κλπ…

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 03:39 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 03:15 —

Εν ολίγοις:

Το κεφάλαιο περί μουσικής μάς γυρίζει στον εντελώς ερασιτεχνικό ρεμπετολογικό λόγο της δεκαετίας του 80, όπως καλλιεργήθηκε από συλλέκτες δίσκων. Κι όμως, το κεφάλαιο αυτό θεωρείται από τον συγγραφέα αρκετά βασικό ώστε να δίνει τα δύο από τα τρία σκέλη του υποτίτλου του έργου. Το ότι για τον μουσικολογικό σχολιασμό ο κοινωνιολόγος συγγραφέας ζήτησε τη βοήθεια άλλου δεν αποσείει από τον ίδιο την ευθύνη για το πώς μας μετέφερε όσα του είπε ο συνεργάτης του.

Αλλά το θέμα μου δεν είναι ποιος έχει την ευθύνη. Δεν είχα καμία πρόθεση να ηθικολογήσω (οφείλεις να / οφείλεις να μη), παρόλο που ίσως έτσι φαίνεται από τη λεπτομερή «καταγγελία» λαθών που απαρίθμησα. Η λίστα έγινε απλώς επειδή μου ζητήθηκε να τεκμηριώσω την κρίση μου ότι μουσικολογικώς υπάρχουν κενά. Απευθύνεται μόνο στον παρασάνταλο και σε όποιον συμμερίζεται το ερώτημά του περί τεκμηρίωσης. Αυτό που ήθελα να απευθύνω σε όλους το είπα στο πρώτο μου μήνυμα.

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 03:53 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 03:39 —

Παρέλειψα να παραθέσω τον πλήρη τίτλο, που έχει αλλάξει από την πρώτη έκδοση που αναφέρει ο Κώστας.

«ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ ΑΚΜΑΖΟΝΤΑ» ΣΤΟΝ ΛΑΚΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ. Παρέκκλιση, Πολιτιστική Δημιουργία, Ανώνυμο Ρεμπέτικο (1900 - 1940).

«Πολιτιστική δημιουργία στον Λάκκο» είναι επίσης ο τίτλος του έκτου και τελευταίου κεφαλαίου, αυτού που ασχολείται με τη μουσική. Τα περί ανώνυμου ρεμπέτικου εδώ περιλαμβάνονται.

Καταρχάς να επισημάνω ότι το «αίτημα» περί τεκμηρίωσης το θεωρώ αυτονόητο και όχι προσωπικό μου καπρίτσιο, και μάλιστα ήδη η εκφορά των δυσμενών κρίσεων περί τα μουσικά του τελευταίου κεφαλαίου θα έπρεπε να συνοδεύεται από αιτιολόγηση (έστω όχι εξαντλητική), απευθυνόμενη προς όλους τους αναγνώστες, βέβαια, και όχι προς εμέ.

Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω (και για αυτό μίλησα για μουσικολογικώς μετρημένα κουκιά) είναι ότι κατά τη δική μου ανάγνωση ούτε το τελευταίο κεφάλαιο εκφεύγει του κοινωνιολογικο-ανθρωπολογικού χαρακτήρα των υπολοίπων κεφαλαίων (άλλωστε τιτλοφορείται «πολιτισμική δημιουργία» [διορθωτέα εδώ τα δύο «πολιτιστική» με τα οποία «χρεώνει» υπότιτλο βιβλίου και κεφαλαίου ο pepe]), η δε απόβλεψη σε αυτό το κεφάλαιο θεωρώ ότι δεν έχει μουσικολογικό χαρακτήρα, αλλά ότι γίνεται στοιχειώδης χρήση (έστω και αδέξια τόπους τόπους) μουσικολογικών και οργανολογικών πληροφοριών, προκειμένου να δοθεί ένα βασικό πλαίσιο για την προσπάθεια ανασύστασης της πολιτισμικής παράδοσης στον Λάκκο, που αποτελεί αντικείμενο του κεφαλαίου.

Επί της «λίστας λαθών», τώρα:
1)Το αν ξέρει, όχι ο συγγραφέας, αλλά και ο καθείς, τι είναι λατέρνα κλπ δεν τίθεται καν. Μπήκε μάλλον τσουβαλιαστά μαζί με τα άλλα όργανα, αλλά ο αναγνώστης αβίαστα «διαβάζει» το ορθό, οπότε φρονώ ότι το ζήτημα δεν ασκεί επιρροή στην πραγμάτευση του κεφαλαίου.

  1. Τα περί μάγκικων και χασικλήδικων τα θεωρώ λίγο εκ περισσού αναγραφόμενα από τον συγγραφέα, εκτός και εάν ήθελε να δώσει μια ιδιαίτερη έμφαση: και πάλι το πράγμα δεν ασκεί επιρροή στην πραγμάτευση του κεφαλαίου ούτε συνιστά «μουσικολογικό κενό».

  2. «Χιτζσκάρ»: προφανές τυπογραφικό λάθος κατʼ εμέ, καθόσον στις σελ. 237 και 299 π.χ. είναι σωστά γραμμένο. Και για το κόμμα που παρελείφθη στο «χουζάμ χιτζσκάρ» το ίδιο πιστεύω. Οπότε και πάλι καμμία σχέση με «μουσικολογικά κενά».

  3. «Χουσεάνι»: τυπογραφικό και εδώ το θεωρώ, καθόσον στις σελ. 233 και 295 βλέπουμε το ορθό. Όσο για το σχόλιο για τον «υποδόριο», το θεωρώ τουλάχιστον ατυχές για ένα τόσο προφανές τυπογραφικό σφάλμα. Πάντως, κι εδώ καμμία σχέση με «μουσικολογικά κενά».

5)Για το περί μονοφωνικής μουσικής σχόλιο θα συμφωνήσω, αλλά και πάλι…

  1. «Σε αφηγηματική μορφή»: δηλαδή όπως τα αφηγήθηκε στο μιλητό, όπως τα υπαγόρευσε ο πληροφορητής. Εκεί κολλάει η αφήγηση…οπότε βρίσκω κάπως άτοπα τα σχόλια περί «έλλειψης στοιχειώδους εξοικείωσης κλπ κλπ» Αλλά και πάλι: σε τι συνίσταται εδώ το «μουσικολογικό κενό»;

7)Όντως τα περί στίχου και διστίχου στη σελ. 236 ξενίζουν και περιγράφονται αδέξια. Αλλά και πάλι: σε τι συνίσταται εδώ το «μουσικολογικό κενό»;

8)Σωστή η παρατήρηση για τον «κατάδικο» του Τσαούς και όντως ο συγγραφέας «όφειλε»…

9)Επωδία/επωδός: σωστή η παρατήρηση για το lapsus, αλλά σε τι συνίσταται εδώ το «μουσικολογικό κενό»;

10)μπουζούκι/ταμπουράς/μπουλγαρί: Εδώ υποστηρίζεται ότι ζημιώνεται η ουσία της έρευνας. Οκ, καλό θα ήταν, και εγώ θα ήθελα όλα αυτά να τα ξέρω και έχουμε πράγματι ένα κενό, που είτε δεν ερωτήθηκαν σχετικά οι πληροφορητές είτε δεν ξέρω τι άλλο συνέτρεξε. Όντως λοιπόν εδώ ένα μουσικολογικό κενό αλλά περιφερειακό και όχι και προς θάνατον της όλης έρευνας, διότι είπαμε αυτή είχε κοινωνιολογικο-ανθρωπολογικό χαρακτήρα, όσον αφορά το σύνολο του βιβλίου.

Ουπς! Δίκιο έχεις, αβλεψία μου.

Αυτό είναι αλήθεια. Ο τίτλος όμως θα μπορούσε και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι εδώ θα βρούμε πληροφορίες για τα ρεμπέτικα του Ηρακλείου. Όχι ότι δε βρίσκουμε, αλλά σαφώς δεν είναι το κύριο που βρίσκουμε. Γι’ αυτό έγραψα τα παραπάνω μηνύματα: για να έχει ο ρεμπετόφιλος πιθανός αναγνώστης μια ιδέα, πληρέστερη απ’ όσο προλαβαίνει να δείξει ένας τίτλος, περί του πόσο το βιβλίο ανταποκρίνεται σε μια τέτοια προσδοκία.

Τώρα, για αρκετά από τα σημεία της κριτικής όπου διαφωνούμε, θα μπορούσα να επιμείνω με επιχειρήματα αλλά, όσο αντικειμενικός κι αν προσπαθήσω να είμαι, δεν ξέρω πώς να το κάνω χωρίς να φανεί ότι στοχοποιώ το συγγραφέα. Οπότε, δε θα προσθέσω τίποτε.

Καλημερα!
Θα ηθελα να μου προτεινετε καποιο καλο βιβλιο σχετικα με το ρεμπετικο τραγουδι καιτην ιστορια του(προοριζεται για καποιο λατρη της συγκεκριμενης μουσικης).
Ευχαριστω!!!

Καλημέρα,

δεν υπάρχει κάποιος συγκεντρωτικός τόμος γενικώς κι αορίστως περί ρεμπέτικου και της ιστορίας του.

Θα πρότεινα να πάρεις κάποια (αυτο)βιογραφία συνθέτη-ρεμπέτη, που δίνει το κλίμα της εποχής και διαβάζεται ευχάριστα, παρά τις όποιες αδυναμίες/ανακρίβειες.

Π.χ. του Βαμβακάρη (“Μάρκος Βαμβακάρης: αυτοβιογραφία”, εκδόσεις Παπαζήση, καινούργιο 10?, μεταχειρισμένο 3-5?).

Αλλιώς, το “Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929 - 1959)”, επιμέλεια Κώστα Βλησίδη, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Eίναι απάνθισμα κειμένων του περιοδικού τύπου της εποχής. Καλή προσπάθεια παρά τις όποιες αδυναμίες/ανακρίβειες.

ο Πίκινος