Αγάντα (ως παρότρυνση ή προσταγή)

αγάντα (ως παρότρυνση ή προσταγή) [< ρ. μετβ. Αγαντάρω]

  1. κρατήσου γερά, μείνε κοντά.
  2. κάνε υπομονή, κουράγιο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο Θερμαστής” (1934)
Στ. - Μουσ. και ερμηνεία: Μπάτης.

"…αγάντα, θερμαστάκι μου,
και ρίχνε τις φτυαριές σου…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. agguantare = αγκιστρώνομαι, κρατιέμαι γερά]