Η προέλευση του λαούτου

Όργανα παρόμοια με το λαούτο απαντώνται σε πολλές αρχαίες και σύγχρονες κοινωνίες. Το λαούτο της αναγέννησης έλκει την καταγωγή του από την Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα από ένα αραβικό όργανο με το όνομα al ud (το ud, το ξύλο). Το όργανο αυτό είχε μεγάλο, καμπύλο αντηχείο, βραχύ λαιμό χωρίς τάστα, που κατέληγε σε με κεφαλή που έφερε κλειδιά, στα οποία δένονταν οι χορδές. Γενικά θεωρείται ότι το ευρωπαϊκό λαούτο δημιουργήθηκε στην Ιβηρική Χερσόνησο, από τους Άραβες που το έφεραν μαζί τους και κατοίκησαν επί μακρών την Ισπανία. Έτσι το λαούτο απέκτησε σιγά σιγά μετακινούμενα τάστα και πήρε την μορφή που περιγράφεται παραπάνω. Παράλληλες μορφές εξελίχθηκαν από το al - ud στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Στη χώρα μας έχουμε τουλάχιστον δυο παραλλαγές, το κρητικό - νησιώτικο και το πολίτικο (λάφτα).

Στο αναγεννησιακό λαούτο το μπροστινό μέρος του ηχείου ήταν επίπεδο, ενώ η πλάτη του, κατασκευασμένη από λωρίδες ξύλου, κυρτή. Οι οπές στο μπροστινό μέρος του ηχείου κατασκευάζονταν έτσι ώστε να σχηματίζουν διάφορα διακοσμητικά σχέδια. Το μπράτσο του οργάνου ήταν κολλημένο στο πάνω μέρος του ηχείου του. Οι χορδές ήταν στερεωμένες στο κάτω μέρος, περνούσαν από τον καβαλάρη και έδεναν στα κλειδιά της κεφαλής, η οποία ήταν κεκλιμένη σε σχέση με τον άξονα του μπράτσου του οργάνου. Η ταστιέρα είχε δεσμούς που φτιάχνονταν από χορδές. Ο εκτελεστής χτυπούσε τις χορδές με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού κοντά στις τρύπες του ηχείου, ενώ με το αριστερό κανόνιζε τον παραγόμενο φθόγγο, αυξομειώνοντας το μήκος της χορδής που παλλόταν. Συχνά οι χορδές δεν ήταν μονές αλλά ζεύγη - δυο ίσου μήκους χορδές που παίζονταν ταυτόχρονα παράγοντας κάθε φορά τον ίδιο φθόγγο. Το λαούτο του 16ου αιώνα είχε συνήθως 11 χορδές, πέντε ζεύγη και μια μονή. Στη συνέχεια οι χορδές αυξήθηκαν, φτάνοντας στην εποχή του μπαρόκ ακόμα και τα 13 ζεύγη. Η μουσική για λαούτο γραφόταν αρχικά σε ταμπλατούρα, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια εμπειρική γραφή που περιλάμβανε μια ομάδα παράλληλων γραμμών, μια για κάθε χορδή (ή ζεύγος χορδών αντίστοιχα). Με μικρά γράμματα ή αριθμούς ανάμεσα στις γραμμές σημειώνονταν το τάστο που θα χρησιμοποιούσε ο εκτελεστής, ενώ άλλα σημάδια έδειχναν τη διάρκεια της κάθε νότας.

Το αρχιλαούτο είναι μια παραλλαγή του λαούτου με δυο χορδοστάτες: ο ένας, ο πιο κοντός, ήταν πάνω στην ταστιέρα, όπου ο εκτελεστής μπορούσε να αυξομειώνει το μήκος της παλλόμενης χορδής δίνοντας διαφορετικούς φθόγγους. Ο άλλος χορδοστάτης βρισκόταν στην κεφαλή ενός δεύτερου μπράτσου, με διπλάσιο μήκος, στο οποίο στηρίζονταν οι λεγόμενες συμπαθητικές χορδές. Οι χορδές αυτές δονούνταν συντονιζόμενες με τις άλλες, χωρίς να τις χτυπήσει ο εκτελεστής, δίνοντας όγκο στον ήχο του οργάνου. Το αρχιλαούτο εμφανίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα και χρησιμοποιήθηκε ολόκληρο το 17ο αιώνα τόσο ως σολιστικό όργανο όσο και ως συνοδευτικό, παίζοντας το ρόλο του κοντίνουο.

Μια παραλλαγή του αρχιλαούτου ονομάζεται θεόρβη. Το όργανο αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1544 πιθανόν στην Ιταλία. Και η θεόρβη, όπως και το αρχιλαούτο, είχε μια σειρά από συμπαθητικές χορδές, οι οποίες ονομάζονταν “διαπασών”. Η έκταση του οργάνου ήταν χαμηλή λόγω του μεγάλου μήκους του μπράτσου της. Η κεφαλή με τον χορδοστάτη ήταν ευθεία και όχι κεκλιμένη, όπως στο λαούτο. Είχε 14 με 16 ζεύγη χορδών και μια επιπλέον μπάσα χορδή. Το ρεπερτόριο της θεόρβης περιλαμβάνει τόσο σολιστικά έργα όσο και μέρη με κοντίνουο.

Το λαούτο εξακολουθεί κατά τη διάρκεια της εποχής του Μπαρόκ να παίζει σημαντικό ρόλο ως ανεξάρτητο όργανο και ως όργανο συνοδείας. Υπό την επίδραση κυρίως των Γάλλων λαουτιστών έγιναν προσθήκες που βελτίωσαν αρκετά την ένταση και την καθαρότητά του στις χαμηλές νότες, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στο κούρδισμα του που το κατέστησαν πιο ευέλικτο μελωδικά. Ωστόσο, παρέμεινε δυσκολότερο στην εκτέλεση από την ανερχόμενη κιθάρα. Επίσης, η χρήση του στο κοντίνουο περιορίστηκε λόγω της σημαντικής τεχνικής βελτίωσης του τσέμπαλου, το οποίο άρχισε να προτιμάται.

Ο J.S. Bach και κυρίως ο μαθητής του S.I. Weiss έγραψαν πολύ σημαντικά έργα για το λαούτο, τα οποία κατόπιν πέρασαν στο ρεπερτόριο της κιθάρας.

Πηγή: Από ένα ένθετο του περιοδικού “HITECH”.

Σωστά αυτά που βρήκες, Άταστε, αλλά ο συντάκτης τους μάλλον δεν είναι μουσικός. Αλλοιώς δεν θα διευκρίνιζε, π.χ. ότι ο λαιμός “κατέληγε σε μια κεφαλή που έφερε κλειδιά, στα οποία δένονταν οι χορδές”. Αυτό ισχύει για όλα τα χορδόφωνα λαουτοειδή, το βιολί κλπ. Τις κυρτές λωρίδες ξύλου θα τις έλεγε δούγες, οι οπές στο καπάκι θα διέθεταν ροζέτα (που καθορίζει και το ηχόχρωμα, δεν είναι μόνο διακοσμητική) κλπ.

Επίσης, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ κρητικού και στεριανού / νησιώτικου λαούτου, που κουρδίζονται διαφορετικά.

Τελικά υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ στεριανού και νησιώτικου; Ολοι λένε οτι είναι σχεδον ίδια…δηλαδή ποιές είναι αυτές οι μικρές διαφορές;

Πολυ καλο, τουλαχιστον εγω το βρηκα διαφωτιστικοτατο και εμαθα πραγματα που δεν ηξερα…Αν και δεν εχει τοσο πολυ για τα πιο “ανατολικα” λαουτα, η και τα δικα μας (νησιωτικο, πολιτικο), περα απο μια απλη αναφορα…

Αλέξανδρε, η Κρήτη είναι βέβαια νησί αλλά το “νησιώτικο” λαούτο έχει επικρατήσει για άλλα νησιά. Δεν υπάρχει πάντως διαφορά μεταξύ “στεριανού” και “νησιώτικου” λαούτου. Άρα στην Ελλάδα έχουμε στεριανό / νησιώτικο, κρητικό και πολίτικο. Και βεβαίως, τις “ιδιοκατασκευές” που έχουν αρχίσει τελευταία. Και τη “λαουτοκιθάρα” παλαιότερα, που βέβαια έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια αλλά είναι κιθάρα κατασκευαστικά.

Από εκεί και πέρα, διαφορές υπάρχουν στο μέγεθος (τα κρητικά είναι πολύ μεγάλα τα τελευταία χρόνια), στην αρματωσιά (το πολίτικο έχει “νάϋλον” χορδές), το πλήθος και την ευκολία μετακίνησης των μπερντέδων (και τα “καλαμάκια” στο καπάκι), τα κουρδίσματα, όπου βέβαια έχουμε πέμπτες και τέταρτες (τι άλλο;) αλλά διαφοροποιημένες μεταξύ τους. Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να “κωδικοποιηθούν” όλες αυτές οι διαφορές γιατί, και άκρη δεν θα βγεί και σε τίποτα δεν θα συμβάλλει μια τέτοια κωδικοποίηση.

Ωπ! Τον τσακώσαμε!

Η πληροφορία ότι «ο λαιμός καταλήγει σε μία κεφαλή» δεν είναι αυτονόητη. Στα ευρωπαϊκά λαούτα υπάρχουν μοντέλα που ο λαιμός καταλήγει σε δύο κεφαλές!! :019: Όπως στα παλιά μπασοκίθαρα (ο Νούρος δεν έχει φωτογραφηθεί μ’ ένα τέτοιο;).

Να πούμε και ότι το δικό μας λαούτο, στεριανό/νησιώτικο και κρητικό (το πολίτικο δε νομίζω) δεν είναι καθαρό λαούτο, αλλά υβρίδιο μεταξύ λαούτου και ταμπουρά. Η κληρονομιά του ταμπουρά εντοπίζεται κυρίως στο κούρδισμα, που ακολουθεί τρίχορδη λογική: οι τρεις χαμηλότερες χορδές δεν κουρδίζονται στη σειρά, αλλά με τη μεσαία να είναι πιο μπάσα (τα «re-entrant» κουρδίσματα που λέγαμε και σε κάποιο άλλο θέμα). Η τέταρτη χορδή, η ψηλότερη, είναι οιονεί προσθήκη.

Εννοώ: σ’ ένα κρητικό λαούτο έχουμε Μι-Λα-Ρε-Σολ. Η Μι είναι η ψηλότερη, μια 5η πιο κάτω είναι η Λα, άλλη μια 5η πιο κάτω η Ρε, και μετά δεν κατεβαίνει άλλο αλλά ανεβαίνει μια τέταρτη και φτάνει στη Σολ. Η ανοιχτή Σολ είναι 1 τόνο πιο κάτω από την ανοιχτή Λα. (Ενώ σ’ ένα βιολί ή ένα μαντολίνο έχουμε πάλι Μι-Λα-Ρε-Σολ, αλλά με τη σειρά). Το Λα-Ρε-Σολ μόνο του, με το Ρε χαμηλότερο από το Σολ, είναι ταμπουρατζήδικο και γενικά τρίχορδο κούρδισμα, και είναι φτιαγμένο για «οριζόντια» μουσική (δηλαδή κυρίως μελωδική και κυρίως στην ψηλή χορδή), ενώ τα καθαρά λαούτα όπως τα ευρωπαϊκά ή το ούτι προορίζονται για «κάθετο» παίξιμο (σε όλες τις χορδές, και πιθανώς όχι μόνο μελωδικό αλλά και αρμονικό).

Αν, Περικλή, εννοείς τα όργανα που επικράτησε να ονομάζονται “harp guitar”, τότε πρόκειται για “εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα”, όπως πάντα λέμε όταν μας βολεύει να το πούμε. Και η εξαίρεση αυτή παρουσιάστηκε τον 20όν αιώνα. Στο κείμενο του Άταστου είναι μάλλον σαφές ότι περιγράφονται παλαιότερες μορφές του οργάνου (π.χ. αναγεννησιακό), όπου δεν υπήρχαν δύο μπράτσα.

Για τη φωτογράφηση, μάλλον εννοείς τον Νταλγκά, στην πασίγνωστη φωτογραφία από ηχογράφηση σε ξενοδοχείο, με (από αριστερά) Ντάβο, Νταλγκά καθιστούς, άγνωστο τραγουδιστή και Σέμση όρθιους και Αραπάκη στο σαντούρι, καθιστό φυσικά. Ο Νούρος δεν νομίζω να έπαιζε όργανο.

Τώρα, τα κριτήρια για το άν ένα όργανο θα το ονομάσουμε απ’ ευθείας απόγονο ή “υβρίδιο”, δεν είναι και τόσο σαφώς καθορισμένα. Επίσης, δεν έχει ξεκαθαριστεί αν στην Ελλάδα το (στεριανό / νησιώτικο) λαούτο “εισήχθη” εκ Δυσμών ή εξ Ανατολής. Εγώ θεωρώ ότι μάλλον εκ δυσμών (Ιταλία) εισήχθη, με πορεία από Ισπανία (Άραβες) προς Ευρώπη (αναγεννησιακό κλπ.) και προς Ιταλία. Όμως δεν τεκμηριώνεται αυτό επαρκώς.

Ναι, αυτά εννοώ. Φυσικά και είναι εξαίρεση. Μια παραδοξολογία είπα (γι’ αυτό και το ανθρωπάκι, για να είναι σαφές ότι κάνουμε χιούμορ).

Μάλλον αυτήν θα εννοώ.

Χμ… Κυριολεκτικό υβρίδιο θα ήταν π.χ. ένα όργανο που έχει ακριβώς το σκάφος κάποιου άλλου οργάνου και ακριβώς το μπράτσο κάποιου άλλου. Συμβαίνει κι αυτό, αλλά οι περισσότερες περιπτώσεις είναι πιο φλου. Οπότε, έχεις δίκιο. Τώρα, αν ήρθε από Α ή από Δ δεν έχω καμία γνώμη γιατί δεν το έχω ψάξει. Έχω ακούσει διάφορες εκδοχές, μεταξύ των οποίων και ότι προέρχεται ή έχει επηρεαστεί και από τις μαντόλες.

Πάντως, έχει ενδιαφέρον ότι αν θεωρήσουμε το στεριανό/νησιώτικο/κρητικό λαούτο ως ένα όργανο, και το πολίτικο (που διαφέρει αρκετά) ως ένα άλλο, τότε το στεριανό / κλπ λαούτο είναι το μοναδικό, ίσως, αποκλειστικά ελληνικό όργανο. (Το παίζουν και στην Αλβανία αλλά νομίζω ότι πρόκειται για πρόσφατη ελληνική επίδραση, και πουθενά αλλού όσο γνωρίζω).

Η αρχη ολων αυτων,ακομα και του Al Oud [ουτι],ειναι το Βαβυλωνιακο οργανο Pandur το οποιο στην αρχαια Ελλαδα ονομαζοταν Πανδουρις[Πανδουριδα],και μετα μετονομαστηκε απο τα ""Tanbur’’… Οργανο το οποιο χρησιμοποιηθηκε κυριως απο ιερεις και ηταν με μια 'η δυο μονο χορδες.Στην περιοχη του ηχειου αντι για ξυλινο καπακι υπηρχε τεντωμενο δερμα,Χαρακτηριστικο που παρεμεινε σε παρα πολλα οργανα μεχρι και σημερα,και η διαφοροποιηση εγινε με το ουτι το οποιο και περασε στην Ευρωπη μεσω του Αραβικου στοιχειου,για να ξαναεπιστρεψει αργοτερα στην Ανατολη σε ενα πιο διαφοροποιημενο σχημα και χαρακτηριστικα…απο 3χορδο-τετραχορδο και πολυ μικροτερο,χαρακτηριστικο απομειναρι αυτου του οργανου το οργανο ‘‘Κοπζα’’ σε Ρουμανια,Ουγγαρια,και Μολδαβια, και να αυξηθει σε μεγεθος και χορδες .
Ο Μεγαλος καινοτομος για το δικου μας τυπου ουτιου που εχουμε σημερα,με την Μπαμ χορδη να ειναι επανω,και οχι κατω απο το τελευταιο καντινι ηταν ο Μανωλςης Βενιος αν δεν κανω λαθος,Και ο μεγαλυτερος Ουτιστας που κρατησε την Μπαμ χορδη κατω ηταν ο Μεγαλος Ιρακινης Καταγωγης Ουτιστας Μουνιρ Μπασηρ…Αυτο που δεν γνωριζω ειναι αν η μεγαλη οικογενεια Ναχατ ειχαν την Μπαμ επισης κατω στα ουτια τους,Τουλαχιστον για τον Χανα Ναχατ

ΔΙΟΡΘΩΣΗ:

Για στάσου! Όχι, δεν εννοώ τα harp guitar. Γράψε λάθος. Αυτό που εννοώ είναι αρκετά παλιά μοντέλα λαούτου, που πιθανώς η οργανολογία να τα περιγράφει ως harp lute. Nα, σαν αυτό.

Ε, εντάξει… Αυτό που λές είναι το “λαούτο μπαρόκ”. Μία “κεφαλή” έχει και αυτό (ο συνηθέστερος όρος φυσικά είναι καράουλο ή χορδιέρα), αλλά η χορδιέρα εδώ είναι χωρισμένη σε δύο ημίση.

οχι οτι έχει ιδιαίτερη σημασία αλλα το theorbo είχε νομίζω 2 ξεχωριστές χορδιέρες και μανίκια

Το ερώτημα είναι αν υπάρχει γραμμική συνέχεια από το “λαγούτο” που αναφέρεται στον Ερωτόκριτο (17ος αιώνας) στο σημερινό όργανο. Ο Estienne Lusignan στην περιγραφή της Κύπρου (2-3 χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1571) αναφέρει αν θυμούμαι καλά ότι το λαούτο είναι διαδεδομένο, χωρίς να εξηγεί οποιαδήποτε ιδιομορφία του κυπριακού οργάνου στον δυτικό αναγνώστη, που ίσως σημαίνει ότι δεν ήταν και πολύ διαφορετικό από τα όργανα που παίζονταν τότε στη δυτική Ευρώπη.

Η υπόθεση μου είναι ότι όντως υπάρχει γραμμική συνέχεια. Το re-entrant δεν ήταν άγνωστο σε δυτικά όργανα του μπαρόκ οπότε μπορεί να είναι δυτική ή ανατολική επιρροή. Η λαύτα υποθέτω προέκυψε σαν προσαρμογή του λαούτου στα διαστήματα της οθωμανικής θεωρίας.

Έχοντας κάπως ασχοληθεί με την ιστορία και εξέλιξη των μακρυμάνικων λαουτοειδών στην ανατολική μεσόγειο, έχω συνειδητοποιήσει ότι οι περισσότεροι μη μουσικοί συγγραφείς (ο Κορνάρος μάλλον συμπεριλαμβάνεται) συχνά ονοματίζουν ένα όργανο εννοώντας κάποιο άλλο, συνήθως βέβαια παρεμφερές (δεν μπερδεύουν π.χ. φλογέρα με ζαμβύκη). Έτσι, ωραιότατα το “λαγούτο” του Ερωτόκριτου θα μπορούσε να είναι και (π.χ.) γιογγάρι. Δεν υπάρχουν πάντως, απ’ ό τι ξέρω, επαρκείς μαρτυρίες για την γραμμική συνέχεια για την οποία αναρωτιέται ο emc. Το πολίτικο λαούτο, βέβαια, σχεδόν σίγουρα είναι προσαρμογή της υπάρχουσας φόρμας του λαούτου στην οθωμανική μουσική πράξη. Όμως, γιατί τέσσερις και όχι πέντε ή οκτώ χορδές, άγνωστον.

Τι ακριβώς εννοούμε γραμμική συνέχεια; Απλώς μία συνέχεια που ποτέ δε διακόπηκε, ή μία συνέχεια στην οποία δεν υπήρξαν επιμιξίες;

Οι επιμιξίες είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Κάθε εξέλιξη στην κατασκευή ενός οργάνου είναι πιθανόν να την εμπνεύστηκε κάποιος που (ακόμη και ασυνείδητα) είχε υπόψη του κάποιο άλλο όργανο και τη δανείστηκε από αυτό. Οι καραμπινάτες επιμιξίες, π.χ. λαουτοκιθάρα (ηχείο κιθάρας, αρμάτωμα λαούτου = παίζεις λαούτο αλλά μοιάζει σαν κιθάρα και ακούγεται σαν κάτι ενδιάμεσο) είναι μάλλον εξαιρέσεις. Συνήθως οι επιμιξίες είναι λιγότερο εμφανείς. Το 4χορδο μπουζούκι ας πούμε δεν είναι υβρίδιο μεταξύ 3χορδου και κιθάρας, είναι ξεκάθαρα μπουζούκι (οργανολογικά, όχι ιδεολογικά! ), αλλά έχει δανειστεί κάποια στοιχεία κιθάρας. Είναι γραμμική εξέλιξη;

Λάθος ορολογία, εννοούσα αδιάκοπη. Δεν κατέχω από οργανολογία αλλά με ενδιαφέρει το πως και με ποιές επιρροές φτάσαμε στο σημερινό λαούτο, και σίγουρα το πώς φτάσαμε στο σημερινό τρόπο παιξίματος (που δεν είναι ούτε η πολυφωνία του αναγεννησιακού, ούτε η μονοφωνία του ουτιού). Και μόνο το κούρδισμα (5ες) είναι τεράστια διαφορά από το αναγεννησιακό που κουρδιζόταν σε 4ες με μια 3η στη μέση (σαν την κιθάρα με την 3η χορδή κουρδισμένη σε φα δίεση).

Ούτε εγώ είμαι εξπέρ στην οργανολογία. Αυτό που καταλαβαίνω ως “γραμμική συνέχεια”, ως απλός μηχανικός, είναι η συνεχής, χωρίς κενά και άλματα, εξέλιξη. Οι επιμιξίες, αν και ξένες στο πνεύμα της λαϊκής παράδοσης (“έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε”) πάντα υπήρξαν και, σε ένα βαθμό, είναι και επιθυμητές.

Κάθε εξέλιξη έχει για αφετηρία της τη βελτίωση των επιδόσεων του παίκτη και συγχρόνως του τελικού ακούσματος, αλλά πάντα μέσα στο πνεύμα του είδους παιξίματος που ο παίκτης επιδιώκει: το αναγεννησιακό (αργότερα και το μπαρόκ) λαούτο έχει πολλές χορδές γιατί παιζόταν κυρίως μοναχό του, οπότε έπρεπε να αποδίδει πλούσια τις μελωδικές φράσεις και ταυτόχρονα να καλύπτει όσο γίνεται μεγαλύτερο φάσμα συχνοτήτων, από ένα παίκτη χωρίς ιδιαίτερα ανεπτυγμένη δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Το erhu αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει όλα αυτά με δύο μόνο χορδές, στα χέρια παίκτριας με ανεπτυγμένη δεξιοτεχνία, για να μη μιλήσουμε για τις υπόλοιπες αρετές της. Το gusla, σερβικό λαουτοειδές με δοξάρι, έχει μία (!) μόνο χορδή, γιατί αρχικά ήταν προορισμένο για ισοκράτημα στο τραγούδισμα. Το τετράχορδο μπουζούκι (αρχικά του Σπιτάμπελου και τελικά του Χιώτη) εκλήθη να απελευθερώσει τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του παίκτη, διατηρώντας το όνομα που είχε ήδη φορτιστεί προς την κατεύθυνση του μύθου, που δεν έπρεπε να πάει χαμένος. Έτσι και το λαούτο, φτάνοντας στα ελληνόφωνα εδάφη, έπρεπε από τη μια να καλύψει ρυθμική συνοδεία για χορό, που να μην έχει την (ενοχλητική για κλειστό χώρο) διαπεραστικότητα του νταουλιού ή την ρυθμική ανεπάρκεια του ντεφιού (στεριανό) και, από την άλλη, να αποδίδει τις λεπτές μελωδίες των συνθέσεων των αυλικών μουσικών του 16ου και των μετέπειτα αιώνων (πολίτικο).

Ούτε εγώ είμαι εξπέρ στην οργανολογία. Αυτό που καταλαβαίνω ως “γραμμική συνέχεια”, ως απλός μηχανικός, είναι η συνεχής, χωρίς κενά και άλματα, εξέλιξη. Οι επιμιξίες, αν και ξένες στο πνεύμα της λαϊκής παράδοσης (“έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε”) πάντα υπήρξαν και, σε ένα βαθμό, είναι και επιθυμητές.

Κάθε εξέλιξη έχει για αφετηρία της τη βελτίωση των επιδόσεων του παίκτη και συγχρόνως του τελικού ακούσματος, αλλά πάντα μέσα στο πνεύμα του είδους παιξίματος που ο παίκτης επιδιώκει: το αναγεννησιακό (αργότερα και το μπαρόκ) λαούτο έχει πολλές χορδές γιατί παιζόταν κυρίως μοναχό του, οπότε έπρεπε να αποδίδει πλούσια τις μελωδικές φράσεις και ταυτόχρονα να καλύπτει όσο γίνεται μεγαλύτερο φάσμα συχνοτήτων, από ένα παίκτη χωρίς ιδιαίτερα ανεπτυγμένη δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Το erhu αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει όλα αυτά με δύο μόνο χορδές, στα χέρια παίκτριας με ανεπτυγμένη δεξιοτεχνία, για να μη μιλήσουμε για τις υπόλοιπες αρετές της. Το gusla, σερβικό λαουτοειδές με δοξάρι, έχει μία (!) μόνο χορδή, γιατί αρχικά ήταν προορισμένο για ισοκράτημα στο τραγούδισμα. Το τετράχορδο μπουζούκι (αρχικά του Σπιτάμπελου και τελικά του Χιώτη) εκλήθη να απελευθερώσει τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του παίκτη, διατηρώντας το όνομα που είχε ήδη φορτιστεί προς την κατεύθυνση του μύθου, που δεν έπρεπε να πάει χαμένος. Έτσι και το λαούτο, φτάνοντας στα ελληνόφωνα εδάφη, έπρεπε από τη μια να καλύψει ρυθμική συνοδεία για χορό, που να μην έχει την (ενοχλητική για κλειστό χώρο) διαπεραστικότητα του νταουλιού ή την ρυθμική ανεπάρκεια του ντεφιού (στεριανό) και, από την άλλη, να αποδίδει τις λεπτές μελωδίες των συνθέσεων των αυλικών μουσικών του 16ου και των μετέπειτα αιώνων (πολίτικο).

Όποτε έχω ακούσει λαούτο που να δείχνει ότι παίζεται με «παλαιινό» τρόπο, συνήθως είναι μελωδία που αυτοσυνοδεύεται με τις ανοιχτές. Όπως περίπου και στο παλιό μπουζούκι και μπαγλαμά. Πιστεύω ότι αυτό παραπέμπει σε παίξιμο ταμπουρά, αν και η μόνη άμεση πληροφορία που έχουμε για τον ταμπουρά είναι ο Φουσταλιέρης με το μπουλγαρί του.

Πιο καινούργια παιξίματα μοιάζουν να είναι:
-Η στοιχειώδης,σχεδόν σαν κρουστού, συγχορδιακή συνοδεία («βούρτσα»)
-η καθαρή μελωδία (που μπορεί να συνοδεύεται με μερικές ανοιχτές όχι στην ίδια πενιά αλλά στα κενά -τυπικά κρητικό)
-η πλήρως αρμονική συνοδεία, κιθαρίστικο παίξιμο που δε νομίζω να υπήρχε πριν το 1950.

Ο Φουσταλιέρης είναι χοντρικά σύγχρονος των Μανέτα και Καραπιπέρη, καθώς και του Καλαμαρά που ηχογραφεί το 1917 στη Γερμανία παίζοντας μπουζούκι. Τα όργανα και των τριών δεν διαφέρουν χοντρικά, έστω και αν έχουν διαφορετικό όνομα. Περί ταμπουράδων των αρχών 20ού πρόκειται. Εάν αφεθή στην μπάντα το έντονα “κρητικό” παίξιμο του Φουσταλιέρη ήχος, τεχνοτροπία, διαστήματα και δακτυλισμοί είναι περίπου ίδιοι.