Λέοναρντ Κοέν


(Ελένη) #1

O Λέοναρντ Κοέν και στην Ελλάδα, στην πρώτη του παγκόσμια περιοδεία μετά από 15 χρόνια, προχτές 30 Ιουλίου στο Terra Vibe στη Μαλακάσα, μάγεψε το κοινό του, όπως διαβάζουμε στον Τύπο.

Μερικές από τις επιτυχίες του που ερμήνευσε και εδώ:

So Long, Marianne

First We Take Manhattan

Who By Fire

I’m your man

Dance Me to the End of Love


Δική μας η τιμή, κύριε Κοέν, “Ελευθεροτυπία”

Τα ζευγάρια που στροβιλίζονταν στο βαλς μπροστά στη σκηνή, καθώς ο Λέοναρντ Κοέν ξετύλιγε τη μελωδία του «Dance Me Το The End Of Love», ήταν η πιο ταιριαστή εισαγωγή στη συναυλία του. Ακριβώς στις εννέα το βράδυ της Τετάρτης, ο Κοέν στάθηκε στη σκηνή του Terra Vibe με το σκούρο κοστούμι και το καπέλο σαν τζέντλεμαν από άλλη εποχή. «Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι εδώ», χαιρέτησε το κοινό σε άψογα ελληνικά και ύστερα χάθηκε στις μελωδίες του.

Δεν ήταν από τις συναυλίες που μας έχει συνηθίσει το Terra Vibe.
Ηταν περισσότερο μια μυσταγωγία, με τελετάρχη αυτό το μοναχικό ποιητή, που στη σκηνή μεταμορφωνόταν σε ρομαντικό περφόρμερ.
;Eναν τραγουδιστή που ελευθέρωνε με πάθος το βραχνό μουρμουρητό του, λυγίζοντας ελαφρά τα πόδια και γέρνοντας μπροστά σαν να αφιέρωνε τα τραγούδια σε όσους στέκονταν στην άκρη της σκηνής.

Και το κοινό, οι περίπου πέντε χιλιάδες που βρέθηκαν στη Μαλακάσα, ακολούθησε την τελετή προσηλωμένο, με ελάχιστα χειροκροτήματα στο τέλος κάθε τραγουδιού, για να μη διακόψει τη μαγεία.
Ηλικιωμένοι χίπις, που κάποτε μάθαιναν τη «Suzanne» στην κιθάρα, κάθονταν στο γρασίδι σιγοτραγουδώντας δίπλα στα εγγόνια τους που χόρευαν. Αλλωστε ο Κοέν είχε οργανώσει άψογα τη λίστα των τραγουδιών.
Ερμήνευσε από το «Everybody Knows» μέχρι το «So Long Marianne», και ακόμα το «Sisters Of Mercy», το «First We Take Manhattan» και το «Hallelujah», ανακατεύοντας μελωδίες και εποχές.
Ένα ταξίδι στην πορεία του στη μουσική από το '60 μέχρι σήμερα, με συνοδοιπόρους μια έξοχη μπάντα και τρεις φοβερές κυρίες στα φωνητικά, τις Webb Sisters, όπως τις σύστησε.
Αυτές τις άφησε κάποια στιγμή και μόνες τους να ερμηνεύσουν το «If It Be Your Will», που, όπως το προλόγισε, το έγραψε κάποτε στην Ύδρα, κοιτώντας από το γραφείο του τη θάλασσα.

Τρεις ώρες περίπου κράτησε η συναυλία.
Έκλεισε με το πιο προσωπικό του τραγούδι, το εξομολογητικό «Famous Blue Raincoat».
Και ύστερα όλα τα μέλη της μπάντας, αφού υποκλίθηκαν στο κοινό, τραγούδησαν ένα αποχαιρετιστήριο γκόσπελ.

«Τιμή μου που βρίσκομαι εδώ», έλεγε τελειώνοντας ο Κοέν, βγάζοντας το καπέλο στο κοινό.
Μάλλον ο ίδιος άξιζε κάθε τιμή.
Γιατί στα εβδομήντα τρία του χρόνια δεν είναι απλά ένας από τους πιο ρηξικέλευθους δημιουργούς.
Ξέρει να στέκεται στη σκηνή τρεις ώρες, πολύ περισσότερο δηλαδή από κάθε ξιπασμένο ροκ σταρ.
Φέρεται με μια ξεχασμένη ευγένεια σε κοινό και μουσικούς - σχεδόν υποκλινόταν κάθε φορά που κάποιος μουσικός του έπαιζε σόλο.
Και πάνω από όλα, την Τετάρτη το βράδυ, αψήφησε και το χώρο που δεν ταίριαζε στις μελαγχολικές μελωδίες του και το λιγοστό για τέτοιο όνομα κόσμο και κυριάρχησε δημιουργώντας τη δική του ατμόσφαιρα, χωρίς εφέ και περίτεχνα σκηνικά.
Μόνο με αυτή τη στεντόρεια φωνή και μια χούφτα στίχους.
Η τιμή, λοιπόν, ήταν δική μας.