Νέο λήμμα: μακαντάσης

μακαντάσης: αφοσιωμένος φίλος, σύντροφος (σε έργο ή διασκέδαση)
ΕΤΥΜ. : [παλ. τουρκ. mankadaş `σύντροφος΄ -ης (αποβ. του [n] ίσως από ανομ. [nk-nd > k-nd] )]

Τη λέξη συναντάμε στο τραγούδι του Μητσάκη “Η λατέρνα” (1960)

Ωχ, ωχ, ωχ κι αμάν αμάν.
Ωχ, ωχ τη λατέρνα μου,
κάποια μέρα που τα μάτια μου θα κλείσω
στους μακαντάσηδες εγώ θα την αφήσω

Και για όσους ενδιαφέρονται και για την ηχογράφηση, τη συζητήσαμε παλιότερα Η Λατέρνα και το ντέφι του Μητσάκη

1 «Μου αρέσει»