Αβέρτα (επίρρ.)

αβέρτα (επίρρ.)
φανερά, άφοβα, χωρίς προφύλαξη, απροκάλυπτα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στην εποχή του Πάγκαλου” (1969)
Στ. - Μουσική: Γ. Μητσάκης
Ερμην.: Γ. Νταλάρας

“… κι αβέρτα τσιγαράκι…”

[ΕΤΥΜ. <βενετ. averto < λατιν. apertus “ανοιχτός” <aperio «ανοίγω»]